Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 33 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια παρά υποχρέου (άρθρα 28, 314 παρ. 1 εδ. α και 315 του Π.Κ.). Αναιρείται η απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Αριθμός 33/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μιχαηλίδη, περί αναιρέσεως της 1197/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1024/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα πρακτικά της δίκης, την απολογία του κατηγορούμενου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι αυτός (ο κατηγορούμενος) τέλεσε την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και γι’ αυτό πρέπει, ανεξάρτητα από την συντρέχουσα αμέλεια του παθόντος, να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, στις 25-9-2002 και περί ώρα 6.45 περίπου, ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ....... ΙΧΦ αυτοκίνητο εκινείτο επί της Λεωφόρου ........ με κατεύθυνση από Αθήνα προς ....... και στο αριστερό ρεύμα πορείας. Όταν έφθασε στη διασταύρωση της προαναφερθείσας Λεωφόρου με τη Λεωφόρο ........ και προτιθέμενος να στρίψει αριστερά, ώστε να εισέλθει στην εν λόγω Λεωφόρο, σταμάτησε μπροστά στον ερυθρό σηματοδότη και κοντά στη νησίδα, που οριοθετεί τα δυο ρεύματα πορείας της Λεωφόρου ........., αναμένοντας την αφή του πρασίνου. Με την ίδια κατεύθυνση και πίσω από το φορτηγό εκινείτο το οδηγούμενο από τον Ψ1 υπ’ αριθμό ...... δίκυκλο μοτοποδήλατο. Όταν σταμάτησε το φορτηγό (λόγω του ερυθρού σηματοδότη) το μοτοποδήλατο που επίσης ήθελε να στρίψει αριστερά, ώστε να εισέλθει στη Λεωφόρο ........., ανεπίτρεπτος κινήθηκε δεξιά του φορτηγού και σταμάτησε ενάμισυ περίπου μέτρα μπροστά του, ώστε να μπορεί να βλέπει το σηματοδότη. Όταν ο φωτεινός σηματοδότης έδειξε πράσινο, ο κατηγορούμενος, του οποίου το αυτοκίνητο είναι ψηλό και από τη θέση του οδηγού δεν είχε άμεση ορατότητα για το προ του αυτοκινήτου του διάστημα του 1,5 έως 2 μέτρα, ξεκίνησε το όχημα του χωρίς να ελέγξει το διάστημα αυτό, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με τον εμπρόσθιο προφυλακτήρα του οχήματος του, στον οπίσθιο τροχό του μοτοποδηλάτου και να το παρασύρει για αρκετά μέτρα, με επακόλουθο τον τραυματισμό του οδηγού του (Ψ1), ο οποίος υπέστη κάταγμα εξάρθρωμα ισχύου (ΑΡ) και κάταγμα(ΑΡ) αντιβραχίου. Ο τραυματισμός οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια τόσο του παθόντος, που δεν περίμενε πίσω από το φορτηγό, αλλά ανεπίτρεπτος κινήθηκε από δεξιά και σταμάτησε μπροστά του, σε απόσταση που δεν ήταν άμεσα ορατός, όσο και του κατηγορούμενου, ο οποίος, μολονότι γνώριζε ότι, λόγο του ύψους του οχήματος του, δεν ήλεγχε άμεσα την κίνηση στα 1,5-2 μέτρα μπροστά του, εν τούτοις δεν έλεγξε την κίνηση, γιατί δεν προέβλεπε ότι θα μπορούσε κάποιο μοτοποδήλατο να μπεί μπροστά του κατά τον χρόνο που ήταν σταματημένος (άνευ συνειδήσεως αμέλεια). Ο παθών δεν είναι δυνατόν να κινήθηκε αριστερά του φορτηγού, γιατί αυτό, όπως προαναφέρθηκε, ήταν σταματημένο δίπλα στη νησίδα, ενώ η ζημιά που είχε το φορτηγό στη μέση του εμπρόσθιου προφυλακτήρα του, δηλώνει ότι το μηχανάκι ήταν σταματημένο μπροστά του, ενώ η μη παράσυρσή του σε μεγαλύτερη απόσταση, με βαρύτερες ενδεχομένως συνέπειες, οφείλεται στο ότι ο εξετασθείς και στο ακροατήριο αυτόπτης μάρτυρας .........., ειδοποίησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος, ενόψει της προαναφερθείσας αμέλειάς του, παρότι όφειλε ως επαγγελματίας (υπόχρεος) δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που θα είχε ο μη έλεγχος της έμπροσθεν του φορτηγού του μη άμεσα ορατής κυκλοφοριακής κινήσεως και γι’ αυτό, ανεξάρτητα από τη συντρέχουσα αμέλεια του παθόντος, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος.". Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ασαφείς, ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν περαιτέρω ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τον άρθρον 314 παρ.1 και 315 παρ.1β του Π.Κ και έτσι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τούτο, γιατί, πρώτον, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος δεν είχε ορατότητα σε απόσταση 1,5-2 μέτρων, από τη θέση του οδηγού, λόγο της κατασκευής του οχήματος του και ότι ανεπίτρεπτος ο παθών μετακινήθηκε από δεξιά σε σχέση με το ζημιογόνο όχημα προς τα αριστερά και στη συνέχεια ανεπίτρεπτος αυτός σταμάτησε μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου, στην απόσταση του 1,5 μέτρου, δεν αιτιολογεί ειδικώς γιατί ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του παθόντος και του μοτοποδηλάτου του, παρά την εν λόγω έλλειψη ορατότητας και β) ενώ η ίδια απόφαση δέχεται, όπως προαναφέρθηκε ότι ο παθών ανεπιτρέπτως κινήθηκε μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου και δεν ήταν ορατή η παρουσία του από τον κατηγορούμενο, ακριβώς λόγω της υψομετρικής διαφοράς των δυο οχημάτων, ταυτόχρονα δέχεται, ότι ο αναιρεσείων δεν ήλεγξε την κίνηση του μοτοποδηλάτου και ότι δεν προέβλεψε ότι είναι δυνατό να μεσολαβήσει η διέλευση του από δεξιά, σε σχέση με τη θέση του οχήματος, που οδηγούσε ο αναιρεσείων. Έτσι, όμως, υφίσταται αντιφατική αιτιολογία, ενόψει της παραδοχής ότι δεν ήταν ορατή η θέση του παθόντος και του μοτοποδηλάτου του, αφενός λόγω της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των δυο οχημάτων, αφετέρου δε, λόγω της ανεπίτρεπτης κίνησής του, από δεξιά προς τα αριστερά, και εκείνης κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν ήλεγξε την κίνηση του μοτοποδηλάτου, τη στιγμή που η θέση του ζημιογόνου οχήματος ήταν η πρέπουσα και, με την αφή του πράσινου φωτός του σηματοδότη, ξεκίνησε. Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι ουσιαστικά βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ). Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ’ αριθμό 1197/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ