← Ελλάδα

ΑΠ 337/2008 — Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 337 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας. Περίληψη: Στοιχεία μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρ. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990). Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Προϋποθέσεις άσκησης ποινιkής δίωξης επί αδικημάτων φοροδιαφυγής των άρθρων 17, 18 και 19 του Ν. 2523/

  1. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας προταθείς υπό του αναιρεσείοντος λόγος αναιρέσεως, αφού για τη δίωξη των εγκλημάτων του αρ. 23 του Ν 2523/1997 δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, ενώ επί των αδικημάτων του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του αρθρ. 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία η μηνυτήρια αναφορά πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Αριθμός 337/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της 16/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 392/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις αυτές πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει, να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α)η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β)η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ)ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ)το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή, ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (25 παρ. 1 1882/1990, όπως ισχύει μετά το ν. 2523/1997 στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες που νέα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου : α)για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείρηση αυτών, σωρευτικά ή μη ........Ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου του ίδιου Νόμου, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία.....". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει, να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απλό τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή), εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όταν, όμως, πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, όπως είναι και η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, αν, δηλαδή, στην περίπτωση της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, πρόκειται για μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή για καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 16/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, σε ποινή φυλάκισης δέκα τριών

(13)μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται ότι από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην ....... στις 30-6-1994 (πάροδος δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής που ήταν 30-4-1999) ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "Ιατρικά είδη βορείου Ελλάδος Α.Ε", έχοντας χρέη προς το Δημόσιο που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης) και τα οποία ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα προερχόμενα από λοιπούς φόρους και χρέη (αχρεωστήτως καταβληθέντα) και συγκεκριμένα 757.006, 60 ευρώ (257.950.000 δραχ.) για κεφάλαιο, πλέον προσαυξήσεων ποσού 75.700, 66 ευρώ (25.795.000 δραχ.) και συνολικά 832.707, 26 ευρώ (283.745.000 δρχ.), παραβίασε για περισσότερο από δύο μήνες, όπως προαναφέρθηκε, την προθεσμία καταβολής των χρεών τα οποία ήταν πληρωτέα εφάπαξ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στον επισυναπτόμενο, στο διατακτικό της παρούσας, πίνακα χρεών. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Στο διατακτικό δε διαλαμβάνεται ότι: "Στην ........ Έβρου στο χρόνο που αναφέρεται στον παρακάτω πίνακα χρεών παραβίασε την προθεσμία καταβολής κατά τις ισχύουσες διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η οποία προθεσμία αναφέρεται είτε στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων (για τμηματικά καταβαλλόμενα χρέη) είτε (προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ) σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο
(2)μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο ως επιχειρηματίας τυγχάνων, παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρέους ποσού 283.745.000 δραχμές. Ειδικότερα παραβίασε στη Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης καταβολή χρέους ποσού 283.745.000 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ στις 30-6-1999 (πάροδο διμήνου από τον χρόνο καταβολής) όπως αναλυτικά περιγράφονται στον κατωτέρω πίνακα χρεών: Α.Φ.Μ. Στοιχεία Βεβαίωσης Αρχική βεβαίωση ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ· ΦΟΡΩΝ Τρόπος πληρωμής Αριθ. ληξιπροθ. δόσεων Αριθ. Ημερ. Διαγραφέν ΠΑΡΑΚΡΑΤ ., ΕΠΙΡΡΙΠΤΟΜ . ΔΑΝΕΙΑ ΛΟΙΠΟΙ Φ0ΡΟΙ ΚΑΙ ΧΡΕΗ Ημ/νία λήξης Α' δόσης ΣΥΝΟΛΟ Ιδιότητα Οικονομικό έτος Εισπραχθέν Ληξιπρ.κεφάλαιο ΣύνολοΑπαιτητό Ληξιπρ. κεφάλαιο ΣύνολοαπαιτητόΗμ/νία λήξης τελ. δόσης Είδος φόρου Υπόλ. οφειλής Συνεισπρ. Συνεισπρ. Ημ/νία παραβίασης Προθεσμίας καταβολής.......... 257.950.000257.950 . 000 0 0
  1. .000 00 · ". ο 0 257.950.000 283.745.000 283.745.000 .......... 0 00 025.795.000 Εφάπαξ...........ΔΙΕΥΘΥΝΩΝΣΥΜΒΟΥΛΟΣΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΑ (ΜΟΝΟ ΠΡΟΣ.) 0257.950.000 ΣΥΝΟΛΑ257.950.000 0 0 257.950.000 00 0 257.950.000 25.795.000 283.745.000 283.745.000 Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, όπως προεκτέθηκαν, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει, καθόσον αφορά τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος συνιστάμενο στην καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών. Περαιτέρω, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: 1)αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, 2)στην απόφαση προσδιορίζονται α)η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης) β)το είδος και το ύψος των χρεών και συνολικά και αναλυτικά (φόροι και χρέη) γ)ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει ότι πρόκειται για εφάπαξ καταβολή δ)ο ακριβής χρόνος που κάθε ένα από τα μερικότερα χρέη κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι στις 30-6-1999 (πάροδος διμήνου από τον χρόνο καταβολής 30-4-1999) και απαιτητά την 1-7-
  2. Επίσης, αναφέρεται στο αιτιολογικό και στο διατακτικό (πίνακα χρεών) ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κατά τον ως άνω χρόνο καταβολής των χρεών είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "Ιατρικά Είδη Βορείου Ελλάδος Α.Ε" δεν απαιτούνταν δε να διευκρινιστεί από πού ακριβώς αυτός απέκτησε την ιδιότητα αυτή (από το καταστατικό ή από απόφαση του Δ.Σ). Η αναγραφή στο διατακτικό της απόφασης πριν από τον πίνακα χρεών, ότι ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο καταβολής των χρεών ή του επιχειρηματία οφείλεται σε προφανή παραδρομή και ουδεμία ασάφεια δημιουργεί σχετικά με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατά τον εν λόγω χρόνο. Εξάλλου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η ασκηθείσα ποινική δίωξη έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι αφενός μεν δεν υπήρξε προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας άσκησης της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής και αφετέρου η μηνυτήρια αναφορά από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δεν συνοδευόταν από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας η δίωξη του διωκομένου εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί, προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής κατά της φορολογικής εγγραφής, αλλά ούτε και την επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη εκ των άρθρων 17, 18 και 19 του ν. 2523/1997 και όχι χρέη εκ του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/
  3. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του Κ.Ποιν.Δ δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγος της ένδικης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας είναι αβάσιμοι και πρέπει, να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ, η παραβίαση των διατάξεων των καθοριζουσών την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία του παρέχονται και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως. Τέτοια παραβίαση αποτελεί και η περίπτωση κατά την οποία, μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου και την συζήτηση που επακολούθησε περί της επιβλητέας ποινής, δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του περί αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 παρ. 3 και 371 παρ. 3 εδ. β' του Κ.Ποιν.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα περί της επιβλητέας ποινής δεν έδωσε τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου τον οποίο νομίμως εκπροσωπούσε περί της ποινής. Ενόψει αυτών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρουπόλεως υπέπεσε στην πλημμέλεια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ και συνεπώς, είναι βάσιμος ο από αυτή πρώτος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος που αναιρείται στο αυτό Δικαστήριο που την εξέδωσε αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 16/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, ήτοι μόνον ως προς την ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ως προς το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 7 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου
  4. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.