Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 320 / 2013 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Παραγραφής έναρξη. Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση υπό το κράτος της ισχύος του ν. 3220/
(18)μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στη ... στις 1-6-2005, 29-8-2005, 1-3-2007, 29-1-2008 και 1-2-2009 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία Δ.Τ. ΕΜΠΟΡΙΟΝ ΥΑΛΙΚΩΝ δεν προέβη για λογαριασμό της στην πληρωμή βεβαιωμένων στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία χρεών προς το Δημόσιο, η δε καθυστέρηση αφορούσε διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και στους πιο πάνω χρόνους με την προαναφερθείσα ιδιότητά του δεν προέβη στην πληρωμή χρεών της εν λόγω εταιρίας στο Δημόσιο που συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 224.769,11 ευρώ βεβαιωθέντων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. όπως αυτά προσδιορίζονται πιο κάτω ως προς το μη πληρωθέν ποσό, τη βεβαίωση αυτών και την έναρξη της τετράμηνης προθεσμίας καταβολής δοθέντος ότι ήταν εφάπαξ καταβαλλόμενα: ποσό 77,47 ευρώ, που αφορά έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 14-2-2004 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 31-1-2005, ποσό 3.184,66 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 7.305,73 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 17.453,32 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 18.057,31 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 15.582,80 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, δικαστική απόφαση και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 12-9-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-10-2006, ποσό 13.009,49 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, δικαστική απόφαση και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 19-9-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-10-2006, ποσό 4.000,23 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 19.033,56 που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 15.507,18 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 32.382,09 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 27.472,77 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 2.626,65 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 5.553.99 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 6.017,31 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 15.217,02 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 17.450,55 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 1.232,21 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 16,38 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 16,38 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 16,38 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 33,93 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 897,75 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 910,35 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 278,25 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 929,25 ευρώ που αφορά εισόδημα προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 506,10 ευρώ που αφορά εισόδημα προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-
- Ο εκκαλών κατηγορούμενος ομολόγησε ότι οφείλει τα άνω ποσά, πλην όμως ισχυρίζεται ότι όλα αυτά προέρχονται από τελωνειακές παραβάσεις, για τις οποίες έχει αθωωθεί (συγκεκριμένα με την 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για την κατηγορία της λαθρεμπορίας) και ότι εκκρεμούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας δύο αναιρέσεις με τις οποίες ζητά την ακύρωση των τελωνειακών προστίμων που του επιβλήθηκαν. Τέλος για τους λόγους αυτούς ζητά την αθώωση του ή την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η μη καταβολή των χρεών που βεβαιώθηκαν σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου εντός της κατά νόμο προθεσμίας, οπότε το κύρος ή μη της διοικητικής πράξης με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος, έτσι ώστε το θέμα αυτό και υπό την προϋπόθεση ότι εκκρεμεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, να μη σχετίζεται με την παρούσα ποινική δίκη. Περαιτέρω, η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι εσφαλμένως αυτό έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Κατά συνέπεια οι σχετικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος - κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν, δοθέντος ότι η 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αφορά κατηγορία λαθρεμπορίας, ενώ τα είδη των οφειλόμενων ποσών ουδόλως προκύπτει ότι σχετίζονται με τελωνειακές παραβάσεις. Για τους ίδιους άνω λόγους πρέπει ν' απορριφθεί και το αίτημα της αναβολής. ... Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι τα άνω χρέη δεν έχουν εξοφληθεί από τον κατηγορούμενο πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τη μη καταβολή τους". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Ναι μεν το σκεπτικό, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ταυτίζεται με το διατακτικό, πλην το τελευταίο, που αποτελεί με το σκεπτικό ενιαίο σύνολο, περιέχει με τόση πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε καθίστατο περιττή οποιαδήποτε διαφοροποίησή του. β) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόν του, μνημονεύει δε ειδικώς την υπ' αριθ. 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά. γ) Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τα χρέη είχαν προκύψει από τελωνειακές παραβάσεις και ότι αυτός είχε αθωωθεί για την πράξη της λαθρεμπορίας, οπότε, πλέον, δεν υφίσταντο αυτά, αφενός δεν ήταν νόμιμος, καθόσον το κύρος της διοικητικής πράξεως, με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη, δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη, και αφετέρου είναι αρνητικός της κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, παρά ταύτα, όμως, τον απέρριψε αιτιολογημένα με την παραδοχή ότι δεν προέκυψε ότι τα χρέη σχετίζονται με τελωνειακές παραβάσεις. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης όταν η έκβαση αυτής εξαρτάται από την έκβαση πολιτικής ή διοικητικής δίκης που εκκρεμεί Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν' αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά το στάδιο της απολογίας του, υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου σχετικώς με τα τελωνειακά πρόστιμα που του είχαν επιβληθεί. Το αίτημα αυτό, για το λόγο που έχει προεκτεθεί, δεν ήταν νόμιμο και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, το απέρριψε με την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογία. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν απάντησε στο ως άνω αίτημα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρότεινε και τον ισχυρισμό ότι αθωώθηκε αυτός για τη λαθρεμπορία, με αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και ότι οι διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα αντιβαίνουν στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γιατί οι τελωνειακές κυρώσεις αποτελούν κυρώσεις ποινικής φύσεως, στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, γιατί παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας από την απόδοση σ' αυτόν εκ νέου της τελέσεως της λαθρεμπορίας, στην αρχή της αναλογικότητας λόγω της κατ' επανάληψη τιμωρίας του πολίτη και στην αρχή της ισότητας, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ρυθμίζει διαφορετικά τη δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ανάλογα με το αν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε, το κύρος των βεβαιωτικών πράξεων δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη, πέραν του ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα οφειλόμενα χρέη δεν προέκυπτε ότι σχετίζονταν με τελωνειακές παραβάσεις, ενώ η υπ' αριθ. 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αφορούσε κατηγορία για λαθρεμπορία. Επομένως, ορθώς το Δικαστήριο δεν απάντησε και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 86 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λπ.", "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση (παρ. 1). Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ. 2)". Κατά δε την παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Τέλος, με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 34 του ν. 3220/2004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "
- Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω, σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενου, ειδικού αδικήματος καθυστερήσεως καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ. α) και η υποβολή της αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδάφ. β), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί ενάρξεως παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και, συνεπώς, ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, ενώ δε μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού κ.λπ.", διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστερήσεως καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο (ΟλΑΠ 2/2011). Κατά δε τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, όπως, π.χ., όταν προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, πρότεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι οι πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο είχαν παραγραφεί, γιατί από τις 9.7.2002, που θεωρήθηκε η αρχική έκθεση ελέγχου, μέχρι τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (25.6.2012), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν ήταν νόμιμος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος αρχίζει από το χρόνο τελέσεως της πράξεως, δηλ. από την πάροδο τετραμήνου από τότε που κάθε επί μέρους χρέος κατέστη απαιτητό και, στην παρούσα περίπτωση, δεν άρχισε για κανένα χρέος πριν από την 1.6.2005 και, επομένως, ενόψει του ότι η προθεσμία αυτής έχει ανασταλεί, γιατί το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε μέσα στην πενταετία (την 1.7.2009), μέχρι τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (25.6.2012), δεν είχε παρέλθει οκταετία. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, λοιπόν, δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, παρά ταύτα, όμως, στο σκεπτικό του, όπου εκθέτει, λεπτομερώς, πότε κάθε χρέος κατέστη απαιτητό και αναφέρει πότε έγινε η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό αιτιολογημένα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω περί παραγραφής διατάξεων και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι, αφού απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 20/10 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση του Ν. Τ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5857/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα