παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της πλαστογραφίας, που προβλέπεται από το άρθρο 216§1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται σκοπός παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η ύπαρξη του σκοπού αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που τον δικαιολογούν, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Αλλά δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7599/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα
παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, έβδομος (υπό στοιχ. Δ - σελ. 31 - 51) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και πρώτος (υπό στοιχ. Α1 - σελ. 2 - 5), δεύτερος (υπό στοιχ. Α2 - σελ. 5 - 8), έβδομος (υπό στοιχ. 7 - σελ. 31 - 45), δέκατος (υπό στοιχ. Α10, σελ. 55 - 61), ενδέκατος (υπό στοιχ. Α11 - σελ. 61 - 64), δωδέκατος (υπό στοιχ. Α12 - σελ. 65 - 67), δέκατος τρίτος (υπό στοιχ. Α 13 - σελ. 67 - 70), δέκατος τέταρτος (υπό στοιχ. Α14 - σελ. 71 - 74) και δέκατος πέμπτος (υπό στοιχ. Α 15 - σελ. 74 - 78) λόγοι του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως) προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 4.1.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως (και από τους οποίους η αναιρεσείουσα στηρίζει τους πρώτο, δεύτερο και έβδομο πρόσθετους λόγους και στο στοιχ. Α περί απόλυτης ακυρότητας), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι εμπεριεχόμενες στους έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου και έβδομο και δέκατο μέχρι δέκατο πέμπτο προσθέτους λόγους αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων, επιμάχων βεβαιώσεων, κ.λπ.) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος και ο τρίτος πρόσθετος λόγος (υπό στοιχ. Α3 - σελ. 8 - 13), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη κρίση και εσφαλμένη εκτίμηση των επιμάχων ιατρικών βεβαιώσεων, καθώς και για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσεως, συνισταμένη στο ότι το χρονικό διάστημα των αναρρωτικών αδειών της κατηγορουμένης δεν καλυπτόταν από τις ιατρικές βεβαιώσεις. Ο δε εικοστός τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Γ - σελ. 107 - 112), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί είναι αντίθετη με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, ενώ δεν αξιολογήθηκαν η προσωπικότητα της κατηγορουμένης, οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί αυτής και οι αντενδείξεις που απέρρεαν από την όλη συλλογιστική της υποθέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, πέραν του ότι η αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, πλήττει την κρίση επί της ουσίας, η οποία στηρίζεται μόνο στα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν και όχι στην προσωπικότητα του δράστη (η οποία συνεκτιμάται μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής). Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, συντρέχει και όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Αυτό συμβαίνει και όταν το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, τη θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια χειροτέρευση όταν το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, προβαίνει σε ακριβέστερο προσδιορισμό των πρωτοδίκως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών, δια διευκρινίσεως και συμπληρώσεως αυτών κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, εφόσον δεν μεταβάλλεται ο χαρακτηρισμός του εγκλήματος επί το βαρύτερον. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης είχε ασκηθεί ποινική δίωξη (και) για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως της παρ. 1 του άρθρου 220 του ΠΚ, για την οποία και καταδικάσθηκε αυτή τόσο με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 15820/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και με την προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συμπλήρωσε το διατακτικό με τη φράση "την ως άνω δε γνωμάτευση αυτή προσκόμισε στην ΕΑΒ ΑΕ, όπου εργαζόταν, για να της χορηγήσει άδεια ασθενείας μετ' αποδοχών", που δεν υπήρχε ούτε στο κλητήριο θέσπισμα ούτε στην πρωτόδικη απόφαση. Η συμπλήρωση αυτή, με την οποία συμπληρώνονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και δεν προκαλεί καμιά βλαπτική συνέπεια για την κατηγορουμένη, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας σε τέλεση του εγκλήματος της παρ. 2 του άρθρου 220 του ΠΚ, γιατί αυτό προϋποθέτει τη συνδρομή των όρων του άρθρου 216 παρ. 3, δηλαδή, μεταξύ άλλων, όχι μόνο ο δράστης της υφαρπαγής να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, αλλά πρέπει το συνολικό όφελός του να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Αν το όφελος δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό, όπως εν προκειμένω, εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 220. Επομένως, ο,
παρ. 1 στοιχ. Α, Ε και Η του ΚΠοινΔ, έκτος λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α6 - σελ. 26 - 31), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 220 του ΠΚ, έλλειψη νόμιμης βάσεως και υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι ανεπίτρεπτα μεταβλήθηκε η κατηγορία από το έγκλημα της παρ. 1 του άρθρου 220 του ΠΚ, για το οποίο η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε να δικασθεί, σε αυτό της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αφού δέχθηκε ότι σκόπευε αυτή και πέτυχε να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος με βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 30§1 εδ. α του ΠΚ ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Η δε παρ. 2 του άρθρου 31 του ΠΚ με τον τίτλο "νομική πλάνη" ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986). Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί πραγματικής πλάνης και συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην απαλλαγή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η εντολέας του, κατά το χρόνο τελέσεως των εγκλημάτων που της αποδίδονται, βρισκόταν σε πραγματική, αλλά και σε συγγνωστή νομική πλάνη, η οποία συνίστατο στο ότι: Περί τα τέλη Ιουλίου του 2004, όταν, σε πτώση, κτύπησε στον αστράγαλο και τη μέση της και μεταφέρθηκε στην πύλη του "Κοργιαλένειου - Μπενάκειου" Νοσοκομείου, της παρουσιάστηκε άτομο που της συστήθηκε ως "ιατρός Ν. Α.", ο οποίος της παρέσχε ιατρική βοήθεια και, σε επισκέψεις της εκεί, της χορηγούσε ιατρικές βεβαιώσεις. Εκείνη δε πίστευε ότι το εν λόγω άτομο ήταν πράγματι ο ως άνω ιατρός και διευθυντής του Νοσοκομείου και ότι ενεργούσε νόμιμα, αφού δεν μπορούσε να γνωρίζει ούτε το πραγματικό του όνομα ούτε τους λόγους που τον ώθησαν να προβεί σ' αυτήν την εξαπάτησή της. Το δικάσαν Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Είναι δε τελείως απίθανο, όπως βεβαιώνουν στις καταθέσεις τους οι ιατροί του ανωτέρω Νοσοκομείου Ν. Α. και Σ. Δ., να υπήρξε κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο να παρέστησε στην κατηγορουμένη ότι είναι ο Ν. Α.. Να εξαπατήθηκε, δηλαδή, αυτή πιστεύοντας ότι ο άνδρας που την παρέλαβε από την είσοδο του Νοσοκομείου ήταν ο Διευθυντής του Ορθοπεδικού Τμήματος και τις εξέδιδε, νύκτα, ώρα 23.30 (δεύτερη γνωμάτευση) τις επίμαχες ιατρικές βεβαιώσεις, χωρίς να αντιληφθεί την αλήθεια. Άλλωστε η κατηγορουμένη παραδέχθηκε ότι τον ιατρό δεν τον είχε ξαναδεί". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κρίση του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό. Επομένως, ο,
παρ. 1 στοιχ. Δ και Β του ΚΠοινΔ, όγδοος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Ε - σελ. 51 - 61), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική του ως άνω ισχυρισμού κρίση, αλλά και για έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε καθόλου στον ισχυρισμό αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1993, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως, αυτή, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ΚΠοινΔ, η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος γίνεται είτε με την έγκληση είτε με άλλο έγγραφο έως την περάτωση της ανακρίσεως προς τον αρμόδιο εισαγγελέα (παρ. 1), η παράλειψη, όμως, της δηλώσεως δεν επηρεάζει το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 68 (παρ. 2). Κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του τελευταίου άρθρου, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Τέτοια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του μπορεί να ζητήσει από το ποινικό δικαστήριο, παριστάμενο σ' αυτό ως πολιτικώς ενάγον, επί του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θίγονται άμεσα ιδιωτικά του συμφέροντα, όπως εκείνο, στο οποίο ο δράστης προσκόμισε την ψευδή βεβαίωση που υφάρπαξε, επιδιώκοντας, από την πράξη του αυτή, κάποιο όφελος, και μάλιστα ανεξαρτήτως αν υπέβαλε μήνυση κατά του δράστη ή αν η ποινική δίωξη ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως, καθόσον από καμιά νομική διάταξη δεν συνάγεται ότι προϋπόθεση της ασκήσεως της πολιτικής αγωγής είναι η υποβολή κατά του φερόμενου ως δράστη μηνύσεως από τον παθόντα. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Στη δήλωση του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Το γεγονός δε ότι, ενδεχομένως, μετά την, νομότυπη, άσκηση της πολιτικής αγωγής από νομικό πρόσωπο, άλλαξε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, ο οποίος είχε υπογράψει το σχετικό πληρεξούσιο, δεν επιφέρει καμιά έννομη συνέπεια στην πολιτική αγωγή, εκτός αν έχει χωρήσει ανάκληση της πληρεξουσιότητας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατά της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας ασκήθηκε, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη για τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε (και για μια μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, ως προς την οποία έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής). Μετά το πέρας της προδικασίας και δη στις 17.5.2007, η παθούσα Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία ΑΕ άσκησε την πολιτική αγωγή με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Η δήλωση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως ασκηθείσα μετά το τέλος της ανακρίσεως, δεν ήταν νομότυπη και δεν επέφερε καμιά έννομη συνέπεια. Όμως, η παθούσα διατηρούσε το δικαίωμα να ασκήσει νομίμως την αγωγή της ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου. Πράγματι, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15820/2010 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Βασίλειος Κουλούρης, ο οποίος είπε ότι "σύμφωνα με το με αριθμό ... πληρεξούσιο ... ο μηνυτής Α. Φ. του Ν., ως Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε." εξουσιοδοτεί αυτόν να εμφανιστεί και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κατά της κατηγορουμένης και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των πενήντα
Α, Η και Δ του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνισταμένη στο ότι 1) με το ως άνω πληρεξούσιο δεν είχε δοθεί εντολή δηλώσεως πολιτικής αγωγής για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (πρώτος λόγος κυρίου δικογράφου - υπό στοιχ. Α - σελ. 3 - 7), 2) ο δικηγόρος που παρέστη δεν είχε πλέον πληρεξουσιότητα, καθόσον αυτή είχε παύσει γιατί ο Α. Φ., που υπέγραφε το πληρεξούσιο, δεν είχε πλέον την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας (τρίτος, πέμπτος λόγοι του κυρίου δικογράφου - υπό στοιχ. Γ1,3 - σελ. 12 - 17, 20 - 28), 3) η πολιτική αγωγή δηλώθηκε το πρώτον αφού είχε ήδη περατωθεί η ανάκριση και είχε κοινοποιηθεί το κλητήριο θέσπισμα (δέκατος έκτος πρόσθετος - υπό στοιχ. Β1 - σελ. 88 - 90), 4) δεν είναι σαφής και ορισμένη και δεν περιέχει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως ούτε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως της αναιρεσείουσας και της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται η πολιτικώς ενάγουσα ότι υπέστη ούτε διευκρινίζεται αν πρόκειται για χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση (δέκατος έβδομος, δέκατος όγδοος πρόσθετοι - υπό στοιχ. Β2, Β3 - σελ. 90 - 95 και πρώτος του κυρίου δικογράφου), 5) δεν αναφέρεται το ποσό, κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας, ήτοι εκείνο, το οποίο της απέσπασε η αναιρεσείουσα με τις άδειες μετ' αποδοχών που έλαβε, το οποίο έπρεπε να είναι σημαντικό για να είναι πρόδηλο ότι αναφέρεται στο κύρος, τη φήμη και την πίστη της εταιρίας έναντι τρίτων (πέμπτος λόγος κυρίου δικογράφου, ως άνω, και δέκατος ένατος πρόσθετος - υπό στοιχ. Β4 - σελ. 95 - 99), 6) από την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως δεν ήταν αμέσως παθούσα η πολιτικώς ενάγουσα (εικοστός πρόσθετος - υπό στοιχ. Β5 - σελ. 99 - 102), 7) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει ως παθόντα τον Α. Φ., στον οποίο και επιδίκασε το ποσό των 50 ευρώ, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το επιδίκασε στην εταιρία (εικοστός δεύτερος πρόσθετος - υπό στοιχ. Β7 - σελ. 105 - 107), 8) η χρηματική ικανοποίηση επιδικάσθηκε σε ανύπαρκτο μηνυτή, αφού η ποινική δίωξη ασκήθηκε, όχι κατόπιν υποβολής μηνύσεως, αλλά αυτεπαγγέλτως (έκτος λόγος κυρίου δικογράφου - υπό στοιχ. Γ4 - σελ. 29 - 30), 9) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 50 ευρώ και για τα δύο εγκλήματα (της πλαστογραφίας με χρήση και της υφαρπαγής), ενώ το δευτεροβάθμιο μόνο για την υφαρπαγή και, επομένως, παραβίασε το μέτρο, κατά το οποίο η πολιτική αγωγή είχε γίνει δεκτή από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, παρερμηνεύοντας τη βούληση της πολιτικώς ενάγουσας, όπως αυτή προκύπτει από το ως άνω πληρεξούσιο (εικοστός πρώτος πρόσθετος - υπό στοιχ. Γ6 - σελ. 102 - 105), β) επιπροσθέτως και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας (με τους 1ο,5ο,6ο λόγο του κυρίου δικογράφου και 21ο, 22ο πρόσθετους) και γ) επί πλέον για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (με τους 1ο, 5ο και 6ο λόγο του κυρίου δικογράφου), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όπως αναφέρθηκε, η ακυρότητα λόγω παράνομης παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, που ιδρύει τον
παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου αυτού απόσβεση της σχετικής αξιώσεως λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις, δηλώσεις ή ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Εξάλλου, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Για να επέλθει, όμως, η, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης α) πρότεινε ένσταση παραγραφής της αστικής αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας, γιατί από την τέλεση της πράξεως μέχρι την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, άσκηση της πολιτικής αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ούτε ότι κατέθεσε σχετικώς χειρόγραφα σημειώματα ούτε ότι ζήτησε αυτά να αναγνωσθούν και β) ζήτησε να αναγνωσθούν έγγραφα, πέραν εκείνων που αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν, και δη 1) τα αναφερόμενα στην ένσταση της αναιρεσείουσας περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά και 2) τα αναφερόμενα στον αυτοτελή επί της ουσίας της υποθέσεως ισχυρισμό της, που επίσης έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, ήτοι έγγραφο του ιατρού Ν. Α. με την προσφώνηση "Φίλε Σ.", η υπ' αριθ. 26095/2.11.2004 αίτηση του Σ. Φ. προς τον ιατρό Ν. Α., η υπ' αριθ. 198/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, η από 22.11.2004 ΕΔΕ του Κοργιαλένειου - Μπενάκειου Νοσοκομείου, το υπ' αριθ. 1316 πόρισμα της ΕΔΕ, το υπ' αριθ. 1316/24.1.2005 απόσπασμα πρακτικού διοικητικού συμβουλίου του Κοργιαλένειου - Μπενάκειου Νοσοκομείου, έγγραφο που αφορά την υπ' αριθ. 697/8.2.2005 ιατρική γνωμάτευση του ΙΚΑ Ν. Ιωνίας, η υπ' αριθ. 19007/22.11.2005 ένορκη βεβαίωση στο Ειρηνοδικείο του Ζ. Σ. και η υπ' αριθ. 19731/1.12.2005 ένορκη βεβαίωση της Ά. Λ. στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και ότι ο Προεδρεύων αρνήθηκε να τα παραλάβει και να τα αναγνώσει, ούτε ότι η αναιρεσείουσα προσέφυγε, σχετικώς, στο Δικαστήριο. Κατά συνέπειαν, ο ως άνω ισχυρισμός και τα έγγραφα της αναιρεσείουσας θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Επομένως, ο,
παρ. 1 στοιχ. Α και Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Β - σελ. 8 - 12), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνώσει τις σχετικές χειρόγραφες ενστάσεις της αναιρεσείουσας και επέτρεψε την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας, παρά το ότι η αξίωσή της είχε παραγραφεί, και οι,
παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τέταρτος και ένατος λόγοι του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Γ2 και Στ - σελ. 17 - 20 και 61 - 64, αντιστοίχως) και πέμπτος πρόσθετος (υπό στοιχ. Α5 - σελ. 16 - 25), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως από την μη ανάγνωση των ως άνω εγγράφων (με τους 4ο και 9ο του κυρίου δικογράφου πλήττεται και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ με τον 4ο και για απόλυτη ακυρότητα και αρνητική υπέρβαση εξουσίας), χωρίς, όμως, να προσβάλλονται τα πρακτικά ως πλαστά, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 65 παρ.2 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, "το ποινικό δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα σε κάθε περίπτωση που εκδικάζει υπόθεση αποζημιώσεως". Ως αποζημίωση, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοείται όχι μόνο η υλική ζημία, αλλά και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, της οποίας το ύψος προσδιορίζει το δικαστήριο κατ' ελεύθερη κρίση, με βάση τα αναφερόμενα σαφή κριτήρια και σε σχέση με το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) του φερόμενου ως παθόντος, που προσβλήθηκε από την αξιόποινη πράξη. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως από το εφετείο ποσού ίσου ύψους με το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και αν επιβλήθηκε μικρότερη ποινή ή έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για μερικές πράξεις του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος λόγω παραγραφής τους, δεν συνιστούν χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, πολύ περισσότερο όταν ο πολιτικώς ενάγων είχε ζητήσει την επιδίκαση ενός συμβολικού ποσού, επιφυλασσόμενος να ζητήσει το υπόλοιπο από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σ' αυτήν την περίπτωση, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και, έτσι, δεν δημιουργείται υπέρ του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλει, με τον,
παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, όγδοο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α8 - σελ. 45 - 47), ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, γιατί επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα Α. Φ., ως διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της ΕΑΒ ΑΕ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 50 ευρώ, το οποίο είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως, ενώ έπρεπε να επιδικάσει μικρότερο ποσό, γιατί αυτή καταδικάσθηκε μόνο για τρεις από τις τέσσερις από τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση που της αποδίδονταν, αφού η μια από αυτές είχε παραγραφεί. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, πέραν του ότι η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως έγινε, όπως αναφέρθηκε, μόνο για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο και μόνο η ως άνω εταιρία (και όχι ατομικά ο Α. Φ.) είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα, το Δικαστήριο εδικαιούτο να επιδικάσει το ίδιο ποσό ακόμη και αν μια από τις μερικότερες πράξεις είχε παραγραφεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, είναι και η από 29.9.2004 αίτηση του Σ. Φ. προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσε να διοριστεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης της μητέρας του. Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στον κατάλογο των εγγράφων (48 συνολικά) που αναγνώστηκαν. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών, καθώς και των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου προκύπτει από άλλο έγγραφο και δη από την υπ' αριθ. 5967/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε (με αύξ. αριθ. 46). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και ο,
Α του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α 4 - σελ. 13 - 16), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "2. Το από 12.11.2004 έγγραφο, 3. Το από 3.11.2004 έγγραφο, 4. Η από 14.10.2004 αίτηση, 5. Τέσσερις
παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, έβδομος (ως άνω) και ένατος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α 9 - σελ. 47 - 55), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια ότι, πριν από την απαγγελία οποιασδήποτε αποφάσεως (επί της ενοχής, επί της ποινής, επί των πολιτικών απαιτήσεων του παθόντος, κ.λπ.), υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ενοχής της κατηγορουμένης, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο κατά σειράν α) στην εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να επιβληθεί στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, να επιδικασθεί σε βάρος της η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση ..., β) στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή και να επιδικαστεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση και γ) στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε να επιβληθεί στην κατηγορουμένη το ελάχιστο της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής, χωρίς, όμως, να προχωρήσει περαιτέρω και στο ζήτημα της επιδικάσεως στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματικής ικανοποιήσεως. Αφού, λοιπόν, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, πριν από την απαγγελία της αποφάσεως επί της ποινής και της αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας, δεν δημιουργήθηκε καμιά ακυρότητα από το ότι αυτός περιορίσθηκε μόνο στο ζήτημα της ποινής και όχι και σ' αυτό της πολιτικής αξιώσεως και ο,
Α' του ΚΠοινΔ, δέκατος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Ζ, σελ. 65 - 66), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Οκτωβρίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 6939/2012) αίτηση (δήλωση) της Ε. Φ. του Ε. μετά των από 31.12.2012/4.1.2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7599/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.