← Ελλάδα

ΑΠ 32/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νομίμου βάσεως έλλειψη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 32 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νομίμου βάσεως έλλειψη. Περίληψη: Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Έννοια άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ. Α΄ Λόγος: Απορριπτέος. Όχι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από τη λήψη υπόψη εγγράφου που αναφέρεται στο διατακτικό μόνο, όχι και στο αιτιολογικό, έγγραφο που πράγματι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ενώ δεν παραβιάζεται ούτε η αρχή της προφορικότητας, διότι η αναφορά του εγγράφου αυτού, της 8053/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί εγγραφής του βάρους της προσημείωσης υποθήκης επί του πωληθέντος ακινήτου, που είχε αποκρυβεί από τον πωλητή - κατηγορούμενο, δεν ήταν έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αναφέρεται διηγηματικά στο διατακτικό μόνο και η εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης, που είχε αποκρυβεί από την κατηγορουμένη, προ-έκυπτε από το αναγνωσθέν 4083/28-11-2001 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Π. Φαλήρου. (ΑΠ 431/2006). Β΄ Λόγος: Απορριπτέος ο για έλλειψη νόμιμης βάσης και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ, λόγω ασάφειας και αντίφασης στην αιτιολογία, εκ του ότι αναφέρονται και γίνεται συγχρόνως παραδοχή συνδρομής και των δύο από τους τρεις υπαλλακτικούς τρόπους τελέσεως της απάτης και δη τόσον με ρητή παράσταση προς τον εγκαλούντα ψευδούς γεγονότος, της έλλειψης βάρους του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, ως αληθούς, όσο και του δεύτερου τρόπου, της αθέμιτης αποσιώπησης του αληθούς ιδίου γεγονότος της ύπαρξης του ιδίου βάρους προσημείωσης υποθήκης του υπό μεταβίβαση ακινήτου, «γεγονός που απέκρυψε και στο συνταχθέν συμβόλαιο μεταβίβασης», διότι δεν δημιουργείται εκ της άνω αναφοράς ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση, απλώς εξειδικεύεται ο ένας τρόπος τον οποίο και δέχε-ται η προσβαλλόμενη απόφαση στο αιτιολογικό της και η απλή αναφορά και του δεύτερου, για το ίδιο γεγονός, στο διατακτικό της, δε διαφοροποιεί γενικά τον άνω τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει και εξειδικεύει το δόλο της κατηγο-ρουμένης (ΑΠ 737/2007). Γ΄ Λόγος: Απορριπτέος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, και για παράβαση του άρθρ. 6 παρ. 3 α της ΕΣΔΑ, λόγω προσθήκης στην καταδικαστική απόφαση πραγματικών περιστατικών που δεν περιέχονταν στην κατηγορία, γιατί τέτοια μεταβολή ανεπίτρεπτη, δε συνιστά η προσθήκη στο αιτιολογικό «της αθέμιτης απόκρυψης στο συμβόλαιο μεταβίβασης του βάρους της προσημείωσης υποθήκης, όταν στην κατηγορία αναφέρεται ο πρώτος τρόπος τελέσεως που είναι η ρητή παράσταση του ιδίου ψευδούς γεγονότος, ως αληθινού, αφού εννοιολογικά πρόκειται για τον ίδιο τρόπο τελέσεως, που δεν διαφοροποιείται από την προσθήκη της απόκρυψης ενός και του αυτού ψευδούς γεγονότος, που είναι η ύπαρξη του άνω βάρους του μεταβιβασθέντος από την κατηγορουμένη στον αγοραστή εγκαλούντα ακινήτου. Δ΄ Λόγος: Απορριπτέος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι στο ακροατήριο εξετάστηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας του εγκαλούντος, που παρέστη κατά το συμβόλαιο πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου και κατέθεσε, κατά παράβαση του δικηγορικού απορρήτου, πράγματα που του είχε εμπιστευθεί ο πελά-της του εγκαλών - αγοραστής, χωρίς να έχει ζητήσει και εφοδιασθεί προηγουμένως με σχετική άδεια του οικείου ΔΣ κατ’ άρθρο 212 παρ. 1 ΚΠΔ, διότι η άνω κατάθεση του δικηγόρου, παρά την έλλειψη σχετικής άδειας του ΔΣ ή του Προέδρου του ΔΣ, δε δημιουργεί ακυρότητα, παρά μόνον συνεπάγεται πειθαρχικές κυρώσεις κατά του Δικηγόρου (ΑΠ 1333/2006). Ε΄ Λόγος: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Μεταβολή Κατηγορίας. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος. ΑΡΙΘΜΟΣ 32/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Ανδριόπουλο, περί αναιρέσεως της 3340/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1008/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α,β του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, εξ αιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η βλάβη ήτοι ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου, το δε περιουσιακό όφελος ή περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, (επιβαρυντική περίσταση), ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Η δόλια παραπλάνηση στο εν λόγω έγκλημα πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικούς τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών γεγονότων, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σε αυτόν, είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του. Έτσι, η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ και ιδρύει τον από το παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Όμως, δε δημιουργείται τέτοια ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται περισσότεροι από ένας τρόποι τελέσεως, εφόσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως αλλ' απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) το δόλο του δράστη, ενώ δε συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας ο σαφέστερος προσδιορισμός των στοιχείων της πράξεως. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πώς επήλθε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3340/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3/5/2001 η κατηγορουμένη παρέπεισε ψευδώς τον εγκαλούντα που ήταν κουμπάρος της και την εμπιστευόταν να προβεί στην αγορά ακινήτου της ως εργολάβος οικοδομών, στο ..... το οποίο εμφάνισε ψευδώς ως ελεύθερο βαρών ενώ ήταν προσημειωμένο, γεγονός που απέκρυψε και στο συνταχθέν συμβόλαιο μεταβίβασης και ανέλαβε εκείνη τη μεταγραφή του τίτλου για να μη γίνει αντιληπτό το υπάρχον βάρος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι το τίμημα των 23.905.200 δρχ. που της κατέβαλε προς τούτο και σε βάρος της περιουσίας του εγκαλούντος που κατέβαλε ποσό 20.000.000 δρχ. και στον ενυπόθηκο δανειστή του εν λόγω ακινήτου που είχε εγγράψει προσημείωση σ' αυτό πριν τη μεταβίβασή του στον εγκαλούντα λόγω συμφωνίας με την κατηγορουμένη να το μεταβιβάσει το ίδιο ακίνητο με προκαταβολή των 20.000.000 δρχ. Μέχρι την άνω πράξη της η κατηγορουμένη δεν φέρεται να είχε διαπράξει άλλα αδικήματα και διήγε βίο έντιμο εν γένει, ώστε πρέπει να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθ. 842α Π.Κ., κρίνοντας αυτή ένοχη της απάτης που διέπραξε ως άνω". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το ίδιο Δικαστήριο, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α του ΠΚ, του ότι: "Στην ....., την 3/5/2001, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έπεισε τον εγκαλούντα Ψ να προβεί στην αγορά ακινήτου της καταβάλλοντας της το αντίτιμο ποσού δρχ. 23.905.200, αφού τον διαβεβαίωσε ότι το εν λόγω ακίνητο, που βρίσκεται στην οδό ..... αρ. ... στο ..... και είναι εμβαδού 54,13 τ.μ. είναι ελεύθερο παντός βάρους, χρέους, υποθήκης, προσημειώσεως κ.λ.π. γεγονός ψευδές καθώς ως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ο εγκαλών, επί του ως άνω ακινήτου είχε ήδη με την υπ' αριθμ. 8053/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγγραφη προσημείωση υποθήκης υπέρ της πιστώτριας της κατηγορουμένης Α προς εξασφάλιση απαιτήσεως της τελευταίας εκ δρχ. 15.000.
  2. Για τα παραπάνω, ψευδώς διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα η κατηγορουμένη με σκοπό να προσπορίσει για την ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 23.905.200 δρχ., βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος αναλόγως. Η ζημία δε που προκλήθηκε στον εγκαλούντα ήταν ιδιαιτέρως μεγάλη. Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορουμένη μέχρι το χρόνο που έγινε η πράξη, έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απάτης, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 α', 386 παρ.1 β -α του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη πωλήτρια του ακινήτου τέλεσε την απάτη με παράσταση στον εγκαλούντα αγοραστή κουμπάρο της ότι το πωλούμενο ακίνητο ήταν ελεύθερο βαρών, ενώ ήταν προσημειωμένο με υποθήκη, γεγονός που απέκρυψε και στο συνταχθέν συμβόλαιο μεταβίβασης, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, το τίμημα των 23.905.206 δραχμών, που της κατέβαλε προς τούτο και σε βάρος της περιουσίας του εγκαλούντος, που κατέβαλε ποσό 20.000.000 δραχμών και στον ενυπόθηκο δανειστή του εν λόγω ακινήτου που είχε εγγράψει προσημείωση σ'αυτό πριν τη μεταβίβασή του στον εγκαλούντα. Η άνω δε παράσταση του ψευδούς γεγονότος της έλλειψης βαρών στο πωλούμενο ακίνητο και ταυτόχρονα η αποσιώπηση του αληθούς γεγονότος της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης τρίτου, δε δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση, αφού δε διαφοροποιείται ο τρόπος τελέσεως, αφορούν και τα δύο το ίδιο ψευδές γεγονός, της μη ύπαρξης βάρους στο πωλούμενο ακίνητο, απλά δε προσδιορίζεται και συγκεκριμενοποιείται ο δόλος της κατηγορουμένης, με το να αποσιωπήσει στο συμβόλαιο μεταβίβασης το γνωστό σε αυτήν βάρος, δηλαδή της ύπαρξης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης. Επίσης δε συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης μεταβολής κατηγορίας, που συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον από την αντιπαράθεση ως παραπάνω αιτιολογικού και διατακτικού, δεν προκύπτει ότι έχει γίνει στην καταδικαστική απόφαση προσθήκη περιστατικών που δεν περιέχονται στο απαγγελθέν κατηγορητήριο, οι δε περιστάσεις διάπραξης της απάτης είναι ίδιες. Η προσθήκη δε, όπως παραπάνω εκτέθηκε στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό, μετά τη φράση ότι η κατηγορουμένη διαβεβαίωσε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι το πωλούμενο ακίνητό της ήταν ελεύθερο παντός βάρους, χρέους, υποθήκης, προσημειώσεως κλπ, γεγονός ψευδές, καθώς εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ο εγκαλών, ότι επί του ως άνω ακινήτου είχε εγγραφεί με την 8053/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσημείωση υποθήκης υπέρ πιστώτριας της κατηγορουμένης προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της ποσού 25.000.000 δραχμών και της φράσεως "γεγονός που απέκρυψε και στο συνταχθέν συμβόλαιο μεταβίβασης, ενώ ήταν προσημειωμένο", δε διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της απάτης και δε δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση ως προς τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις, ούτε επιφέρει μεταβολή της κατηγορίας, ενώ δεν προκύπτει καμία ασάφεια ως προς το ποσό του σκοπηθέντος οφέλους και της αντίστοιχης βλάβης του εγκαλούντος,(23.905.200 δραχμές= 70.154,66 ευρώ) που κρίθηκε, από το Δικαστήριο ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το Δικαστήριο δε, όπως προκύπτει από το άνω αιτιολογικό του, στήριξε την παραπάνω κρίση του, για το παρασταθέν ως αληθές γεγονός της ελλείψεως βαρών, που όμως ήταν ψευδές αφού υπήρχε γραμμένη στο μεταβιβασθέν ακίνητο προσημείωση υποθήκης, παραδεκτά, στην κατάθεση του εγκαλούντος, στην κατάθεση της μάρτυρος υπέρ της οποίας ήταν γραμμένη η άνω προσημείωση υποθήκης και του συζύγου αυτής και στο με αριθμό ..... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακος Π. Φαλήρου, που αναγνώσθηκε και από το οποίο προκύπτει η εγγραφή της εν λόγω προσημείωσης υποθήκης. Επομένως, οι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠοινΔ δεύτερος, τρίτος και πέμπτος σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ, 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας και όταν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου σε αυτόν από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, άλλο έγγραφο, απολογία κατηγορουμένου κλπ). Στην προκείμενη περίπτωση, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι "το από αυτήν πωλούμενο σε αυτόν ακίνητο ήταν ελεύθερο παντός βάρους, υποθήκης, προσημειώσεως κλπ, γεγονός ψευδές καθώς εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ο εγκαλών ότι επί του εν λόγω ακινήτου είχε ήδη, με την υπ'αριθ. 8053/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της πιστώτριας της κατηγορουμένης Α, προς εξασφάλιση απαιτήσεως της τελευταίας εκ δρχ. 25.000.000". Η πιο πάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αλλά και στο αιτιολογικό όμως του Δικαστηρίου δε μνημονεύεται ειδικά ότι λήφθηκε υπόψη, αντίθετα προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατέληξε στην παραπάνω καταδικαστική του κρίση και δη περί του παρασταθέντος ψευδούς γεγονότος της έλλειψης βαρών και συγκεκριμένα της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης πάνω στο πωλούμενο ακίνητο, από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τους μάρτυρες κατηγορίας και το αναγνωσθέν με αριθ. ..... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Π. Φαλήρου, από το οποίο και προέκυπτε σαφώς η εγγραφή του άνω βάρους, η δε αναφορά της συγκεκριμένης αποφάσεως, που διέταξε την εγγραφή της προσημειώσεως, στο διατακτικό, αναφέρεται διηγηματικά και δεν προσθέτει τίποτα παραπάνω ως προς το αποδεικνυόμενο από τα άλλα αποδεικτικά μέσα γεγονός της εγγραφής του βάρους της προσημειώσεως υποθήκης. Επομένως, από την εν λόγω αναφορά, δε δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 212 παρ.1 περ.β του ΚΠοινΔ ορίζει, για το επαγγελματικό απόρρητο των μαρτύρων, πλην άλλων, ότι η διαδικασία ακυρώνεται, αν εξετασθούν στην προδικασία ή στην κύρια διαδικασία οι συνήγοροι σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους, οι συνήγοροι δε κρίνουν, σύμφωνα με τη συνείδησή τους, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέσουν όσα άλλα έμαθαν με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός τους. Περαιτέρω, οι διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 49 του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ορίζουν ότι " ο Δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί απαραβίαστον την απαιτουμένην υπέρ τους εντολέως αυτού εχεμύθεια περί όσων ούτος ενεπιστεύθη αυτώ. Περί όσων άλλων περιέχονται εις γνώση του εξ αφορμής της ασκήσεως του Δικηγορικού λειτουργήματος, αφίεται εις αυτόν να κρίνει εν συνειδήσει, αν και εν τίνι μέτρω πρέπει καλούμενος να καταθέσει ως μάρτυς. Εις πάσαν περίπτωση δεν δύναται να εξετάζεται ως μάρτυς επί υποθέσεως εις ην ανεμίχθη ως δικηγόρος άνευ προηγουμένης αδείας του ΔΣ του Συλλόγου εις ον ανήκει, ή εν κατεπειγούση περιπτώσει του Προέδρου αυτού". Από τις διατάξεις αυτές που τέθηκαν προς προστασία των διαδίκων και ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει, μεταξύ αυτών και των δικηγόρων, προκύπτει ότι ακυρότητα δημιουργεί η κατάθεση από δικηγόρο γεγονότων που εμπιστεύθηκε σε αυτόν ο πελάτης του, αφήνεται δε στο δικηγόρο να κρίνει, κατά συνείδηση, αν πρέπει να καταθέσει για γεγονότα που έμαθε με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός του. Απαραίτητη, όμως προϋπόθεση αποτελεί η προηγούμενη παραίτησή του από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η έλλειψη άδειας του δικηγορικού συλλόγου ή του Προέδρου του δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεώς του, αλλά συνεπάγεται μόνο πειθαρχικές κυρώσεις, κατά του παραβάτη δικηγόρου. Συνεπώς, νομίμως εξετάστηκε, ως μάρτυρας στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δικηγόρος Αθηνών Β, δικηγόρος του αναιρεσείοντος που είχε παραστεί απλώς κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου και δεν παρέστη ως συνήγορος πολιτικής αγωγής και ουδεμία ακυρότητα εντεύθεν επήλθε και ανεξάρτητα του εάν είχε λάβει ή όχι άδεια του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή του Προέδρου αυτού. Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-5-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 3340/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.