← Ελλάδα

ΑΠ 31/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 31 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας - εσφαλμένη εφαρμογή νόμου - μη προσδιορισμό στοιχείων ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 31/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Αυλώνος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και 2) Χ2 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 873/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικό Δικαίου με την μορφή Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Μαΐου 2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Σεπτεμβρίου 2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων της αίτησης αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 1ου αναιρεσείοντος, Χ1, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 24 Μαΐου 2006 αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος καθώς και οι από 15 Σεπτεμβρίου 2006 πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  2. Επειδή, οι υπό κρίση από 24 Μαΐου 2006 και 24 Μαΐου 2006 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, καθώς και οι από 14.9.2005 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του ανωτέρω δεύτερου αναιρεσείοντος, που στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 873/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι προδήλως συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
  3. Επειδή, κατά το άρθρο 513 § 1 εδαφ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου
  4. Κατά το άρθρο 514 εδάφ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία ....... αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα της Δ.Κ.Φ. Αλικαρνασσού ......, ο δεύτερος αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στη συνεδρίαση, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 514 εδαφ. α του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, όπως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ).
  5. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (ΟλΑΠ 1/2005 Ποινική), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 170 § 2 και 333 § 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Αυτοτελείς, με την παραπάνω έννοια, είναι οι ισχυρισμοί από τα άρθρα 30 και 31 § 2 του ΠΚ περί πραγματικής και νομικής πλάνης. Από το άρθρο 30 §§ 1 και 2 του ΠΚ, που ρυθμίζει τη σε οντολογικό επίπεδο αποκλείουσα το δόλο πραγματική πλάνη, ήτοι την άγνοια ή την εσφαλμένη αντίληψη κάποιου ουσιαστικού όρου της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει τη βαρύτητά του, συνάγεται ότι το κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι, ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένα τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιάς του ή της εσφαλμένης αντίληψής του, ενώ κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 31 § 2 ΠΚ, που χαρακτηρίζει την πλάνη αυτή, όχι ως περίπτωση αποκλεισμού της υπαιτιότητας, όπως συμβαίνει επί της πραγματικής πλάνης, που αποκλείει το δόλο του δράστη, αλλά ως περίπτωση ανθρωπίνως μη φευκτής υπαιτιότητας, δηλαδή ως λόγο συγγνώμης του υπαιτίως πράξαντος, συγγνωστή νομική πλάνη υφίσταται, όταν ο δράστης πλανάται ως προς τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του, υπολαμβάνει δηλαδή πεπλανημένα, ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη του, την πλάνη του δε αυτή δεν μπορούσε να τη διαγνώσει, έστω και αν κατέβαλλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ωστόσο, απαραίτητα στοιχεία του τελευταίου αυτού ισχυρισμού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές του ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
  6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 873/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα : Ο Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών (ΟΑΣ), μετά από σχετική δημοπρασία και δυνάμει της από 19 Μαΐου 1993 συμβάσεως, ανέθεσε στην εταιρία με την επωνυμία "SELMO ΑΕ", που αναδείχθηκε μειοδότης, την πώληση στο επιβατικό κοινό εισιτηρίων και καρτών απεριόριστων διαδρομών (κουπονιών) των Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών. Η ανάθεση αυτή έγινε με βάση το άρθρο 11 § 1 του ν. 2.078/1992 για λογαριασμό και με δαπάνες των Συγκοινωνιών Επιχειρήσεων (ΣΕΠ), η δε χρονική διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε τριετής, με έναρξη την 1η Ιουλίου
  7. Στη συνέχεια με το ν.δ. 2.175/22.12.1993 ιδρύθηκε ο Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ) και ο ΟΑΣ έπαυσε να υφίσταται, ενώ οι ΣΕΠ διαλύθηκαν, στα δε δικαιώματα και αντίστοιχα στις υποχρεώσεις αυτών υπεισήλθε αυτοδικαίως ως ειδικός διάδοχος ο ΟΑΣΑ (άρθρο 3 του άνω ν.δ.). Ο τελευταίος, μετά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως, την 1η Ιουλίου 1994 κατήρτισε την ομοίου περιεχομένου σύμβαση με την εταιρία με την επωνυμία "SELMO ΑΕ", στην οποία και ανέθεσε εκ νέου για λογαριασμό και με δαπάνες της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΕΛ ΑΕ" την εκτέλεση του ίδιου έργου της διακίνησης εισιτηρίων και καρτών απεριόριστων διαδρομών. Η διάρκεια της δεύτερης αυτής συμβάσεως ορίστηκε έως τις 31.12.
  8. Ως αμοιβή της ανάδοχης εταιρίας, την οποία εκπροσωπούσε ο (αναιρεσείων) πρώτος κατηγορούμενος Χ1 , καθορίστηκε ποσοστό επί των πωλήσεων, ανερχόταν δε αυτό, για την πρώτη σύμβαση σε 1, 77% επί της ονομαστικής αξίας κάθε πωλούμενου εισιτηρίου και σε 3, 33% επί της ονομαστικής αξίας των καρτών απεριόριστων διαδρομών και για τη δεύτερη σύμβαση σε 1, 47% και 90 δραχμές, αντίστοιχα. Σύμφωνα με ρητό όρο των συμβάσεων αυτών (άρθρο 7 § 3 και 7 § 4), τα χρήματα που εισέπραττε η ανάδοχος εταιρία από την πώληση των εισιτηρίων και των καρτών απεριόριστων διαδρομών, αρχικά για λογαριασμό του ΟΑΣ και στη συνέχεια του ΟΑΣΑ, όφειλε αυτή να καταθέτει, μετά την αφαίρεση των δικαιωμάτων της, που αντιστοιχούσαν στα ως άνω συμβατικά καθορισμένα ποσοστά, στον υπ' αριθ. ........ τραπεζικό λογαριασμό του ΟΑΣ και του ΟΑΣΑ, αντίστοιχα, που διατηρούσαν στην Τράπεζα Αττικής και είχε γνωστοποιηθεί σε αυτή. Επίσης, σύμφωνα με ρητό όρο της συμβάσεως, η κατάθεση των χρημάτων από μέρους της αναδόχου εταιρίας έπρεπε να γίνει μετά παρέλευση δέκα ημερών, όσον αφορά την πρώτη σύμβαση, και πέντε ημερών όσον αφορά τη δεύτερη σύμβαση, και αναφερόταν στις πωλήσεις εισιτηρίων, που είχαν πραγματοποιηθεί δέκα και πέντε ημέρες, αντίστοιχα, πριν την κατάθεση, ενώ η κατάθεση από την πώληση απεριόριστων διαδρομών (κουπονιών) θα έπρεπε να γίνεται τη δέκατη ημέρα κάθε μήνα για τις πωλήσεις, που είχαν πραγματοποιηθεί τον προηγούμενο μήνα. Για τον έλεγχο της διακινήσεως των εισιτηρίων και της καταθέσεως των χρημάτων από την πώληση αυτών (εισιτηρίων) και των κουπονιών είχε συσταθεί από τον ΟΑΣΑ ειδική τριμελής επιτροπή, την οποία συγκροτούσαν υπάλληλοί του (Γ1, Γ2 και Γ3). Έργο της επιτροπής αυτής ήταν ο έλεγχος των πωλήσεων των εισιτηρίων και ο υπολογισμός των χρηματικών ποσών, που εισέπραττε η ανάδοχος εταιρία με βάση τις πωλήσεις που πραγματοποιούσε, και έπρεπε να καταθέτει στο συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, μετά την αφαίρεση των αναλογούντων δικαιωμάτων της. Ακόμη, η ανάδοχος εταιρία είχε τη συμβατική δέσμευση να παραδίδει στην ως άνω επιτροπή το καταθετήριο της τράπεζας, αποδεικτικό της κατάθεσης στο όνομα και για λογαριασμό του ΟΑΣ και του ΟΑΣΑ, αντίστοιχα, των χρηματικών ποσών, προκειμένου να χορηγηθεί σε αυτή (ανάδοχο εταιρία) η επόμενη σειρά - παρτίδα εισιτηρίων προς νέα διάθεση. Το μήνα Μάρτιο του 1996 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος του λογιστηρίου των οικονομικών υπηρεσιών του ΟΑΣΑ ο εξετασθείς μάρτυρας κατηγορίας Δ
  9. Αυτός, στα πλαίσια του οικονομικού ελέγχου που διενήργησε, διαπίστωσε οφειλή της αναδόχου εταιρείας με την επωνυμία "SELMO ΑΕ" προς τον ΟΑΣΑ, συνολικού ποσού 721.701.359 δραχμών, που προερχόταν από τη διάθεση εισιτηρίων και κουπονιών, που αυτή όφειλε να έχει καταθέσει υπέρ του ΟΑΣ και του ΟΑΣΑ. Η χρηματική αυτή διαφορά, που επαληθεύτηκε στη συνέχεια από τους ορκωτούς λογιστές Ζ1 και Ζ2, εμφανίστηκε μετά τη σύγκριση των οικείων καταστάσεων, που η Επιτροπή Κομίστρου έστειλε στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) του ΟΑΣΑ με τα αντίγραφα κινήσεως του λογαριασμού της Τράπεζας Αττικής, που καταθέτονταν από την εταιρία με την επωνυμία "SELMO AΕ" και αποτελούσε το προϊόν από την πώληση των εισιτηρίων. Το αποτέλεσμα του οικονομικού ελέγχου, ήτοι αυτό του ελλείμματoς των 721.701.359 δραχμών, γνωστοποιήθηκε στον Πρόεδρο και Γενικό Διευθυντή του ΟΑΣΑ την 7η Μαΐου
  10. Αμέσως κλήθηκαν από τον Πρόεδρο και το Γενικό Διευθυντή τα μέλη της οικείας Επιτροπής, προκειμένου να παραδώσει αυτή τα παραστατικά εκείνα έγγραφα, που δικαιολογούσαν το έλλειμμα. Από τα παραστατικά αυτά έγγραφα διαπιστώθηκε, ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις προσκομίζονταν στην Επιτροπή Κομίστρου, ως παραστατικά καταθέσεως των χρηματικών ποσών, αντί για τα καταθετήρια έγγραφα της Τράπεζας Αττικής, σώματα επιταγών σε φωτοτυπίες, στα πρωτότυπα των σωμάτων των οποίων έφεραν την ένδειξη "παρελήφθη", που ετίθετο από όργανα - υπαλλήλους του λογιστηρίου του ΟΑΣΑ, μεταξύ των οποίων, κατά κύριο λόγο, και του δευτέρου κατηγορούμενου Χ2, ο οποίος το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσε στην Δ.Ο.Υ. του ΟΑΣΑ και ήταν υπεύθυνος για τη διακίνηση των επιταγών του Οργανισμού και την παρακολούθηση των Τραπεζικών Λογαριασμών. Η ανάδοχος εταιρία με την επωνυμία "SELMO AE", έχοντας την ανοχή του Ζ3, οικονομικού διευθυντού της Δ.Ο.Υ. του ΟΑΣΑ, παρέδινε στη συνέχεια στο δεύτερο κατηγορούμενο και σε άλλους υπαλλήλους της, ως Διεύθυνσης, επιταγές αντίστοιχων ποσών, που είχε υποχρέωση με βάση τη σύμβαση να καταθέτει στην Τράπεζα Αττικής, ο δε κατηγορούμενος αυτός υπέγραφε, ότι παραλήφθηκαν οι επιταγές και ακολούθως παρέδινε φωτοτυπίες τους στον κομίζοντα το πρωτότυπο υπάλληλο της εταιρίας με την επωνυμία "SELMO ΑΕ". Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, όταν κλήθηκε από τον Πρόεδρο του Οργανισμού, παρουσία των Ορκωτών Λογιστών Ζ1 και Ζ2 και του οικονομικού διευθυντή Ζ3, όχι μόνο παραδέχθηκε την παραλαβή των επιταγών αντί των καταθετηρίων και στη συνέχεια αποκάλυψε, ότι στο χρηματοκιβώτιο του Οργανισμού υπήρχε αριθμός επιταγών εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "SELMO AE", τις οποίες παρέδωσε έπειτα στον προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας Ζ
  11. Οι επιταγές, που φυλάσσονταν στο χρηματοκιβώτιο, 25 τον αριθμό, και αντιπροσώπευαν συνολική αξία 720.701.359 δραχμών, όση η οφειλή της εταιρίας με την επωνυμία "SELMO AΕ" προς τον ΟΑΣΑ, δεν είχαν εμφανισθεί στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή. Οι επιταγές αυτές είχαν εκδοθεί στο χρονικό διάστημα από 27.2.1996 έως 4.11.1996, αναφέρονται δε λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας. Ο κατηγορούμενος Χ2, παρά το παράτυπο του τρόπου της παραλαβής των ως άνω επιταγών, αφού, λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας και της θέσεώς του γνώριζε, ότι έπρεπε να παραλαμβάνει μόνο τα καταθετήρια της Τράπεζας Αττικής, δεν εμφάνισε τις επιταγές αυτές προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά εξακολουθούσε να τις φυλάσσει στο χρηματοκιβώτιο του Οργανισμού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, ώστε πλέον να καθίσταται αδύνατη η πληρωμή τους και εξ αυτού του γεγονότος η πρόκληση ζημίας στην περιουσία του ΟΑΣΑ, που ανέρχεται στο ποσό των 550.215.933 δραχμών για την πρώτη σύμβαση και στο ποσό των 170.485.426 δραχμών στη δεύτερη σύμβαση. Περαιτέρω, είναι αληθές, ως αποδειχθέν πραγματικό γεγονός, ότι ο τρόπος εκτελέσεως των συμβάσεων, όπως αναφέρθηκε, από μέρους της αναδόχου εταιρείας με την επωνυμία "SELMO AE" είχε καθιερωθεί τουλάχιστον από το μήνα Δεκέμβριο του 1995, όμως τούτο δεν είναι ικανό να αποσείσει τις ευθύνες των προσώπων εκείνων, που σε γνώση τους, παρεξέκλιναν από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Βέβαια, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 δεν ενήργησε αυτοβούλως, αλλά τον προέτρεψε ο έχων προς τούτο ίδιο συμφέρον συγκατηγορούμενός του Χ1, στον οποίο προκάλεσε οπωσδήποτε την απόφαση να παρακρατεί τις ως άνω επιταγές και να μην τις εμφανίζει, ως όφειλε, εντός της νόμιμης προθεσμίας, ζημιώνοντας με τη συμμετοχική του αυτή δράση, την περιουσία του ΟΑΣΑ και της ΕΘΕΛ κατά το ποσό των 720.701.359 δραχμών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και κυρίου μετόχου της εταιρίας με την επωνυμία "SELMO AE" παράνομα ιδιοποιήθηκε το ποσό των 720.701.359 δραχμών που αντιπροσώπευε την αξία των 25 επιταγών, οι οποίες τελικά δεν εμφανίστηκαν προς πληρωμή, γιατί ήσαν ακάλυπτες. Το ποσόν αυτό, που όπως ειπώθηκε, κάλυπτε την αξία των εισιτηρίων και κουπονιών, που διέθεσε η ανάδοχος εταιρία και οπωσδήποτε εισέπραξε, ανήκε κατά κυριότητα κατά τα επιμέρους ποσά στον ΟΑΣΑ και στην ΕΘΕΛ ΑΕ και περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου Χ1, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή, δυνάμει των άνω δύο συμβάσεων του ΟΑΣΑ και της ΕΘΕΛ ΑΕ, από την πώληση ίσης αξίας εισιτηρίων και κουπονιών των αστικών συγκοινωνιών Αθηνών, το οποίο (ποσό) επανειλημμένα ζητήθηκε από αυτόν. Ο ίδιος κατηγορούμενος Χ1, με την αναφερθείσα ιδιότητά του, παραδέχθηκε και κατά την απολογία του στο ακροατήριο του Εφετείου, το ύψος του ελλείμματος και αντίστοιχα την οφειλή της εταιρείας από 720.701.359 δραχμές, αρνήθηκε όμως ότι αυτός ιδιοποιήθηκε το ποσόν τούτο, ισχυριζόμενος, ότι αυτό διατέθηκε εξ ολοκλήρου για την αντιμετώπιση οικονομικών αναγκών, που αφορούσαν την καλή από μέρους του εκτέλεση του έργου, που αυτός είχε αναλάβει. Ο σχετικός, όμως, περί τούτου αυτοτελής ισχυρισμός είναι χωρίς έννομη επιρροή, κυρίως γιατί ο ίδιος δεσμευόταν ρητά από συμβατικό όρο να καταθέτει σε ορισμένες, περιοριστικά γι' αυτόν καθοριζόμενες, χρονολογίες, το ισάξιο των πωλουμένων εισιτηρίων και καρτών απεριορίστων διαδρομών και σε καμία περίπτωση δεν υφίστατο υπέρ της αναδόχου εταιρίας δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του τιμήματος αυτών για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, ακόμα και αν αυτός αφορούσε το επίδικο έργο. Οπωσδήποτε δε, υπήρξε παράνομη ιδιοποίηση από μέρους του πρώτου κατηγορούμενου του ποσού των 720.701.359 δραχμών, που ενσωμάτωσε στην περιουσία του, και κατά το ισάξιο ποσό ζημιώθηκε, τόσο ο ΟΑΣΑ, όσο και η ΕΘΕΛ ΑΕ, κατά τα επιμέρους ποσά που αναφέρθηκαν, όχι όμως και κατά το ποσό των 98.096.099 και 141.824.732 δραχμών, που εισέπραξε ο ΟΑΣΑ με την κατάπτωση εγγυητικών επιστολών. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, προς εξασφάλιση της πιο πάνω απαιτήσεως του ΟΑΣΑ και της ΕΘΕΛ ΑΕ, ύστερα από απαίτησή τους, παρέδωσε σε αυτούς επιταγή ύψους 720.000.000 δραχμών, πληρωτέα την 31η Μαΐου του 1997, αλλά αυτή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Το αναφερόμενο ποσό των 720.701.359 δραχμών, που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος, ήταν οπωσδήποτε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με τις σημερινές ακόμη οικονομικές συνθήκες, πολύ περισσότερο δε αν το ποσό των 720.701.359 δραχμών αναχθεί σε τιμές μονάδος του
  12. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 γνώριζε, λόγω της ιδιότητάς του ως Προέδρου και κυρίου μετόχου της εταιρίας με την επωνυμία "SELMO AE", όχι μόνο τη νομική μορφή του ΟΑΣΑ και της ΕΘΕΛ ΑΕ, αλλά και τη σχέση τους με το Ελληνικό Δημόσιο, αφού ο οργανισμός και η εταιρία αυτή αποτελούσαν δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, που ανήκαν στο Κράτος, εξυπηρετούσαν δε με αποκλειστική εκμετάλλευση τις δημόσιες συγκοινωνίες, επιχορηγούμενες και χρηματοδοτούμενες από τούτο (άρθρ. 1 και 2 του ν. 2.414/1996). Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν δικαιολογούταν η πρόκληση πλάνης στον πρώτο κατηγορούμενο ως προς το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί τα χρήματα, που εισέπραττε από την πώληση των εισιτηρίων και κουπονιών για την εκτέλεση του έργου, που είχε αναλάβει και το οποίο απέβη σε όφελος του ΟΑΣΑ και της ΕΘΕΛ ΑΕ, αφού ο ίδιος, με τη ρηθείσα ιδιότητά του, γνώριζε καλλίτερα από κάθε άλλο τις συμβατικές υποχρεώσεις της εταιρίας του, που εξαντλούνταν στην παρακατάθεση των ποσών, που εισέπραττε, και σε καμία περίπτωση στη διάθεσή τους για αλλότριους σκοπούς. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεύτερου κατηγορούμενου Χ1 α) περί πραγματικής του πλάνης ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του ν. 1.608/1950 (άρθρο 30 § 2 του ΠΚ), και β) περί συγγνωστής νομικής του πλάνης (άρθρο 31 § 2 του ΠΚ), κήρυξε αυτόν ένοχο υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, αντικείμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές, σε βάρος της περιουσίας του ΟΑΣΑ και της ΕΘΕΛ ΑΕ, οι οποίες αποτελούσαν δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, με αποκλειστική εκμετάλλευση των μέσων συγκοινωνίας, που επιχορηγούνται και χρηματοδοτούνται από το Κράτος, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 εδαφ. ε του ΠΚ, και επέβαλε σε αυτόν ποινή καθείρξεως ένδεκα

(11)ετών.
  1. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1 α, 27 § 1, 98, 375 §§ 1 και 2 του ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1.608/1950, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 5 του ν. 1.738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1.887/1990, και 36 του ν. 2.172/1993, και 4 § 3 του ν. 2.408/1996, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ επί πλέον διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία και για τους προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 και απορριφθέντες ισχυρισμούς του α) περί πραγματικής πλάνης κατά το άρθρο 30 § 2 του ΠΚ ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του ν. 1.608/1950, που επαύξανε το αξιόποινο της πράξης της (κακουργηματικής) υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές σε βάρος της περιουσίας του ΟΑΣΑ και της ΕΘΕΛ ΑΕ, την οποία διέπραξε, και β) περί συγγνωστής νομικής του πλάνης, κατά το άρθρο 31 § 2 του ΠΚ, παρότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, όπως προτάθηκε, ήταν αόριστος, διότι δεν αναφερόταν σε αυτόν η προσωπική κατάσταση του δράστη (ηλικία, πνευματικές ικανότητες, επάγγελμα, η προσπάθεια που κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο κλπ.), για να μπορεί να κρίνει το Δικαστήριο της ουσίας, με τη στάθμιση των προσωπικών αυτών στοιχείων, αν ο ισχυρισμός ήταν αληθινός ή προσχηματικός, και, ως εκ τούτου αυτό δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή του. Τούτο δε, περαιτέρω, διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ότι προσδιορίζονταν στην πληττόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, δεν απαιτείτο δε αναλυτική παράθεσή τους και του τι προκύπτει από το καθένα, ενώ δεν ήταν αναγκαία ούτε η αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε το Δικαστήριο υποχρεούταν να απαντήσει ή να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση στους προβληθέντες από τούτον κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, αφού η αιτιολογία για τους ισχυρισμούς του αυτούς (μη ενσωμάτωση των υπεξαιρεθέντων στην περιουσία του, έλλειψη δόλου υπεξαιρέσεως κλπ.) περιλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Επομένως, οι προβαλλόμενοι με τον πρώτο λόγο λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως, από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
  2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 § 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν στα συντασσόμενα πρακτικά της δημοσίας συζήτησης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρισθεί το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ, παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο συνιστά μεταξύ άλλων και η κατά παράβαση των άρθρων 329 και 331 του ίδιου Κώδικα μη ανάγνωση των εγγράφων εκείνων, τα οποία αναφέρονται στην ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 364 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον ως άνω αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώστηκαν, και τα εξής : 1) Οι αγωγές της εταιρίας με την επωνυμία "SELMO AE" κατά του ΟΑΣΑ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) οι εξάμηνες καταστάσεις της Επιτροπής Παρακολούθησης Συμβάσεων Διακίνησης Εισιτηρίων και Κουπονιών προς τον ΟΑΣΑ, 3) οι ενημερωτικές καταστάσεις της εταιρίας "SELMO AE" προς τον ΟΑΣΑ, 4) η οικονομική προσφορά "SELMO AE", 5) οι μηνιαίες (αναλυτικές) καταστάσεις διακίνησης εισιτηρίων από την εταιρία "SELMO AE" προς τον ΟΑΣΑ, και 6) ο φάκελος ....... με στοιχεία, προγράμματα, αποδεικτικά της ζημίας της εταιρίας "SELMO AE". Με τα στοιχεία, όμως, τα οποία παρατίθενται στην απόφαση για καθένα από αυτά, προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των εγγράφων αυτών (για την ανάγνωση των οποίων δεν προέβαλε αντίρρηση ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος) και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία σχετικά με το ποια έγγραφα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, εφόσον με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, που είχε έτσι πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 510 § 1 περ. Α' και Γ' του ΚΠΔ, δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα και παραβίασε τις περί δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
  3. Επειδή, μετά από όλα αυτά, πρέπει και η αίτηση αναίρεσης του Χ1 να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 24 Μαΐου 2006 και 24 Μαΐου 2006 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, καθώς και τους από 15.9.2006 πρόσθετους λόγους του δεύτερου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 873/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.