← Ελλάδα

ΑΠ 3/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 3 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέσθηκε από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρεται η διάταξη που επιβάλλει στον αναιρεσείοντα ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Απορρίπτεται η αίτηση διότι η απόφαση αναφέρεται στην ως άνω διάταξη. Οι αιτιάσεις που πλήττουν την απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες. ΑΡΙΘΜΟΣ 3/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζανετή, περί αναιρέσεως της 1207/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 605/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου ΓΠΛΔ/1911 "πας εργοδότης και πας διευθυντής, ιδιοκτήτης, τεχνίτης, εργάτης ή εργάτρια επιχειρήσεως ή επαγγέλματος, παραβαίνων τας διατάξεις του ν. ΓΠΛΔ' και των προς εφαρμογή αυτού Β.Δ. και ειδικών κανονισμών, τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής αυστηρότερων διατάξεων τού Π.Ν. διά χρηματικής ποινής 300 μέχρι 3.000 δρχ. και φυλάκιση μέχρις εξ μηνών", κατά δε το άρθρο 1 του ίδιου Νόμου "οι βιομήχανοι, βιοτέχναι, έμποροι και παντός είδους επιχειρηματίαι και εργοδόται, ή διευθυνταί ή διαχειρισταί εταιρικών επιχειρήσεων, ναυπηγείων, χημικών εργαστηρίων, αποθηκών, εργασιών φορτώσεως και εκφορτώσεως, υπαιθρίων εργασιών κατασκευής και επισκευής οιωνδήποτε έργων, θεάτρων και εγκαταστάσεων παντός είδους δημοσίων θεαμάτων, γραφείων δημοσίων και ιδιωτικών, υποχρεούνται να διευθετώσι και διατηρώσι τα εργοστάσια, εργαστήρια και καταστήματα αυτών, ως και τα εν αυτοίς μηχανήματα, εργαλεία και εξαρτήματα αυτών εις τρόπον εξασφαλίζοντα τους παρ' αυτοίς εργαζομένους και τους περιοίκους κατά κινδύνων της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητος, εφ' όσον η φύσις της επιχειρήσεως επιτρέπει. Ιδίως δε όπως λαμβάνηται παρ' αυτών μέριμνα: α)...., β)...., γ)...., δ...., ε) Τα μηχανήματα παντός είδους, οι τροχοί, αι τροχαλίαι και οι ιμάντες, οι μεταδίδοντες την κινητήριον δύναμιν, να είναι εγκατεστημένα και λειτουργούσιν υπό τους καλυτέρους δυνατούς όρους, οίτινες εξασφαλίζουσι τους εργάτας κατά κινδύνων ζωής ή σωματικής ακεραιότητος...". Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος που τον εκπροσώπησε στη δίκη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε γραπτώς, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελή ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο, έπρεπε κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα και κατ' ακολουθία να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 31 παρ. 1 περ. β' του Νόμου 3346/
  2. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "...ο κατηγορούμενος X1 λόγω τής ιδιότητας του ως υποδιευθυντής τού καταστήματος ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ, που βρίσκεται στον ..., είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 τού Ν. ΓΠΛΔ, να διατηρεί σε καλή κατάσταση τον εξοπλισμό εργασίας τών εργαζομένων τού καταστήματος, προβαίνοντας σε έλεγχο της κατάστασης αυτού (εξοπλισμού εργασίας) κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να διαπιστώνει αν ανταποκρίνεται στις ανάγκες ασφάλειας των εκεί εργαζομένων, αλλά και να εξασφαλίζει την τήρηση των οδηγιών ασφαλείας των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα. Παρά όμως την ως άνω νομική του υποχρέωση, δεν φρόντισε να ελέγξει αν οι φορητές σκάλες, που χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενοι στο κατάστημα και πιο συγκεκριμένα αν οι ιμάντες ασφαλείας αυτών ήταν σε καλή κατάσταση ή ήταν φθαρμένοι, προκειμένου στην τελευταία περίπτωση να τους αντικαταστήσει, ούτε φρόντισε να εξασφαλιστεί η τήρηση των οδηγιών ασφαλείας των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα και ιδίως τού παραρτήματος των οδηγιών αυτών, που αναφέρεται στα μέτρα Υγιεινής στο χώρο εργασίας και ειδικότερα στην ασφαλή χρήση των σπαστών μεταλλικών σκαλών φόρτωσης των υψηλών ζωνών, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι θα πρέπει απαραίτητα να ελέγχεται η άψογη κατάσταση τών σκαλών πριν από κάθε χρήση, να τοποθετούνται αυτές με ασφάλεια σε επίπεδο έδαφος και να ασφαλίζονται (τέντωμα ιμάντων ασφάλιση πίρων κ.ά.), κατά δε τη χρήση τους να αποφεύγεται τυχόν κίνδυνος μετατόπισης τού κέντρου βάρους κλπ). Αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών τού κατηγορουμένου ήταν την 16.2.2000 και περί ώρα 11.00 π.μ. ο υπάλληλος τού ως άνω καταστήματος, ... να χρησιμοποιήσει για την εκτέλεση εργασίας (τοποθέτηση προϊόντων σε υψηλά ράφια) μία φορητή μεταλλική σκάλα με φθαρμένες συνδέσεις (ιμάντες ασφαλείας), οι οποίες έσπασαν και η φορητή σκάλα κατέρρευσε και έπεσε επί της παθούσης Ψ1, η οποία εκείνη τη στιγμή στέκονταν παραπλεύρως και τοποθετούσε σε ράφια προϊόντα της επιχείρησης Ε1, όπου εργαζόταν. Στο πολυκατάστημα ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ, η παθούσα είχε μεταβεί, κατόπιν εντολής τού εργοδότη της Ε1, για να τοποθετήσει προϊόντα τής επιχείρησης του. Συνέπεια αυτού, δηλαδή της πτώσης τής φορητής μεταλλικής σκάλας επί τής παθούσης, ήταν η παθούσα να υποστεί κακώσεις ωμοπλάτης, ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου πρώτης μετακαρποφαλαγγικής αριστερού αντίχειρα και επώδυνο νευρίνωμα δακτυλικού νεύρου. Η σωματική αυτή βλάβη τής παθούσης οφείλονταν, κατά τα ως άνω, σε αμέλεια τού κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και παρά την νομική του υποχρέωση λόγω τής προαναφερόμενης ιδιότητας του δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, μη προβλέποντας το εκ τών παραλείψεων αυτών επελθόν ως άνω αποτέλεσμα. Οι παραπάνω σωματικές κακώσεις προκύπτουν κυρίως από την ανωμοτί κατάθεση της παθούσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις από ... και ... ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών του ΚΑΤ ... και του ΙΚΑ ... αντίστοιχα και το με αριθμ. ... πιστοποιητικό του Νοσοκομείου .... Το ότι στην από .... ιατρική βεβαίωση του ..., που εκδόθηκε από το τμήμα επειγόντων, μετά εξέταση της παθούσης την ίδια ημέρα του ατυχήματος, αναφέρεται ότι αυτή ευρέθη πάσχουσα εκ κακώσεων αριστερού ώμου, αγκώνα και πηχεοκαρπικής" και ότι "ο ακτινολογικός έλεγχος ήταν αρνητικός για κατάγματα" δεν σημαίνει και ότι η παθούσα δεν υπέστη τις προαναφερόμενες σωματικές κακώσεις ή ότι αυτές δεν σχετίζονται με τα τραύματα που αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω ιατρική βεβαίωση, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Αντίθετα, από τις προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις (από ... και ... ιατρικές γνωματεύσεις και ... πιστοποιητικό του Νοσοκομείου) σε συνδυασμό και με την κατάθεση της παθούσης στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο αβίαστα προκύπτει ότι το μέγεθος της σωματικής βλάβης αυτής διαπιστώθηκε μεταγενέστερα μετά από επισταμένο ιατρικό έλεγχο. Εξ άλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου πρώτης μεταφαλαγγικής αριστερού αντίχειρα και το νευρίνωμα δακτυλικού νεύρου που υπέστη η παθούσα και διαπιστώθηκαν από ιατρούς οφείλονταν σε άλλη αιτία. Συνεπώς, η σωματική βλάβη που υπέστη η παθούσα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί όλως ελαφρά, όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που έχει εκτεθεί παραπάνω στη νομική σκέψη, αφού με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, η οποία πηγάζει από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου ΓΠΛΔ/1911, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ίδιου νόμου και στους προς εφαρμογή αυτού ειδικούς κανονισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναγνωσθέντα από το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπηθέντα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από έτους 2000 "οδηγίες για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων του καταστήματος ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ" και "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV - Κατάλογος μηνιαίων ελέγχων για την ασφάλεια των εργαζομένων του καταστήματος "ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ" στα οποία το ως άνω άρθρο 3 παραπέμπει και τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, απάντησε δε με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, οι δε προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, που αναφέρονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, καθώς επίσης και οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο από την αυτήν ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ότι δεν αιτιολογείται στην απόφαση η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος για τη λήψη των παραπάνω αναφερόμενων μέτρων ασφαλείας διότι ο ως άνω επικαλούμενος κανών του άρθρου 3 του Νόμου ΓΠΛΔ/1911 περιέχει κυρωτική και όχι ουσιαστική ποινική διάταξη, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού το ως άνω άρθρο σαφώς αναφέρεται στις ως άνω υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος και η αιτίαση που προβάλλεται με τον τρίτο και τελευταίο από την αυτήν ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων ότι ελλείπει αιτιολογία ως προς τη συνδρομή τού αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, και της δυνατότητας προβλέψεως του επελθόντος αποτελέσματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, ο δε αναιρεσείων να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Μαρτίου 2008 αίτηση του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της 1207/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου
  3. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.