← Ελλάδα

ΑΠ 305/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 305 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Άρθρο 364 § 2 ΚΠΔ. Η μη ανάγνωση των πρακτικών της προηγούμενης δίκης δεν επιφέρει ακυρότητα. Πότε η έλλειψη ακροάσεως - Όταν δεν ανεγνώσθησαν πρακτικά, την ανάγνωση των οποίων όμως εζήτησε ο κατηγορούμενος όπερ φαίνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης. Άρθρ. 329, 331 § 1, 333 § 2, 364 § 1, 369 ΚΠΔ η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν ανεγνώσθη επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ, 31 § 2, 105 § 2, 223 § 4 ΚΠΔ. Απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση, εις βάρος του κατηγορουμένου, εγγράφου ή ενόρκου ή ανωμότου καταθέσεώς του που έγινε κατά την διάρκεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή προανακρίσεως και πριν καταστεί κατηγορούμενος. Άλλως δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα άρθρο 571 § 1 εδ. δ΄ και 510 § 1α ΚΠΔ. Άρθρ. 211Α ΚΠΔ δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότης εάν το δικαστήριο δεν εστηρίχθη αποκλειστικά σε κατάθεση ή μαρτυρία συγκατηγορουμένου. Άρθρ. 224 § 2 ΠΚ ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία δόλου. 26 §

  1. Πότε αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 305/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 4388/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Χ
  2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1112/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατ' άρθρον 364 §2 εδ. α' Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που έχει αναβληθεί. Η διάταξη όμως αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την μη ανάγνωση των πρακτικών αυτών. Έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος εζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και το δικαστήριο ηρνήθη ή παρέλειψε να αναγνώσει αυτά, η έλλειψη ακροάσεως όμως προϋποθέτει, ως ανεφέρθη, υποβολή εγγράφου ή προφορικής αιτήσεως, που πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακριβείας αυτών, παρά μόνο προσβολή των για πλαστότητα ή διόρθωσή των κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Π.Δ. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331§1, 333§2, 364§1 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή (ή αθωότητα) του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου το οποίον δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρον 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' λόγον αναιρέσεως, διότι το μεν παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, το δε παραβιάζονται οι αρχές της δημοσιότητος και προφορικότητος της συζητήσεως στο ακροατήριο και της διεξαγωγής της δίκης κατ' αντιμωλίαν. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει το μεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, το δε παραβίαση των αρχών που ρυθμίζουν την δημοσιότητα και την προφορικότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά τας άνω διατάξεις, διότι το δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίον εξέδωσε την προσβαλλομένην, υπ' αριθμ. 4388/2009, απόφαση, δεν ανέγνωσε κατά το άρθρο 364 Κ.Π.Δ., τα πρακτικά της ιδίας ποινικής δίκης, που είχε αναβληθεί κατά τη δικάσιμο της 6-2-2009, καίτοι γίνεται αναφορά της αναβλητικής αποφάσεως στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι, όπως εξετέθη, η διάταξη του άρθρου 364§2 Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλει ακυρότητα για την μη τήρησή τους, ενώ, περαιτέρω, ναι μεν το δικαστήριο της ουσίας, ως άνω, δεν ανέγνωσε τα πρακτικά της ιδίας δίκης που είχε αναβληθεί, πλην όμως από τα πρακτικά της δίκης, καθ' ήν εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει ότι η νυν αναιρεσείουσα - πρώτη τότε κατηγορουμένη Χ, παρούσα (τότε), είχε ζητήσει, διά του παρισταμένου συνηγόρου της, την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και δεν αναγνώσθησαν, ώστε να εκτιμηθεί, ο άνω λόγος ως έλλειψη ακροάσεως. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως πρώτος, εκ των άρθρων 510§1 Α' και 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. και δεύτερος , εκ των άρθρων 510 §1 Γ' και 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6§1 της ΕΣΔΑ, που εκυρώθη με το Ν.Δ. 53/1974, 31§2, 105§2 και 223§4 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της εγγράφου εξετάσεώς του που έγινε κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ενόρκου, ή ανωμότου καταθέσεως που έδωσε κατά την διενέργεια προανακρίσεως και πριν η στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Αν κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αξιοποιηθεί εις βάρος εκείνου που κατέθεσε και στην συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος τοιαύτη κατάθεσή του, είτε στην προδικασία, είτε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., που θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510§1 Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/1999). Περαιτέρω κατά το άρθρο 211 Α' Κ.Π.Δ. που προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 2408/1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από την διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171§1 εδ. δ' ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στην μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτές, όσο και σε καταθέσεις μαρτύρων και αναγνωσθέντα έγγραφα). Τέλος κατ' άρθρο 366§2 Κ.Π.Δ., "αν όσα καταθέτει ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολό τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατόν να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση". Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, εκ του ότι ανεγνώσθη " το από 14-3-2001 υπόμνημα απολογίας της Χ2 ήτοι της συγκατηγορουμένης της αναιρεσειούσης, εξ άλλης ποινικής δίκης παλαιοτέρας της παρούσης, καθ' όσον κατά λέξη "αποτελεί μορφή ανωμοτί καταθέσεως της προδικασίας". Όμως το έγγραφον αυτό ουδόλως είναι έγγραφον εξετάσεως της κατηγορουμένης-αναιρεσειούσης κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, ούτε ένορκος η ανώμοτη κατάθεση κατά την διενέργεια προανακρίσεως, ούτε μαρτυρική κατάθεση αυτής ή απολογία της ως συγκατηγορουμένης για την ίδια πράξη, ούτε, τέλος, πρόκειται για ανάγνωση αντιθέτων περικοπών της απολογίας της αναιρεσειούσης στην ανάκριση, όπως εντελώς εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά πρόκειται περί εγγράφου που υπεβλήθη κατά την αποδεικτική διαδικασία και δεν αμφεσβητήθη η γνησιότητά του (άρθρ. 364 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος κατά τα άρθρα 171§ 1 εδ. δ' και 510§1 Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Για την κατ' άρθρο 224§2 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του που συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά τα οποία κατέθεσεν είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεσθεί "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος ή εάν έχει την μορφή ενδεχομένου δόλου, οπότε η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και σ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίον εδίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο εδέχθη, μετά από αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι αποδείχθησαν τα εξής και δη εδέχθη: "Επειδή από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες έχουν τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται. Ειδικότερα, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά τη δικάσιμο της 26-2-02, συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 22-12-01 αγωγή του μηνυτή, Ψ, δικηγόρου Αθηνών κατά της δεύτερης κατηγορουμένης Χ2, με την οποία ζητούσε ο προαναφερθείς, αμοιβές για παρασχεθείσες νομικές εν γένει υπηρεσίες του σε διάφορες υποθέσεις της. Κατά την προαναφερθείσα συζήτηση της αγωγής, η πρώτη κατηγορουμένη Χ εξετάστηκε, ως μάρτυρας της δεύτερης αυτών και κατέθεσε ενόρκως, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Εδωσε χρήματα έδωσε 600.000 δρχ. Εγώ κατέθεσα στον λογαριασμό του 100.000 δρχ. Με τον κ. Χρυσικό πήγε στο γραφείο του και έδωσε 150.000 δρχ. Πολλές φορές φίλες συγκεντρώναμε 20.000-25.000 δρχ. και τα δίναμε στο δικηγόρο. Μου είπε ότι έχει καταθέσει χρήματα στο λογαριασμό του, τον οποίο ήξερα και εγώ και κατέθεσα 100.000 δρχ. Εγώ η ίδια την πήγα στην ... και ανέβηκε στο γραφείο του και έδωσε χρήματα". Το Δικαστήριο τούτο με την 1065/09 προηγηθείσα μη οριστική απόφαση του, ενόψει του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι ο πολιτικώς ενάγων έχει εισπράξει, πέραν των όσων ομολογούσε, 800.000 δρχ. (500.000 + 300.000) και ως εκ τούτου δεν υφίσταται οφειλή, διέταξε την προσκόμιση των παρακρατηθέντων ποσών από τη γραμματεία προεισπράξεων από το οποίο προκύπτει ότι η μόνη προείσπραξη σχετικά με την β κατηγορούμενη αφορά ποσό 40.000 δρχ. που κατατέθηκε στις 5-7-
  4. Περαιτέρω, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω, που κατέθεσε η α κατηγορούμενη ήταν ψευδή, αφού όσον αφορά τις καταβολές των 600000 δρχ, εκ μέρους της β κατηγορουμένης, του κ. Χρυσικού και της α κατηγορουμένης, αυτή δεν επιβεβαιώνεται (η καταβολή) από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο ως λ.χ. βεβαίωση κατάθεσης του άνω ποσού στον λογαριασμό του εγκαλούντα ή απόδειξη καταβολής, ενώ ο ίδιος ο εγκαλών ομολογεί ότι τα μόνα ποσά που έλαβε από την β κατηγορούμενη ήταν 240.000 δρχ. για δικαστικό ένσημο και επιπλέον 160.000 δρχ. για έξοδα για τις 12 δίκες που διενήργησε και συνολικά 400.000 δρχ. Εξάλλου, ειδικότερα από τις αναγνωσθείσες βεβαιώσεις της Εμπορικής Τράπεζας δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι η πρώτη κατηγορουμένη κατέβαλε στον εγκαλούντα, για λογαριασμό της δεύτερης, το ποσό των 100.000 δρχ. από το υποκατάστημα της άνω τράπεζας στο ..., αντιθέτως στην 73/06 επιστολή της τράπεζας αυτής βεβαιώνεται ότι στο κατάστημα ... δεν πραγματοποιήθηκε κατάθεση 100.000 δρχ. στον ... λογαριασμό του εγκαλούντα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι δεν είναι αληθές το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη πήγε την β κατηγορουμένη, η ίδια στο γραφείο του εγκαλούντα, επί της ..., προκειμένου να του καταβάλει η τελευταία κάποιο ποσό, το χρονικό διάστημα του Οκτωβρίου 1996, αφού ως αποδεικνύεται, ιδίως από την αναγνωσθείσα 6086/06 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε συνδ. με την βεβαίωση της ΔΟΥ ..., ο εγκαλών άλλαξε επαγγελματική στέγη από την οδό... και επομένως τον άνω χρόνο ακόμη είχε έδρα την οδό .... Κατά συνέπεια και συνακόλουθα με όσα προεκτέθηκαν, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε η πρώτη κατηγορούμενη, ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδή και γνώριζε την αναλήθειά τους αφού κάποια από αυτά αφορούσαν και την ίδια. (Ενήργησε δε η πρώτη κατηγορουμένη, μετά από προτροπή της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία προκάλεσε σ' αυτήν την απόφαση να καταθέσει εν γνώσει της ψέμματα, με συνεχείς προτροπές και παρακλήσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι συνδέονται με παλιά στενή φιλία, προκειμένου να αποδείξει η β κατηγορουμένη τους ισχυρισμούς της περί εξοφλήσεως του εγκαλούντα και να επιτύχει ευνοϊκή γι' αυτήν έκβαση της παραπάνω δίκης, στην οποία ήταν εναγομένη). Κατόπιν τούτων πρέπει να κηρυχθούν ένοχες οι κατηγορούμενες, η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας τελεσθείσης υπό της (πρώτης) κατηγορουμένης - νυν μόνης αναιρεσειούσης, για την οποίαν κατεδικάσθη αυτή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε των άρθρων 26§1, 27, 224 Π.Κ. χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει. Ειδικότερα αναφέρεται η αρχή ενώπιον της οποίας η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα κατέθεσεν αρμοδίως ενόρκως, τα ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσεν εν γνώσει της ως και τα αληθή, τα οποία εγνώριζε, αφού τα περισσότερα αφορούσαν και την ίδια, λόγω, των ως κατέθεσε ψευδώς προσωπικών της ενεργειών, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται πόθεν και εκ ποίας αιτίας υπήρχαν οι διά της άνω αγωγής επιδιωκόμενες αμοιβές του μηνυτού δικηγόρου ως και το ακριβές ύψος αυτών εφ' όσον ενταύθα ενδιαφέρει μόνον το όπερ κατέθεσεν εν γνώσει της ψευδές η αναιρεσείουσα Χ. Μετά ταύτα ο σχετικός τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση σχετικά με τα στοιχεία της ψευδορκίας, υποστηρίζων εν εκτάσει ότι δεν υφίστανται στην αιτιολογία τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ο δε μέρος με αυτόν, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιουλίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4388/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι

(220)και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων
(500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.