Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 303 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι. Περίληψη: Απορρίπτονται ως απαράδεκτα, δύο έγγραφα προσθέτων λόγων κρατουμένου, που εγχειρίσθηκαν στο διευθυντή των φυλακών και διαβιβάσθηκαν στον Εισαγγελέα, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι οριζόμενες από τον νόμο διατυπώσεις. Κακουργηματική πλαστογραφία, υπό τη μορφή νόθευσης γνησίου εγγράφου μετά χρήσεως. Κακουργηματική απόπειρα απάτης ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Νόθευση ιδιωτικού συμφωνητικού, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί σε πολιτικό δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να πιθανολογηθεί απαίτηση του αναιρεσείοντα σε βάρος της εγκαλούσας. Προσκομιδή του στο ως άνω δικαστήριο. Η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής Αντίθετα, όταν, τα για την απόπειρα απάτης παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, δεν ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, τότε μεταξύ των δύο ως άνω εγκλημάτων, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 303/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 642/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2011 αίτησή του καθώς και στους από 1 Σεπτεμβρίου 2011 και 10 Ιανουαρίου 2012 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 795/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 473 παρ.2, 474, 465 και 509 παρ.2 ΚΠΔ, η αίτηση αναιρέσεως κατηγορουμένου κατά της εκδοθείσας σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, ασκείται εντός της νομίμου προθεσμίας κατά τρόπο ειδικά προβλεπόμενο και συγκεκριμένα, με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την απόφαση ή του γραμματέως του ειρηνοδικείου ή του προϊσταμένου της προξενικής αρχής στο εξωτερικό, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, εάν δε αυτός κρατείται στη φυλακή και με δήλωση του ενώπιον του διευθυντή της. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις συντάσσεται έκθεση υπογραφομένη από τον δηλούντα ή τον αντιπρόσωπο του και εκείνον προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, σε αυτή δε πρέπει να εκτίθενται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Εκτός από τους ως άνω τρόπους ο καταδικασθείς έχει δικαίωμα να ασκήσει την αναίρεση και με δήλωση του, περιέχουσα συγκεκριμένους λόγους, που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός 20μέρου προθεσμίας. Εκτός των λόγων του περιεχομένων στην έκθεση ή την δήλωση είναι δυνατόν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με έγγραφο που κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου, 15 τουλάχιστον ημέρες, πριν από την προσδιορισμένη για την συζήτηση της αιτήσεως ημέρα, στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συντασσομένης εκθέσεως επί των κατατιθεμένων εγγράφων. Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 474 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κρατούμενος στη φυλακή κατάδικος, δικαιούται να ασκήσει εμπρόθεσμα αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσας σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, είτε με δήλωσή του ενώπιον του διευθυντή της φυλακής στην οποία κρατείται, συντασσομένης εκθέσεως, είτε με δήλωσή του που επιδίδεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Όσον αφορά όμως τους πρόσθετους λόγους, η προβλέπουσα τον τρόπο ασκήσεως τους, διάταξη του άρθρ. 509 παρ.2 ΚΠΔ, δε διαλαμβάνει καμιά εξαίρεση. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, ασκούνται, μόνον με έγγραφο, το οποίο πρέπει να κατατεθεί στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και να συνταχθεί έκθεση, με την οποία να πιστοποιείται το γεγονός και αν ακόμη κρατείται στη φυλακή ο αναιρεσείων, ο οποίος πάντως, έχει την ευχέρεια να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμά του με αντιπρόσωπο που να έχει ειδική εντολή παρεχομένη με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, ο κρατούμενος στο Κ.Κ. Χαλκίδας, αναιρεσείων, καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη υπ' αριθ.642/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών, για τις πράξεις που στη συνέχεια θα αναφερθούν. Εναντίον της απόφασης αυτής, άσκησε αναίρεση, με έγγραφη δήλωση, του έχοντος σχετική εξουσιοδότηση, συνηγόρου του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα στη νόμιμη προθεσμία από την καταχώρηση της αποφάσεως στο προβλεπόμενο από το άρθρ. 473 παρ.3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο. Παράλληλα προς το παραπάνω ένδικο μέσο, υπέβαλε δια του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Κ.Κ. Χαλκίδας, όπου κρατείτο, δύο ιδιαίτερα έγγραφα και ειδικότερα: α) το με χρονολογία 1-9-2011, στο οποίο συντάχθηκε έκθεση εγχειρήσεως στο Διευθυντή των ανωτέρω φυλακών, με χρονολογία 30-8-2011, που περιέχει πρόσθετους λόγους, το οποίο διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αριθ. 8288/2-9-2011 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης των ως άνω φυλακών και β) το με χρονολογία 10-1-2012, στο οποίο συντάχθηκε έκθεση εγχειρήσεως στο Διευθυντή των ανωτέρω φυλακών, με χρονολογία 10-1-2012, που περιέχει επίσης πρόσθετους λόγους, το οποίο διαβιβάσθηκε στον ίδιο Εισαγγελέα με το υπ' αριθ. 241/10-1-2012 έγγραφο του αυτού Προϊσταμένου της Διεύθυνσης. Με τα δεδομένα αυτά η ασκηθείσα, με δήλωση, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως, είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθούν κατ' ουσία, οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτήν λόγοι. Τα δύο όμως άλλα έγγραφα, που τιτλοφορούνται ως πρόσθετοι λόγοι και σημείωμα αντίστοιχα, πρέπει, ως δικόγραφα προσθέτων λόγων, να απορριφθούν, ως απαράδεκτα, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι οριζόμενες από την ανωτέρω διάταξη διατυπώσεις και συνεπώς οι διαλαμβανόμενοι στα ανωτέρω έγγραφα λόγοι είναι απαράδεκτοι. Ανεξάρτητα, όμως, από το ως άνω απαράδεκτο, οι λόγοι α) περί ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα, και β) εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, οι οποίοι περιλαμβάνονται και στην αίτηση αναιρέσεως θα εξεταστούν κατωτέρω, ως λόγοι αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του ν. 4055/2012). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί, ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δε δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ.682 επ. Κ.Πολ.Δ.). Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Εξάλλου, από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής (Α.Π. 1017/2011, Α.Π. 83/2010, Α.Π. 573/2009). Αντίθετα, όταν, τα για την απόπειρα απάτης παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, δεν ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, τότε μεταξύ των δύο ως άνω εγκλημάτων, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή (Α.Π. 1559/2002, Α.Π. 238/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ. (Το ποσό των 30.000 και των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 2δ και 1ιδ του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π. ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 642/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης γνήσιου εγγράφου, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.