Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 314 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Καταγγελία σχέσης εργασίας, Αποζημίωση μισθωτού. Περίληψη: Δικηγόρος Δημοτικής Επιχείρησης. Αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Αντικατάσταση αιτιολογιών από το εφετείο. Δεν επιτρέπεται να γίνει, όταν με αυτήν μεταβάλλεται το δεδικασμένο και καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος. Αναιρεί για παραβίαση ΚΠολΔ 559 αρ.
- Αριθμός 314/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Στειρόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: "ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΗΜΟΥ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ" (ΝΠΔΔ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Ζηνέλη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 114/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2513/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522, 534 και 536 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εάν το αιτιολογικό της εκκαλουμένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος να έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι το εφετείο, προκειμένου να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθά ή όχι, δεσμεύεται από την έκταση των παραπόνων που περιλαμβάνονται στην έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εάν η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση κατ' ουσίαν, εν όλω ή εν μέρει και ο ενάγων με την έφεσή του παραπονείται για την απόρριψή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εάν κρίνει ορθό το διατακτικό της αποφάσεως, αλλά εσφαλμένο το αιτιολογικό της, μπορεί, εφ' όσον δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος, να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση και να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αντικαθιστώντας, απλώς, τις εσφαλμένες αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με νέες, ορθές, που αναφέρονται στο ίδιο θέμα. Τούτο, όμως, μπορεί να γίνει μόνον εφ' όσον οι νέες αιτιολογίες δεν έχουν το χαρακτήρα νέων, οριστικών διατάξεων, δηλαδή νέου διατακτικού, επιβλαβέστερου του αρχικού για τον εκκαλούντα, το οποίο δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί χωρίς να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 1686/2010). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνάγεται ότι η παραδοχή ότι, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική, προϋποθέτει την κατάφαση του εν λόγω δικαιώματος. Κατά συνέπεια, εάν ο ενάγων, του οποίου η αγωγή έχει απορριφθεί ως ενέχουσα καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ασκήσει έφεση παραπονούμενος κατά της εν λόγω απορριπτικής κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στο εφετείο μεταβιβάζεται μόνο το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως με το οποίο, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως του εναγομένου, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή. Αντιθέτως, το κεφάλαιο που συνδέεται με τη γέννηση του δικαιώματος, κατά του οποίου, ως μη έχων έννομο συμφέρον, δεν παραπονείται ο ενάγων, δεν μεταβιβάζεται χωρίς αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγομένου. Κατόπιν αυτού, το εφετείο, πριν από την τυχόν παραδοχή της έφεσης και την εκ νέου έρευνα της αγωγής, δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει τις περιστάσεις που οδήγησαν στη δημιουργία του ενδίκου δικαιώματος, διότι εάν το πράξει και καταλήξει σε αποφατική κρίση, καθιστά χειρότερη τη θέση του ενάγοντος, ο οποίος, ως προς το ζήτημα αυτό, ήταν ωφελημένος από την πρωτόδικη απόφαση και δεν είχε προτείνει λόγο έφεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να γίνει χρήση της ευχέρειας για απλή αντικατάσταση των αιτιολογιών, διότι η αλλαγή τους μεταβάλλει το αντικείμενο του δεδικασμένου της εκκαλουμένης αποφάσεως και παραβιάζει την αρχή της μη επιδείνωσης της θέσεως του εκκαλούντος. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ., πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1255/2009).
- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 18-9-2008, ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, δικηγόρος, ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δημοτική επιχείρηση, με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, την είχε προσλάβει, αρχικώς, για το χρονικό διάστημα από 16-10-1996 έως 30-4-1997, προκειμένου να παρέχει σ' αυτήν τις νομικές υπηρεσίες της για 2 ή 3 ημέρες την εβδομάδα και επί 2 ή 3 ώρες ημερησίως, αντί μηνιαίων αποδοχών 180.000 δραχμών. Ότι, κατόπιν, η συνεργασία αυτή παρατάθηκε μέχρι την 31-12-1997, με τους ίδιους όρους. Ότι, στη συνέχεια, με αλλεπάλληλες αποφάσεις του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης, η εν λόγω συνεργασία ανανεώθηκε διαδοχικά για τα επόμενα έτη και μέχρι την 31-12-2006, με το ίδιο αντικείμενο και με πάγια αντιμισθία, που καθοριζόταν εκάστοτε σε ετήσια βάση και καταβαλλόταν σταδιακά. Ότι, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, οι εν λόγω ανανεώσεις συνιστούν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Ότι η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την εναγομένη την 22-12-2006, όταν ο διευθυντής των υπηρεσιών της ανακοίνωσε προς την ενάγουσα ότι η συνεργασία τους δεν θα συνεχισθεί κατά το [τότε] νέο έτος
- Ότι από 1-1-2007 η εναγομένη δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της, αλλά και δεν της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι το μήνα Δεκέμβριο 2006 η μηνιαία αντιμισθία της, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, έπρεπε να είναι 1.743 ευρώ, ενώ η εναγομένη της κατέβαλλε 1.366 ευρώ μηνιαίως. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε με την ένδικη αγωγή α) αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, υπολογιζόμενη σε 15 αντιμισθίες, κυρίως, σύμφωνα με το καταβλητέο νόμιμο ποσό ή, επικουρικώς, σύμφωνα με το πράγματι καταβαλλόμενο, β) αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 μέχρι 30-4-2009, κατά το οποίο, εφ' όσον η αποζημίωση δεν θα είχε καταβληθεί, η σύμβαση θα λογιζόταν ότι συνεχίζεται, υπολογιζόμενες, κυρίως, σύμφωνα με το καταβλητέο νόμιμο ποσό ή, επικουρικώς, σύμφωνα με το πράγματι καταβαλλόμενο και γ) χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσε σ' αυτήν ο τρόπος, με τον οποίο η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της.
- Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 114/2009 απόφασής του, απέρριψε το κεφάλαιο για τη χρηματική ικανοποίηση, ως μη νόμιμο. Κατά τα λοιπά, όμως, δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων αναπτύχθηκε, πράγματι, η συνεργασία που επικαλέσθηκε η ενάγουσα, ότι παρά τις αλλεπάλληλες ανανεώσεις επρόκειτο για μία, ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, που δημιουργούσε στην εναγομένη την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας και ότι η τελευταία, που είχε καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς να καταβάλει την αποζημίωση, προκάλεσε υπέρ της ενάγουσας τη γέννηση των δικαιωμάτων, που ασκήθηκαν με την αγωγή. Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενάγουσα, ως δικηγόρος και νομικός σύμβουλος τη εναγομένης, θα έπρεπε να έχει ενημερώσει τα αρμόδια όργανά της για το ότι η μεταξύ τους συνεργασία είχε, πράγματι, την προαναφερθείσα νομική μορφή της ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου με τις εντεύθεν, νόμιμες υποχρεώσεις ή συνέπειες σε περίπτωση καταγγελίας και να μην την έχει αφήσει να πιστεύει, εσφαλμένα, ότι πρόκειται για συμβάσεις ορισμένου χρόνου που λύονται αυτοδικαίως με την πάροδό του. Κατόπιν αυτού και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η εκ των υστέρων άσκηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας υπερέβαινε προφανώς τα όρια που διαγράφονται στο άρθρο 281 ΑΚ και θα έπρεπε να απαγορευθεί. Γι' αυτό και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη.
- Η ενάγουσα άσκησε έφεση, παραπονούμενη για την απόρριψη της αγωγής και προβάλλοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της περί καταχρήσεως δικαιώματος διατάξεως και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δέχθηκε την ανάπτυξη της σχέσεως μεταξύ των διαδίκων κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ως προς το ζήτημα της λύσεώς της δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής: Ότι το Δεκέμβριο 2006 η εκκαλούσα (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) ζήτησε την άποψη του διευθυντή των υπηρεσιών της εφεσίβλητης (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) ως προς το αν η συνεργασία της με αυτήν θα μπορούσε να συνεχισθεί και κατά το [τότε] επερχόμενο έτος 2007, ενόψει της κατόπιν των προσφάτων εκλογών μεταβολής στα πρόσωπα της δημοτικής αρχής. Ότι ο εν λόγω διευθυντής (που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπέρ της εφεσίβλητης, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) της απάντησε ότι, κατά την άποψή του, η σύμβασή της δεν θα ανανεωθεί. Ότι, κατόπιν αυτού, την 22-12-2006, η εκκαλούσα αποχώρησε από τις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης και έπαυσε την παροχή οποιασδήποτε νομικής υπηρεσίας προς αυτήν. Ότι η άποψη του διευθυντή των υπηρεσιών της εφεσίβλητης δεν αποτελούσε δήλωση βουλήσεως του αρμοδίου οργάνου αυτής και δεν συνιστούσε καταγγελία της συμβάσεως. Ότι η εκκαλούσα, που ως δικηγόρος γνώριζε την έκταση των αρμοδιοτήτων του εν λόγω διευθυντή και τα σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση της εφεσίβλητης, θα έπρεπε να συνεχίσει να προσφέρει τις νομικές της υπηρεσίες και να μην αποχωρήσει. Ότι εφ' όσον αυτή ενήργησε αντιθέτως και αποχώρησε οικειοθελώς από τη εργασία της, δεν γεννήθηκαν υπέρ αυτής τα δικαιώματα που ασκεί με την αγωγή. Κατόπιν αυτού, το εφετείο αντικατέστησε την αιτιολογία της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως και απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη.
- Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός δεν έλαβε υπ' όψη το λόγο της έφεσης, με τον οποίο διατυπωνόταν παράπονο κατά της πρωτόδικης παραδοχής της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και αφ' ετέρου ερεύνησε πράγματα που δεν είχαν προταθεί ενώπιόν του, ήτοι τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η λήξη της συνεργασίας των διαδίκων και το αν αυτό συνέβη λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ή κατόπιν οικειοθελούς αποχωρήσεως της αναιρεσείουσας. Διότι επί του ζητήματος αυτού η κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν ευνοϊκή για την αναιρεσείουσα και δεν είχε προσβληθεί από αυτήν ενώπιον του εφετείου. Εν όψει, λοιπόν, του ότι δεν υπήρχε αντίθετη έφεση ή αντέφεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, το ζήτημα της γέννησης των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας θα μπορούσε να ερευνηθεί κατ' έφεση μόνο μετά την ενδεχόμενη εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοδικείου. Με την αντικατάσταση της αιτιολογίας έγινε χειρότερη η ουσιαστική θέση της αναιρεσείουσας, διότι, αν και αυτό δεν προτάθηκε νομίμως, το εφετείο αρνήθηκε τη γέννηση των δικαιωμάτων της, περί της οποίας το πρωτοδικείο είχε αποφανθεί καταφατικά. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
- Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2513/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Ιανουαρίου
- -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Φεβρουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ