← Ελλάδα

ΑΠ 33/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κ.Ο.Κ

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 33 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κ.Ο.Κ.. Περίληψη: Παράβαση άρθρου 42 παρ.7 Ν. 2696/ 1999 - ΚΟΚ. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρότητας της διαδικασίας και εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 42 του ΚΟΚ και συναφούς ΥΑ, από ανάγνωση και λήψη υπόψη, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου της εκθέσεως επανεξέτασης του β΄ δείγματος του αίματος, λόγω διαφόρων πλημμελειών της διαδικασίας λήψεως, διότι αφορά σε ακυρότητες της προδικασίας, που έπρεπε να προταθούν μέχρι της αμετάκλητης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά το άρθρο 176 παρ.1 του ΚΠΔ, πράγμα που δεν έγινε και επομένως καλύφθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα, κατά τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ.613/2006, 44/2005, 1665, 363/2003). 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος λόγος ελλιπούς αιτιολογίας, εκ της απλής αντιγραφής στο σκεπτικό του διατακτικού, αφού περιλαμβάνει και αναφέρονται σε αυτό όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά και οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά (ΑΠ 2132/2007). ΑΡΙΘΜΟΣ 33/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 1350/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 242/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 έως 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του ν.2963/2001 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω αναφερόμενης αξιόποινης πράξεως, (3-11-2003), πριν την αντικατάστασή του δια του άρθρου 40 του ν.3542/2007, ορίζεται ότι: Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ... Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημοσίας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, μπορεί να καθορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. (παρ. 1). Τα αρμόδια αστυνομικά και λιμενικά όργανα μπορούν κατά περίπτωση να ασκούν έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης, στον οργανισμό των οδηγών, οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1, οι δε οδηγοί υποχρεούνται να δέχονται τον έλεγχο αυτόν. (παρ.2). Όποιος διαπιστώνεται ότι οδηγεί όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών, διοικητικό πρόστιμο διακοσίων χιλιάδων δραχμών και αφαίρεση επί τόπου, της άδειας ικανότητας οδηγού για έξι μήνες, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω του 1,10 g/Ι, μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ... (παρ.7 εδ.γ). Επίσης, κατά τα άρθρα 2,4 και 6, της σε εκτέλεση του άνω άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999, εκδοθείσας κοινής ως άνω Υ.Α. 43500/5691/2002 (ΦΕΚ Β' 1055/12-8-2002), καθορίζεται ο επιστημονικός τρόπος και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος με αιμοληψία, ειδικότερα δε προβλέπεται πλην άλλων, ότι η λήψη 10 ml αίματος του οδηγού γίνεται από ιατρό ή νοσηλευτικό προσωπικό κλπ, με δύο φιαλίδια, με επικολλούμενη σε αυτά ετικέτα στην οποία αναγράφεται πλην άλλων ο χρόνος ης αιμοληψίας, το ονοματεπώνυμο του διενεργήσαντος την αιμοληψία, ότι το ένα φιαλίδιο χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό και τον ποσοτικό προσδιορισμό του οινοπνεύματος, το δε άλλο φυλάσσεται σε ψυγεία της αρμόδιας προς εξέταση αρχής, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών μηνών από τη λήψη του αίματος, ότι οι αρχές που αποστέλλουν δείγματα αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος, υποχρεούνται να ανακοινώσουν εγγράφως στους ελεγχόμενους τα αποτελέσματα της εξέτασης, ότι ο ελεγχόμενος μπορεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας 5 ημερών από τη χρονολογία επίδοσης, να ζητήσει την εξέταση του δείγματος που φυλάσσεται στην υπηρεσία και ότι για την επιβολή των ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο, λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα του δευτέρου επαναληπτικού ελέγχου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 1350/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την επιτρεπτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατηγορούμενος για οδήγηση στις 3-11-2008 ΙΧΕ αυτοκινήτου, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που βρέθηκε με εξέταση δύο δειγμάτων αίματος αυτού και με ποσοστό οινοπνεύματος 1,80 και 1,90 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος αντίστοιχα από την εξέταση των δύο δειγμάτων, πρότεινε το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέλαβε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του ασκηθείσας ποινικής δίωξης και περί μη λήψης υπόψη του αποτελέσματος της εκθέσεως ελέγχου του δευτέρου δείγματος αίματος, για ακυρότητα της διαδικασίας του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας κοινής Υ.Α. 43500/5691/11-8-2002, περί του τρόπου λήψεως του αίματος, περί του τρόπου εξέτασης των ληφθέντων δύο φιαλιδίων αίματος, περί του μετά τρίμηνο χρόνου εξέτασης του δευτέρου δείγματος, χωρίς να του επιδοθεί ποτέ το αποτέλεσμα του πρώτου δείγματος αίματος, ισχυρισμό που τα δικαστήρια της ουσίας απέρριψαν, με την αιτιολογία ότι οποιαδήποτε τυχόν ακυρότητα της προδικασίας κατά τη διενέργεια λήψεως και ελέγχου των ληφθέντων δειγμάτων αίματος του κατηγορουμένου, καλύφθηκε, αφού δεν προτάθηκε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή αυτού στο ακροατήριο για την πράξη αυτή. Η ακυρότητα αυτή, για παραλείψεις της προδικασίας, σύμφωνα με την πιο πάνω νομική σκέψη, ανάγεται πράγματι στην προδικασία και έπρεπε να προταθεί από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατ'άρθρο 176 παρ.2 του ΚΠοινΔ, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, προταθείσα δε το πρώτον ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας καλύφθηκε. Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε και ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την υποβληθείσα σχετική ένσταση του κατηγορουμένου και έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του και την από 4-2-2004 έκθεση εξετάσεως του δευτέρου δείγματος αίματος, το δε άρθρο 42 του ν. 2696/1999 και η σε εκτέλεση αυτού εκδοθείσα ως άνω κοινή Υ.Α, ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α και Ε ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1350/2007 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι : "ο κατηγορούμενος στις 3-11-2003, περί ώρα 21.00, στο ... χιλιόμ. της Ε.Ο. .....- ....., οδηγούσε το με αριθμό ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, βρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συγκεκριμένα σε ποσοστό 1,80 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, σύμφωνα με την α'εξέταση και 1,90 χιλιοστά του γραμμαρίου σύμφωνα με τη β' εξέταση, αν και η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος απαγορεύεται, όταν ο οδηγός αυτού βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνευματοδών ή άλλων τοξικών ουσιών". Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 42 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων26 παρ.1, 27 παρ.1 α, 42 παρ.1, 5 και 6 του ν. 2696/1999 (περί Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας), σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα Υπουργική Απόφαση, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι ταυτόσημο με το διατακτικό και αποτελεί πράγματι απλή αντιγραφή αυτού, δε σημαίνει ότι είναι και ελλιπές, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, όπως τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και οι αποδείξεις από τις οποίες το Δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά, ενώ δεν ήταν απαραίτητο στην αιτιολογία να εξειδικευθεί ή να διερευνηθεί ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία λήψεως και εξετάσεως των δύο δειγμάτων αίματος του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 1350/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.