← Ελλάδα

ΑΠ 303/2013 — Απάτη, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 303 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι. Περίληψη: Απορρίπτονται ως απαράδεκτα, δύο έγγραφα προσθέτων λόγων κρατουμένου, που εγχειρίσθηκαν στο διευθυντή των φυλακών και διαβιβάσθηκαν στον Εισαγγελέα, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι οριζόμενες από τον νόμο διατυπώσεις. Κακουργηματική πλαστογραφία, υπό τη μορφή νόθευσης γνησίου εγγράφου μετά χρήσεως. Κακουργηματική απόπειρα απάτης ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Νόθευση ιδιωτικού συμφωνητικού, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί σε πολιτικό δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να πιθανολογηθεί απαίτηση του αναιρεσείοντα σε βάρος της εγκαλούσας. Προσκομιδή του στο ως άνω δικαστήριο. Η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής Αντίθετα, όταν, τα για την απόπειρα απάτης παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, δεν ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, τότε μεταξύ των δύο ως άνω εγκλημάτων, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 303/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 642/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2011 αίτησή του καθώς και στους από 1 Σεπτεμβρίου 2011 και 10 Ιανουαρίου 2012 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 795/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 473 παρ.2, 474, 465 και 509 παρ.2 ΚΠΔ, η αίτηση αναιρέσεως κατηγορουμένου κατά της εκδοθείσας σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, ασκείται εντός της νομίμου προθεσμίας κατά τρόπο ειδικά προβλεπόμενο και συγκεκριμένα, με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την απόφαση ή του γραμματέως του ειρηνοδικείου ή του προϊσταμένου της προξενικής αρχής στο εξωτερικό, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, εάν δε αυτός κρατείται στη φυλακή και με δήλωση του ενώπιον του διευθυντή της. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις συντάσσεται έκθεση υπογραφομένη από τον δηλούντα ή τον αντιπρόσωπο του και εκείνον προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, σε αυτή δε πρέπει να εκτίθενται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Εκτός από τους ως άνω τρόπους ο καταδικασθείς έχει δικαίωμα να ασκήσει την αναίρεση και με δήλωση του, περιέχουσα συγκεκριμένους λόγους, που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός 20μέρου προθεσμίας. Εκτός των λόγων του περιεχομένων στην έκθεση ή την δήλωση είναι δυνατόν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με έγγραφο που κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου, 15 τουλάχιστον ημέρες, πριν από την προσδιορισμένη για την συζήτηση της αιτήσεως ημέρα, στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συντασσομένης εκθέσεως επί των κατατιθεμένων εγγράφων. Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 474 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κρατούμενος στη φυλακή κατάδικος, δικαιούται να ασκήσει εμπρόθεσμα αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσας σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, είτε με δήλωσή του ενώπιον του διευθυντή της φυλακής στην οποία κρατείται, συντασσομένης εκθέσεως, είτε με δήλωσή του που επιδίδεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Όσον αφορά όμως τους πρόσθετους λόγους, η προβλέπουσα τον τρόπο ασκήσεως τους, διάταξη του άρθρ. 509 παρ.2 ΚΠΔ, δε διαλαμβάνει καμιά εξαίρεση. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, ασκούνται, μόνον με έγγραφο, το οποίο πρέπει να κατατεθεί στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και να συνταχθεί έκθεση, με την οποία να πιστοποιείται το γεγονός και αν ακόμη κρατείται στη φυλακή ο αναιρεσείων, ο οποίος πάντως, έχει την ευχέρεια να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμά του με αντιπρόσωπο που να έχει ειδική εντολή παρεχομένη με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, ο κρατούμενος στο Κ.Κ. Χαλκίδας, αναιρεσείων, καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη υπ' αριθ.642/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών, για τις πράξεις που στη συνέχεια θα αναφερθούν. Εναντίον της απόφασης αυτής, άσκησε αναίρεση, με έγγραφη δήλωση, του έχοντος σχετική εξουσιοδότηση, συνηγόρου του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα στη νόμιμη προθεσμία από την καταχώρηση της αποφάσεως στο προβλεπόμενο από το άρθρ. 473 παρ.3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο. Παράλληλα προς το παραπάνω ένδικο μέσο, υπέβαλε δια του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Κ.Κ. Χαλκίδας, όπου κρατείτο, δύο ιδιαίτερα έγγραφα και ειδικότερα: α) το με χρονολογία 1-9-2011, στο οποίο συντάχθηκε έκθεση εγχειρήσεως στο Διευθυντή των ανωτέρω φυλακών, με χρονολογία 30-8-2011, που περιέχει πρόσθετους λόγους, το οποίο διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αριθ. 8288/2-9-2011 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης των ως άνω φυλακών και β) το με χρονολογία 10-1-2012, στο οποίο συντάχθηκε έκθεση εγχειρήσεως στο Διευθυντή των ανωτέρω φυλακών, με χρονολογία 10-1-2012, που περιέχει επίσης πρόσθετους λόγους, το οποίο διαβιβάσθηκε στον ίδιο Εισαγγελέα με το υπ' αριθ. 241/10-1-2012 έγγραφο του αυτού Προϊσταμένου της Διεύθυνσης. Με τα δεδομένα αυτά η ασκηθείσα, με δήλωση, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως, είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθούν κατ' ουσία, οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτήν λόγοι. Τα δύο όμως άλλα έγγραφα, που τιτλοφορούνται ως πρόσθετοι λόγοι και σημείωμα αντίστοιχα, πρέπει, ως δικόγραφα προσθέτων λόγων, να απορριφθούν, ως απαράδεκτα, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι οριζόμενες από την ανωτέρω διάταξη διατυπώσεις και συνεπώς οι διαλαμβανόμενοι στα ανωτέρω έγγραφα λόγοι είναι απαράδεκτοι. Ανεξάρτητα, όμως, από το ως άνω απαράδεκτο, οι λόγοι α) περί ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα, και β) εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, οι οποίοι περιλαμβάνονται και στην αίτηση αναιρέσεως θα εξεταστούν κατωτέρω, ως λόγοι αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του ν. 4055/2012). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί, ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δε δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ.682 επ. Κ.Πολ.Δ.). Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Εξάλλου, από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής (Α.Π. 1017/2011, Α.Π. 83/2010, Α.Π. 573/2009). Αντίθετα, όταν, τα για την απόπειρα απάτης παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, δεν ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, τότε μεταξύ των δύο ως άνω εγκλημάτων, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή (Α.Π. 1559/2002, Α.Π. 238/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ. (Το ποσό των 30.000 και των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 2δ και 1ιδ του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π. ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 642/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης γνήσιου εγγράφου, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά

(7)ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ήτοι των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, των αναγνωσθέντων εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η "ΑΕ ΤΕΧΤΙΛΙΑ", της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο Π. Β., αποφάσισε να επεκτείνει το κλωστήριο που είχε στους ... . Τις σχετικές μελέτες τις ανέθεσε στην τεχνική εταιρεία "Li-La ΕΠΕ" ενώ στην συνέχεια για τα απαιτούμενα έργα πολιτικού μηχανικού υπήρξαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον παραπάνω Π. Β. και τον ήδη εκκαλούντα κατηγορούμενο Δ. Κ. που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της "ΑΕ Π.". Ο κατηγορούμενος αντιπρότεινε να μην γίνει επέκταση των υπαρχόντων εγκαταστάσεων αλλά να ανεγερθεί από αυτόν (κατηγορούμενο) νέο εργοστάσιο στην Βιομηχανική Ζώνη ... σε έκταση 2.500 στρ. που ο ίδιος είχε. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από Π.Β. και για το λόγο συντάχθηκε και υπεγράφη το από 25-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με το οποίο: α) η ΑΕ ΤΕΧΤΙΛΙΑ θα εκπονούσε τις σχετικές μελέτες και τα σχέδια της νέας μονάδας και β) ο κατηγορούμενος θα υλοποιούσε τα σχέδια αυτά δηλ. θα κατασκεύαζε την νέα μονάδα με αμοιβή το ποσό των 100.000.000 δρχ. Πουθενά στο συμφωνητικό αυτό δεν αναφερόταν ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να αναθέτει τις παραπάνω μελέτες σε μηχανικό της επιλογής του αλλά και ούτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο προφορικά. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος στις 4.3.2003 κατέθεσε την από 21.2.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της παραπάνω εταιρείας "TEXTILIA ΑΕ", με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί να κατάσχει συντηρητικώς κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της μέχρι του ποσού των 1.200.000 ΕΥΡΩ προς διασφάλιση απαιτήσεώς του ανερχόμενης στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ που προερχόταν από την μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, για την οποία αυτοί είχαν υπογράψει το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η "TEXTILIA ΑΕ" ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό δισεκατομμυρίων (100.000.000.000) δραχμών, προσέτι δε του δόθηκε η εντολή από την ίδια εταιρεία (TEXTILIA ΑΕ) να αναθέσει την εκπόνηση των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό της εκλογής του, γεγονός που ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έπραξε, αναθέτοντας με το από 5.9.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τις προκαταρκτικές μελέτες, που έπρεπε να πραγματοποιηθούν στον υπεργολάβο ανάδοχο Μηχανολόγο - Μηχανικό Κ. Π. αντί συνολικής αμοιβής 1.037.164,06 ΕΥΡΩ. Ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, ότι ήταν αναγκασμένος να καταβάλει στον ανωτέρω Μηχανικό. Το περιεχόμενο της αιτήσεως αυτής και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ήσαν εν γνώσει του ψευδείς αφού ο ίδιος γνώριζε ότι: α) καμιά απαίτηση αυτός δεν είχε εναντίον της "TEXTILIA ΑΕ", ανερχομένη στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, προερχόμενη από τη μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, αφού, με το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας και ο κατηγορούμενος είχαν υπογράψει, είχε συμφωνηθεί ότι η μηνύτρια εταιρεία ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό εκατομμυρίων δραχμών (100.000.000) δραχμών, και όχι εκατό δισεκατομμυρίων δραχμών (100.000.000.000 δρχ.) και β) ουδέποτε του δόθηκε η εντολή να αναλάβει πρωτοβουλία για υπεργολαβική ανάθεση της εκπόνησης των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό της δικής του επιλογής. Μάλιστα το παραπάνω από 25-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό που αυτός επικαλέστηκε με το σχετικό σημείωμα του και προσκόμισε στο δικαστήριο ο ίδιος το είχε νοθεύσει αφού στον τελευταίο (13°) όρο το αναφερόμενο αριθμητικώς και ολογράφως ποσό της εργολαβικής αμοιβής του, που είχε συμφωνηθεί να του καταβληθεί ως αμοιβή και ειδικότερα πρόσθεσε τρία μηδενικά στον αριθμό 100.000.000 καθώς και το πρόθεμα δις στη λέξη "εκατομμυρίων", μεταβάλλοντας έτσι την οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή από εκατό εκατομμύρια δραχμές σε εκατό δισεκατομμύρια δραχμές, αυτόν, στο δε σημείωμα που κατέθεσε την 24.3.2003, μετά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης του, επανέλαβε ξανά τους ως άνω ισχυρισμούς του. Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να παραπλανήσει το δικαστήριο του ως άνω, ούτως ώστε να εκλάβει ως αληθινή κατά περιεχόμενο την αίτησή του και να την κάνει δεκτή, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα το περιουσιακό όφελός του και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας να υπερβεί το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, και ειδικότερα να ανέλθει στο ποσό του 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την πράξη του αυτή για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, και συγκεκριμένα διότι με την 2955/2003 απόφασή του, ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε την ως άνω αίτησή του. Δηλαδή αυτός στο δικαστήριο αυτό δεν επικαλέστηκε μόνο το νοθευμένο από τον ίδιο παραπάνω συμφωνητικό αλλά πρόβαλε και άλλους αναληθείς ισχυρισμούς και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή στοιχειοθετούνται τα κακουργήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο τα οποία συρρέουν αληθώς. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι δεν τέλεσε τα εγκλήματα που του αποδίδονται. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού επιπλέον δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Με βάση τα στοιχεία αυτά στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά: Α) το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ και Β) το έγκλημα της απόπειρας απάτης με ζημία ανώτερη των 73.000 ευρώ για τα οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Α
  1. Στην Αθήνα, την 4.3.2003 και 19.3.2003, έχοντας αποφασίσει να τελέσει απάτη στο Δικαστήριο, από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε η πράξη του από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του. Ειδικότερα, την 4.3.2003, κατέθεσε την αναληθή κατά περιεχόμενο από 21.2.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της μηνύτριας εταιρείας με την επωνυμία "TEXTILIA ΑΕ", με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί να κατάσχει συντηρητικώς κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της μέχρι του ποσού των 1.200.000 ΕΥΡΩ προς διασφάλιση απαιτήσεως του ανερχόμενης στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, προερχομένης από την μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, για την οποία είχαν υπογράψει, ο Π. Β. και ο κατηγορούμενος το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, δια του οποίου η μηνύτρια εταιρεία ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό δισεκατομμυρίων (100.000.000.000) δραχμών, προσέτι δε του δόθηκε η εντολή από τη μηνύτρια εταιρεία να αναθέσει την εκπόνηση των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό της εκλογής του, γεγονός που ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έπραξε, αναθέτοντας με το από 5.9.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τις προκαταρκτικές μελέτες, που έπρεπε να πραγματοποιηθούν στον υπεργολάβο ανάδοχο Μηχανολόγο - Μηχανικό Κ. Π. αντί συνολικής αμοιβής 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, ότι ήταν αναγκασμένος να καταβάλει στον ανωτέρω Μηχανικό. Όμως όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του ήταν εν γνώσει του ψευδείς, καθόσον ο ίδιος γνώριζε ότι ουδεμία απαίτηση είχε εναντίον της μηνύτριας εταιρείας ανερχομένη στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, προερχόμενη από τη μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, αφού, με το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας και ο κατηγορούμενος είχαν υπογράψει, είχε συμφωνηθεί ότι η μηνύτρια εταιρεία ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό εκατομμυρίων δραχμών (100.000.000) δραχμών, και όχι εκατό δισεκατομμυρίων δραχμών (100.000.000.000 δρχ.) ουδέποτε δε δόθηκε η εντολή στον κατηγορούμενο να αναλάβει πρωτοβουλία για υπεργολαβική ανάθεση της εκπόνησης των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό επιλογής του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο της 19.3.2003, συζήτησε την ως άνω αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του περί οφειλής ποσού 1.037.164,06 ΕΥΡΩ της μηνύτριας εταιρείας προς αυτόν, στο δε σημείωμα που κατέθεσε την 24.3.2003, μετά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης του, επανέλαβε ξανά τους ως άνω ισχυρισμούς του. Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να παραπλανήσει τον Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, ούτως ώστε να εκλάβει ως αληθινή κατά περιεχόμενο την αίτησή του και να την κάνει δεκτή, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα το περιουσιακό όφελός του και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας να υπερβεί το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, και ειδικότερα να ανέλθει στο ποσό του 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την πράξη του αυτή για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, και συγκεκριμένα διότι με την υπ' αριθμ. 2955/2003 απόφασή του, ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε την ως άνω αίτησή του. Α
  2. Στην Αθήνα την 19.3.2003, με πρόθεση νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτού του εγγράφου, σκοπεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία από αυτήν την πράξη του, υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα, στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο, νόθευσε το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχαν υπογράψει ο ίδιος και ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας, Π. Β., αλλοιώνοντας στον τελευταίο (13°) όρο το αναφερόμενο αριθμητικώς και ολογράφως ποσόν της εργολαβικής αμοιβής του, που είχε συμφωνηθεί να του καταβληθεί ως αμοιβή και ειδικότερα πρόσθεσε τρία μηδενικά στον αριθμό 100.000.000 καθώς και το πρόθεμα δις στη λέξη "εκατομμυρίων", μεταβάλλοντας έτσι την οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή από εκατό εκατομμύρια δραχμές σε εκατό δισεκατομμύρια δραχμές. Στη συνέχεια δε έκανε χρήση του νοθευμένου αυτού ιδιωτικού συμφωνητικού προσκομίζοντάς το ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της από 21.2.2003 αίτησής του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της μηνύτριας εταιρείας, με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί να κατάσχει συντηρητικώς κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της μηνύτριας εταιρείας μέχρι του ποσού των 1.200.000 ΕΥΡΩ προς διασφάλιση της απαιτήσεώς του, η οποία, όπως ισχυριζόταν, ανερχόταν στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, με την ενέργεια του δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τη μηνύτρια εταιρεία, υπερβαίνον το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ." Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης εγγράφου, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 13γ, 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 42 παρ.1, 94, 216 παρ.1 και 3 εδ. α', και 386 παρ.1 και 3 περ. β' Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης γνήσιου εγγράφου: α) την νόθευση του γνήσιου εγγράφου, (ιδιωτικού συμφωνητικού), την αλλοίωση του στοιχείου (ύψος εργολαβικής αμοιβής), αριθμητικά και ολογράφως, που αποτελεί τη νόθευση, και συνακόλουθα το δόλο του β) το σκοπό νόθευσης του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, που ήταν η παραπλάνηση του δικαστηρίου, ως προς την παραδοχή της αίτησής του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της εγκαλούσας και γ) την χρήση από τον ίδιο, του νοθευμένου αυτού εγγράφου με την προσκομιδή του στο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της παραπάνω αίτησής του. Επίσης, αναφέρει, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο: α) τις απατηλές ενέργειες του αναιρεσείοντα με τη χρήση του ως άνω νοθευμένου εγγράφου, στη νόθευση του οποίου ο ίδιος προέβη, β) τη γνώση του, ότι το περιεχόμενο του εγγράφου, ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν ψευδές, αφού το ύψος της φερόμενης εργολαβικής αμοιβής, είχε αλλοιωθεί γ) την αποτυχία του για παραπλάνηση του δικαστηρίου, αφού αυτό, απέρριψε την παραπάνω αίτησή του, και δ) την ζημία, ύψους 1.037.164,06 Ευρώ, που αποπειράθηκε να προκαλέσει στην εγκαλούσα, με αντίστοιχη ωφέλειά του, αν εκδιδόταν σε βάρος της απόφαση του δικαστηρίου, περί συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής ή ακίνητης περιουσίας της προς εξασφάλιση της ως άνω, επικαλούμενης απαίτησης του, ύψους 1.037.164,06 Ευρώ. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι ο ίδιος δεν θα υφίστατο ωφέλεια και αντίστοιχη βλάβη η εγκαλούσα, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η αίτησή του περί συντηρητικής κατάσχεσης, δεν είναι βάσιμη, αφού η παραδοχή της αίτησής του, θα είχε ως συνέπεια, την πιθανολόγηση της ως άνω αξίωσης του, ύψους 1.037.164,06 Ευρώ σε βάρος της εγκαλούσας, με περαιτέρω συνέπεια α) την απαγόρευση, μέχρι του παραπάνω ποσού της διάθεσης των πραγμάτων που θα κατασχόταν ( (άρθρο 715 παρ.1 Α.Κ.) και β) την άσκηση, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, αγωγής, από μέρους του αναιρεσείοντα, για την κύρια απαίτηση ( άρθρο 715 παρ.5 εδ. α' Α.Κ), για την οποία, θα είχε εκδοθεί απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, υπέρ των απόψεών του. Σε κάθε περίπτωση, θα ενέπλεκε την εγκαλούσα σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι εν προκειμένω, δεν υφίσταται πραγματική, αλλά φαινομένη συρροή μεταξύ των δύο αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε και ειδικότερα, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (νόθευσης) και της απόπειρας απάτης, αφού η πλαστογραφία απορροφά την απόπειρα απάτης, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, σύμφωνα και με τις σκέψεις που αναφέρονται στην εν αρχή νομική σκέψη, καθόσον το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της απόπειρας απάτης δέχθηκε στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο επικαλέστηκε εκτός από το νοθευμένο έγγραφο και άλλες εν γνώσει του ψευδείς παραστάσεις και συγκεκριμένα ότι του δόθηκε εντολή από την ως άνω εταιρεία να αναθέσει τις μελέτες κατασκευής του έργου σε μηχανικό της επιλογής του, ενώ αυτό ήταν αναληθές, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, πουθενά στο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αναφερόταν ο όρος αυτός, ούτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο προφορικά. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. πρώτος δεύτερος τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, και έγινε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων καθώς και των περί συρροής διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα που περιέχεται στον αυτό ως άνω 2ο λόγο αναίρεσης, ότι δεν αξιολογήθηκαν από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο οι καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρείας, του μάρτυρα Σ.- Κ. Ρ. καθώς και το περιεχόμενο του από 25-8-2011, ιδιωτικού συμφωνητικού (φερομένου ως νοθευθέντος), του διαγράμματος κάλυψης που αναγνώστηκε με αύξοντα αριθμό 10, και του εγγράφου-προσφοράς της "Ζήμενς", που αναγνώστηκε με αύξοντα αριθμό 17, από τα οποία προκύπτει ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ήταν αξίας πολλών δισεκατομμυρίων, είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο για την επί της ουσίας κρίση του, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων όσο και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 20-6-2011, υπ' αριθμό πρωτ. 4886/ 20-6-2011 αίτηση, του Δ. Κ. του Δ., κρατουμένου στο Κ.Κ. Χαλκίδας και τους από 1-9-2011 και 10-1-2012 Πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 642/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.