Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 313 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ακυρότητα σχετική. Περίληψη: Χρέη προς το Δημόσιο. Σχετική ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο από άκυρο κλητήριο θέσπισμα. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης, γιατί το κλητήριο θέσπισμα περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης. ΑΡΙΘΜΟΣ 313/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 13387/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 309/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 13387/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με την από 12-3-2007 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της 10507/5-3-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του εν λόγω λόγου αναιρέσεως, ο τελευταίος εμφανίστηκε και προέβαλε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενη στο ότι 1) δεν γίνεται ακριβής περιγραφή σ' αυτό της πράξεως που του αποδίδεται, αφού δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που το χρέος ήταν καταβλητέο, το ύψος και το είδος αυτού, αν ήταν καταβλητέο εφάπαξ ή σε δόσεις, η αιτία της καταβολής του, η αρμόδια ΔΟΥ η οποία προέβη στη βεβαίωση του, ο πίνακας χρεών στον οποίο εμφανίζεται και τέλος αν το αναφερόμενο σ' αυτό χρέος είναι ένα η αποτελείται από διάφορα και ποιά 2) δεν αναγράφεται η διάταξη του άρθρου 25 παρ.6 του ν.1882/1990, η οποία προβλέπει την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και 3) δεν περιέχει αριθμό, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα που το εξέδωσε, αλλά μόνο εκείνου που επεξεργάστηκε την υπόθεση. Την ακυρότητα αυτή πρότεινε παραδεκτά το πρώτο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε με την 10507/2007 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, στη συνέχεια δε με ειδικό λόγο που περιέλαβε στην έφεση, που άσκησε κατά της παραπάνω απόφασης, πρότεινε αυτήν και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, το οποίο στη συνέχεια την απέρριψε. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διαλαμβάνονται σ' αυτό τα εξής: Έχοντας την ιδιότητα του εγγυητή της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΣΕΤΕΖ Α.Ε Βιοτεχνία Ετοίμων Ενδυμάτων" που εδρεύει στην Καλαμαριά, αν και είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, που αφορούσαν διάφορους φόρους και χρέη γενικά, όπως αναλυτικότερα διαλαμβάνονται, κατά τα επί μέρους οφειλόμενα ποσά με τις αντίστοιχες χρονολογίες τους, στο συνημμένο υπ' αριθμ. ..... Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ ΦΑΕ θσσαλονίκης, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος κατηγορητηρίου, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (293.929,48),ωστόσο ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε, ως ώφειλε, το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό στο Ελληνικό Δημόσιο, εμπροθέσμως και δη εντός της κατά νόμο προθεσμίας των τεσσάρων μηνών από τότε που τα επί μέρους ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και συνεπώς απαιτητά. Επομένως στο κλητήριο θέσπισμα περιέχονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δίχως να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση της αιτίας της καταβολής του χρέους του, αφού μνημονεύεται γενικά σ' αυτό, ότι η υποχρέωση του προέρχεται από σύμβαση εγγύησης, δίχως να δημιουργείται δε σύγχυση από την αναφορά, ότι κατηγορείται "για διάφορα χρέη", αντί του χρέους, το οποίο είναι ένα και το ύψος του οποίου σαφώς προκύπτει από το ίδιο το κλητήριο θέσπισμα και το συνημμένο πίνακα χρεών. Ακόμη προσδιορίζεται σ' αυτό η αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, η οποία βεβαίωσε το χρέος, ο χρόνος που αυτό ήταν απαιτητό (31-10-2001),ο οποίος προκύπτει από τον πίνακα χρεών και ο χρόνος τέλεσης της πράξης που του αποδίδεται. Η αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα του αριθμ.... αντί του ορθού ....πίνακα χρεών, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του, ο πίνακας χρεών στον οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο χρέος και ο οποίος επισυνάφθηκε στο κλητήριο θέσπισμα είναι εκείνος που φέρει τον αριθμό ....Εξάλλου η μη αναγραφή σ' αυτό της παρ.6 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 δεν επιφέρει ακυρότητα, δοθέντος ότι αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 25 και η παρ.1γ αυτού, με το οποίο προβλέπεται και στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, με βάσει το οποίο ευθύνονται και οι εγγυητές. Εξάλλου με την παρ.6 ορίζεται ότι την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες έχουν και οι εγγυητές των χρεών, δίχως να απαιτείται βεβαίωση σε βάρος τους, η ιδιότητα δε του κατηγορουμένου ως εγγυητή αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα. Τέλος το τελευταίο φέρει αριθμό και ακόμη την υπογραφή και την επίσημη σφραγίδα του εισαγγελέα, που επεξεργάστηκε την υπόθεση και στη συνέχεια το εξέδωσε. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, για σχετική ακυρότητα, η οποία προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την επικαλούμενη ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Η πιο πάνω διάταξη του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών
(3)συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο
(2),ήδη από 28-1-2004 τεσσάρων (κατ' άρθρο 34 παρ.1 του ν 3220/2004) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον, αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 εδ. α' του ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τόσο από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, όσο και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος των από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εφόσον πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, ή τα δυο εκατομμύρια δραχμές, αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και συνεπώς, αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών, μικρότερων εκείνων που ορίζονται, κατά περίπτωση, με το νόμο αυτό, πρέπει, εφόσον εκδικάζεται η υπόθεση μετά την ισχύ του, να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος, β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ακόμη, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για καθεμιά από τις δύο άνω κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Εξάλλου η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο για την στήριξη της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του υπάρχει και όταν η αντίφαση αυτή δημιουργείται μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, αρκεί τα τελευταία να αποτελούν παραδοχές από κοινού με εκείνες του σκεπτικού. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτόν. Κατ' εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς το δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσ/νίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 13387/2007 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα ακόλουθα: " Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, την 1-3-2002 καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένου στο Δημόσιο χρέους, καταβλητέου εφάπαξ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, ανερχόμενο στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών(293.929,48).Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ενώ είχε συμβληθεί ως εγγυητής το έτος 1990, σε σύμβαση δανείου, που συνήψε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΣΕΤΕΖ ΑΕ Βιοτεχνία ετοίμων Ενδυμάτων",που εδρεύει στην Καλαμαριά, κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία (1.3.2002) καθυστέρησε την καταβολή του άνω ποσού των 293.929,48 ευρώ, το οποίο είχε βεβαιωθεί σε βάρος του, υπέρ του Δημοσίου, προερχόμενο από δάνεια ΚΕΧΚΕΕΔ με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών από τότε που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας με αριθμ. .... πίνακα χρεών. Περαιτέρω προέκυψε πως ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην άνω πράξη του από μη ταπεινά αίτια και δη λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, εξ αιτίας των οποίων κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία του (βλ. υπ' αρ. ..... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .....), κι επομένως πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ". Με βάση το αιτιολογικό αυτό το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ.1 περ.γ',6, 2 ν. 1882/1990 ως αντικατ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.3220/04) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, την οποία και ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, προσδιορίζονται όλα τα κρίσιμα στοιχεία για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ήτοι α) η ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, ως αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, η οποία προσδιορίζεται με σαφήνεια, παρά τη μη ρητή αναφορά της, κυρίως από τον στο διατακτικό αναφερόμενο ως τόπο τελέσεως του εγκλήματος της μη καταβολής χρέους προς το Δημόσιο και το περιεχόμενο του πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται σ' αυτό, β) το ύψος του χρέους, ανερχόμενο κατά τις παραδοχές σε 293.929,48 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής του ως άνω χρέους (εφάπαξ) δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του (31-10-2001), ο οποίος προκύπτει από το περιεχόμενο του παραπάνω πίνακα ε) η μη πληρωμή του ως άνω εφάπαξ καταβαλλόμενου ποσού πέραν των τεσσάρων μηνών με την αναφορά στο διατακτικό ως χρόνου τέλεσης της πράξης την 1-3-2002 και στ) ότι το χρέος αφορά δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ, με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, την καταβολή των οποίων είχε εγγυηθεί ο κατηγορούμενος και συνεπώς το χρέος είναι υπέρ αυτού (Δημοσίου). Η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης του με αριθμό .... πίνακα χρεών της Δ0Υ Θεσσαλονίκης, αντί του ορθού ..., οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, γιατί, από την επισκόπηση του τελευταίου, προκύπτει ότι εκείνος είναι που πράγματι επισυνάφθηκε στο κατηγορητήριο και αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης. Κατά συνέπεια, εν όψει των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 περ. Δ δεύτερος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω αντιφάσεων των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης και μη παράθεσης πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος. Ειδικότερη αναφορά περιστατικών στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων δεν απαιτείτο, αφού ο δόλος αυτού ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-1-2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της 13387/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ