Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 310 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη. Περίληψη: Απάτη Ιδιαίτ. Μεγάλης αξίας από 1ο και Απλή Συνέργεια 2 ου στην Απάτη του πρώτου - 386 παρ.1 ΠΚ.
- Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων νόμου.
- Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεις για έλλειψη ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Αριθμός 310/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Β. Τ. του Σ. και 2) Ν. Τ. του Π., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσοβόλα, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 960/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον L. B. του V., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Απριλίου 2015 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 497/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος, και προβαίνει με πράξη παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον προς το σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον. Όταν, όμως, εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη, που είχε από πριν ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του, στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού όπως αναφέρθηκε δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 960/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, ένοχοι, απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βαθμό πλημμελήματος ο πρώτος Β. Τ. και απλής συνέργειας στην απάτη του πρώτου ο δεύτερος αναιρεσείων Ν. Τ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά πιστή μεταφορά πραγματικά περιστατικά: "Από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2007 η L. Β., μητέρα του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην οικία που διέμεναν, στο ..., οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Β. Τ. και Ν. Τ., παράλληλα δε κάθε δεκαπέντε ημέρες μετέβαινε στην εν λόγω οικία τους και η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος E. B. και σιδέρωνε τα ρούχα τους. Στα πλαίσια της εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε από την παραπάνω εργασιακή σχέση και των συζητήσεων που γίνονταν μεταξύ τους, ο πρώτος κατηγορούμενος αντιληφθείς ότι ο εγκαλών L. B. του V., επιθυμούσε να μεταβεί στις Η.Π.Α. για να εργαστεί με καλλίτερες συνθήκες εργασίας και αμοιβής απ' ότι στην Ελλάδα, δεδομένου ότι όλη η οικογένεια Β. (ο πατέρας ,η μητέρα, ο πολιτικώς ενάγων και η σύζυγος του) οι οποίοι είναι Αλβανοί υπήκοοι βρίσκονται και εργάζονται στην Ελλάδα, ως οικονομικοί μετανάστες , από το έτος 1996, συνέλαβε σχέδιο εξαπάτησής του. Γι' αυτό κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2007, ανέφερε στην μητέρα του εγκαλούντα, ότι είχε την δυνατότητα μέσω γνωριμιών που διέθετε τόσο στην Ελλάδα όσο και στις Η.Π.Α., να εκδώσει VISA για τον εγκαλούντα και τα μέλη της οικογένειάς του προκειμένου να μεταβούν για να εργασθούν νόμιμα στις Η.Π.Α. και έτσι να έχουν μια πολύ καλλίτερη ζωή. Τα ίδια ακριβώς επανέλαβε και στον εγκαλούντα, όταν, μετά την παραπάνω συζήτηση που είχε ο πρώτος κατηγορούμενος με την μητέρα του τελευταίου, αυτή μετέφερε στον γιο της το περιεχόμενο των μεταξύ τους διαμειφθέντων και αυτός (εγκαλών) μετέβη στην οικία των δύο πρώτων κατηγορουμένων για να μάθει περισσότερα και να συζητήσουν μαζί πλέον τις λεπτομέρειες του σχεδίου μετανάστευσής του στις Η.Π.Α. Εκεί, στην οικία των δύο πρώτων κατηγορουμένων, κατά την συζήτηση που είχαν μεταξύ τους, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε στον εγκαλούντα ότι για να υλοποιηθεί η έκδοση της visa και της πράσινης κάρτας, απαιτείτο η καταβολή εκ μέρους του 27.000 ευρώ. Σημειώνεται ότι, κατά την διάρκεια της συζήτησης αυτής μεταξύ του εγκαλούντος και του α' κατηγορουμένου παρευρισκόταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος επιβεβαίωσε τα όσα ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος στον εγκαλούντα περί των γνωριμιών του και της δυνατότητάς του μέσω αυτών να εκδοθεί VISA επ' ονόματι του και της οικογένειάς του για μετάβαση και εργασία στις ΗΠΑ. Ο εγκαλών, ο οποίος κατά το παρελθόν είχε ανεπιτυχώς επιχειρήσει να μεταβεί ΗΠΑ, επιθυμώντας διακαώς να υλοποιήσει το όνειρο της ζωής του, ευθύς αμέσως εμπιστεύτηκε τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος, σημειωτέον, προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη της οικογένειας Β. φερόταν πάντοτε φιλικά και γενναιόδωρα προς την μητέρα και την σύζυγο του εγκαλούντος, προσφέροντάς τους ρούχα, τρόφιμα και γλυκά. Έτσι, αφού συγκέντρωσε από τις οικονομίες του και από άλλους συγγενείς του το ποσό των 27.000 ευρώ, το παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο, μαζί με διάφορα άλλα έγγραφα (ΑΦΜ, διαβατήρια, φωτογραφίες κλπ) που του ζήτησε ο πρώτος κατηγορούμενος, (ώστε το όλο εγχείρημα να φαίνεται πειστικό) και ανέμενε την έκδοση της VISA. Κατά το Πάσχα 2008, ο πρώτος κατηγορούμενος ανακοίνωσε στον εγκαλούντα ότι με τα δεδομένα που είχε στην διάθεσή του δεν μπορούσε να εκδοθεί VISA, πλην όμως τούτο μπορούσε να γίνει για λόγους υγείας του ανηλίκου τέκνου του, ότι δηλαδή το τέκνο του είναι (δήθεν) άρρωστο και έπρεπε να μεταβούν στις ΗΠΑ για θεραπεία του. Γι' αυτό του παρέδωσε ένα "ιατρικό έγγραφο" και τον παρότρυνε να μεταβούν στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα προσκομίζοντας και αυτό το έγγραφο, όπου τον διαβεβαίωσε ότι όλα πλέον ήσαν έτοιμα και απέμενε η υπογραφή κάποιων εγγράφων. Ωστόσο, παρά το "ιατρικό έγγραφο" που προσκόμισε ο εγκαλών στην πρεσβεία το αίτημά του έκδοσης VISA απορρίφθηκε. Μετά ταύτα ο εγκαλών άρχισε να ζητεί την επιστροφή των χρημάτων του, όμως ο πρώτος κατηγορούμενος αποσκοπώντας να διατηρήσει το ποσό των 27.000 ευρώ που είχε αποσπάσει κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, καθησύχασε τον εγκαλούντα ότι θα του επιστρέφει τα χρήματα και εν συνεχεία του πρότεινε αντί για τις ΗΠΑ να ενεργήσει ώστε να μεταβούν στον Καναδά. Γι' αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τους θερινούς μήνες 2008 , απευθύνθηκε στον γνωστό του Ι. Χ. (γ' κατηγορούμενο), ο οποίος γνώριζε τον τέταρτο κατηγορούμενο Σ. Κ. που είχε στον Καναδά έναν εξάδελφο ονόματι Γ. Ε., με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά ο εγκαλών, πλην όμως ουδέν ευοδώθηκε εν τέλει. Μάλιστα, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, στην προσπάθειά του να ενημερωθεί από την Καναδική Πρεσβεία για την τύχη της αιτήσεώς του, "τους πέρασαν για τρελούς και ουδεμία απάντηση έλαβαν". Έκτοτε ο πρώτος κατηγορούμενος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εγκαλούντα για την επιστροφή του ποσού των 27.000 ευρώ, ουδέν ποσό του έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε πλήρως ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι, μέσω γνωριμιών που διέθετε τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ΗΠΑ, είχε τη δυνατότητα να εκδώσει VISA στον εγκαλούντα και στα μέλη της οικογένειάς του, προκειμένου αυτοί να μεταβούν για να εργασθούν νόμιμα στις ΗΠΑ και έτσι τον έπεισε να του καταβάλει το ποσό των 27.000 ευρώ που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ωφελώντας έτσι την περιουσία του με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτός ουδεμία τέτοια δυνατότητα είχε, την οποία (αλήθεια) αν γνώριζε ο εγκαλών ουδέποτε θα του κατέβαλε το ποσό αυτό. Στην παραπάνω εξαπάτηση που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος σε βάρος του εγκαλούντα, η συμμετοχή του δευτέρου κατηγορουμένου, έχει την μορφή της απλής συνέργειας, αφού η όλη παρουσία και εμπλοκή του στην ένδικη υπόθεση, περιορίζεται τόσο στο γεγονός της παρουσίας του κατά τις σχετικές συζητήσεις που έλαβαν χώρα στην οικία τους μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του εγκαλούντα, με την οποία (παρουσία του) ενίσχυε ψυχικά τον πρώτο κατηγορούμενο στην υλοποίηση της απόφασής του να εξαπατήσει τον εγκαλούντα, όσο και στην διαβεβαίωση που παρείχε στον τελευταίο περί των δυνατοτήτων του πρώτου κατηγορουμένου να υλοποιήσει μέσω των γνωριμιών του την έκδοση VISA. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στην απάτη που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού αυτούς στην όλη υπόθεση ενέπλεξε κατά τους θερινούς μήνες του έτους 2008 ο πρώτος κατηγορούμενος, όταν δηλαδή αυτός είχε ήδη τελέσει την άδικη πράξη του και κατά την τελική προσπάθειά του να αποφύγει την επιστροφή των 27.000 ευρώ στον εγκαλούντα, επιχειρώντας να στρέψει την επιδίωξη του για μετανάστευση στην Αμερική, σε άλλη χώρα, τον Καναδά, μέσω του ανωτέρω γνωστού του γ' κατηγορουμένου, ο οποίος απευθύνθηκε στον επίσης γνωστό του δ' κατηγορούμενο. Επομένως, με βάση τα περιστατικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει: α) ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, ήτοι της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, β) ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή κατηγορίας, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της απλής συνέργειας στην πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, αντί της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργίαν". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξεν ενόχους τους δύο κατηγορουμένους του ότι: "Α. Τον α' κατηγορούμενο Β. Τ. ένοχο, του ότι: Στην …το Σεπτέμβριο του έτους 2007, σε χρόνο που δεν μπόρεσε να εξακριβωθεί επακριβώς κατά την προκαταρκτική εξέταση, που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η ζημία δε που προκλήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα, με σκοπό να εξοικονομήσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα L. B. του V., κάτοικο ... (...), ότι είχε τη δυνατότητα μέσω γνωριμιών που διέθετε τόσο στην Ελλάδα όσο και στις Η.Π.Α. να εκδώσει VISA στον εγκαλούντα και τα μέλη της οικογένειας του προκειμένου να μεταβούν για να εργασθούν νόμιμα στις Η.Π.Α. και στην συνέχεια στον Καναδά ώστε να μεταβεί εκεί με την οικογένεια του, και με τον τρόπο αυτό έπεισε τον ως άνω εγκαλούντα να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 27.000 ευρώ, ωφελώντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία του κατά το παραπάνω ποσό, με ισόποση ζημία της περιουσίας του εγκαλούντα, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ο οποίος εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να του εκδώσει VISA για τις Η.Π.Α., δεν θα κατέβαλε το παραπάνω ποσό. Β. Τον κατηγορούμενο Ν. Τ., ένοχο του ότι με πρόθεση παρείχε στον πρώτο κατηγορούμενο Β. Τ. οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που αυτός διέπραξε ως αναφέρεται παραπάνω και συγκεκριμένα στην … κατά τον Σεπτέμβριο 2007 παρευρισκόταν κατά τις σχετικές συζητήσεις που έλαβαν χώρα στην οικία τους μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του εγκαλούντα περί της δυνατότητας που είχε ο πρώτος κατηγορούμενος μέσω των γνωριμιών που διέθετε στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ, να εκδώσει VISA για τον εγκαλούντα και την οικογένειά του, ενισχύοντας έτσι με την παρουσία του ψυχικά τον πρώτο κατηγορούμενο στην υλοποίηση της απόφασής του να εξαπατήσει τον εγκαλούντα και διαβεβαιώνοντας τον τελευταίο περί των δυνατοτήτων του πρώτου κατηγορουμένου να υλοποιήσει μέσω των γνωριμιών του την έκδοση VISA γι' αυτόν και την οικογένειά του προκειμένου να μεταναστεύσουν νομίμως στις ΗΠΑ. Στην πράξη αυτή προέβηκε γνωρίζοντας την πρόθεση του πρώτου κατήγορου (Β.Τ.) να εξαπατήσει τον εγκαλούντα για να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 27.000 ευρώ, ωφελώντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία του κατά το παραπάνω ποσό, με ισόποση ζημία της περιουσίας του εγκαλούντα, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ο οποίος (εγκαλών) εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να του εκδώσει VISA για τις Η.Π.Α., δεν θα κατέβαλε το παραπάνω ποσό". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για τον πρώτο αναιρεσείοντα και απλής συνέργειας στην απάτη αυτή του δεύτερου αναιρεσείοντος, για τις οποίες πράξεις καταδικάσθηκαν αυτοί, εκθέτει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 47 παρ.1 , 386 παρ.1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των δύο αναιρεσειόντων, από το άνω αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται και συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο, α) επαρκώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατηγορούμενος Β. Τ. παρέστησε ψευδώς στον αλλοδαπό εγκαλούντα, Αλβανό υπήκοο, ότι είχε γνωριμίες και τη δυνατότητα να επιτύχει την έκδοση βίζας και πράσινης κάρτας γι' αυτόν και την οικογένειά του για μετανάστευση σε ΗΠΑ και πέτυχε να του καταβάλει το ποσό των 27.000 ευρώ, που δεν επέστρεψε, ενώ η αλήθεια ήταν ότι αυτός ουδεμία τέτοια δυνατότητα είχε και σκοπό είχε να εξαπατήσει τον εγκαλούντα για να του αποσπάσει το άνω χρηματικό ποσό, και να ωφελήσει την περιουσία του σε βάρος του εγκαλούντος, πράγμα που πέτυχε, β) κατά τις παραδοχές, η παρασχεθείσα εκ μέρους των κατηγορουμένων διαβεβαίωση στον εγκαλούντα ότι ο από αυτούς φυσικός αυτουργός έχει δυνατότητα να επιτύχει την έκδοση βίζας για ΗΠΑ, δεν πρόκειται για παράσταση ενός απλού εσωτερικού γεγονότος ως αληθινού και για απλή ανάληψη συμβατικής υποχρέωσης εκπλήρωσής της στο μέλλον, αλλά πρόκειται για γεγονός, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού οι άνω απλές υποσχέσεις και συμβατικές υποχρεώσεις έκδοσης βίζας, συνοδεύθηκαν ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων και δη της προσωπικής δυνατότητας έκδοσης στον εγκαλούντα και τα μέλη της οικογενείας του βίζας για ΗΠΑ με γνωριμίες, γεγονότα που αναφέρονται στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης, της δυνατότητας του αναιρεσείοντος αυτουργού για έκδοση βίζας, που γνώριζε ότι δεν είχε αυτή τη δυνατότητα και είχε από πριν ειλημμένη την απόφαση να παραπλανήσει τον παθόντα και να καρπωθεί το αιτηθέν και καταβληθέν σε αυτόν ποσό των 27.000 ευρώ, οπότε και θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης, γ) αιτιολογείται ότι ο πρώτος αναιρεσείων απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο ποσό των 27.000 ευρώ, που απέσπασε από τον παραπλανηθέντα εγκαλούντα αλλοδαπό, με αντίστοιχη ισόποση ζημία του τελευταίου, ζημία που εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο ως ιδιαίτερα μεγάλη, ενώ το ύψος της ζημίας ανήκει στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, δ) όσον αφορά την καταδίκη του δεύτερου αναιρεσείοντος Ν. Τ., ως απλού συνεργού στην παραπάνω απάτη του πρώτου φυσικού αυτουργού, δεν συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, διότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συμπληρούμενο παραδεκτά από το διατακτικό, εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει όχι μόνον η απλή παρουσία του δεύτερου αναιρεσείοντος Ν. Τ. κατά τις συζητήσεις φυσικού αυτουργού και παθόντος, στις οικίες και των δύο κατηγορουμένων, κατά τη διάπραξη της απάτης, η οποία αναφέρεται στην απόφαση, ως πράξη συνδρομής του, αλλά εκτίθενται και περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παρουσία αυτού κατά τη διάπραξη της απάτης, ήταν ενεργός, δηλαδή εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει αφενός ότι με τη παρουσία αυτού ενθάρρυνε ψυχικά την υλοποίηση και τέλεση της πιο πάνω πράξεως εξαπάτησης από τον αυτουργό σε βάρος του εγκαλούντος, αφετέρου δε ότι διαβεβαίωσε τον παθόντα περί των δυνατοτήτων του πρώτου φυσικού αυτουργού να υλοποιήσει δήθεν μέσω των γνωριμιών του την έκδοση βίζας, γνωρίζοντας την πρόθεση του πρώτου συγκατηγορουμένου του να εξαπατήσει τον εγκαλούντα για να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 27.000 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε ο εγκαλών. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται από τους δύο αναιρεσείοντες η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και η έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, με το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόµενου στον κατηγορούµενο από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώµατος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά µε το αποδεικτικό αυτό µέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση: α) όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, (σελ. 14-15) μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "8 )Το αντίγραφο Τραπεζικού Λογαριασμού ΑLPHA
(1)9 ) Το αντίγραφο Τραπεζικού Λογαριασμού ΑLPHA
(2)10) Το αντίγραφο Τραπεζικού Λογαριασμού ΑLPHA
(3)11) Η αναζήτηση καταστημάτων ΑLPHA Bank
(1)12) Η αναζήτηση καταστημάτων ΑLPHA Bank
(2)13) Η αναζήτηση καταστημάτων ΑLPHA Bank
(3)14) Η αναζήτηση καταστημάτων ΑLPHA Bank
(4)15) Η αναζήτηση καταστημάτων ΑLPHA Bank
(5)20) Η απόδειξη κατάθεσης
(1)21) ) Η απόδειξη κατάθεσης
(2)22) Το αντίγραφο γραμματίου είσπραξης Πειραιώς
(1)23) Το αντίγραφο γραμματίου είσπραξης Πειραιώς
(2)24) Η φωτοτυπία
(1)25 ) Η φωτοτυπία
(2)26) Η φωτοτυπία
(3)27 ) Η φωτοτυπία
(4)". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών και του είδους αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους ή του συντάκτη τους, αφού, ειδικότερα τα έγγραφα αυτά αναφέρονται σε χρηματικά ποσά και με την ανάγνωση του κειμένου τους στο ακροατήριο, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης (βλ. σελ. 14 πρακτικών), κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες και στους παρισταμένους κατά την ανάγνωση συνηγόρους τους, οπότε αυτοί άκουσαν το περιεχόμενό τους και είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Άλλωστε, όταν η πρόεδρος μετά την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, ρώτησε τους διαδίκους εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, αυτοί απάντησαν αρνητικά (σελ. 15 πρακτικών). Επομένως, ορθώς το Εφετείο συνεκτίμησε και τα προαναφερθέντα αναγνωσθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου συναφής λόγος αναιρέσεως των αιτούντων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένα η ταυτότητά τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων για έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Β. Τ. και του Ν. Τ., να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-4-2015 αίτηση - δήλωση του Β. Τ. του Σ. και την από 16-4-2015 αίτηση - δήλωση του Ν. Τ. του Π., περί αναιρέσεως της με αριθμό 960/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ