Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 341 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Απιστία. Περίληψη: Απάτη κακουργηματική (386 παρ. 1, 3β ΠΚ) και Απιστία (390 ΠΚ). Επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μια πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 425, 971/2009, 930/2009). Δεκτός ως βάσιμος οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομικής βάσης. Αναιρεί και παραπέμπει για κακουργηματική απάτη και ΠΟΠΔ για πλημμεληματική απιστία. Αριθμός 341/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολακάκο, για αναίρεση της 3181/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαλάμπρο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 928/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για απιστία κατ' εξακολούθηση και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ιδίου νόμου), ορίζεται ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς εκτέλεσή τους αποφάσεως. Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ, τότε μόνο θα υπήρχαν περισσότερες πράξεις, που, αν συνδέονταν και με ταυτότητα αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούσαν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω χρόνο (9-9-1999 έως 30-3-2001), ήτοι μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 36 § 2 του Ν. 2172/1993, της περιεχόμενης αρχικώς σ' αυτό λέξεως "πρόθεση" και πριν από την εκ νέου κατάστασή του με το άρθρο 15 Ν. 3242/24.5.2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου χωρίς σκοπό νοσφισμού κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του με ενέργεια εξωτερική. Τέτοια ενέργεια είναι και η πώληση από το διαχειριστή ξένου χαρτοφυλακίου μετοχών με τίμημα κάτω της πραγματικής του αξίας. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, μεταξύ των οποίων και κινητών πραγμάτων, όπως είναι και οι μετοχές εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών. Ως ζημία νοείται και η βλάβη της περιουσίας που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλατον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας της περιουσίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεώς της από τον δράστη και της αξίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. H ζημία στην ξένη περιουσία, πρέπει να είναι βέβαιη και οριστική. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, με την μορφή που προσέλαβε η εν λόγω διάταξη, μετά την άνω αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172/1999 απαιτείται άμεσος δόλος (άρθρ. 27 παρ. 2), μη αρκούντος του ενδεχομένου, δηλαδή ο δράστης πρέπει να επιδιώκει τη ζημία ή να προβλέπει αυτή ως αναγκαία συνέπεια των ενεργειών του και να αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Τα στοιχεία των παραπάνω δύο εγκλημάτων της απάτης και της απιστίας δεν ταυτίζονται, αφού για την απάτη απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ενώ για την απιστία απαιτείται ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να μην υπάρχει τέτοιος σκοπός ( σκοπός νοσφισμού), από τον οποίον προκύπτει και η ειδοποιός διαφορά τους. Εφόσον τα στοιχεία αυτών δεν ταυτίζονται υφίσταται αληθής πραγματική συρροή τούτων. Αν όμως τα εγκλήματα αυτά συνδέονται με ενότητα σκοπού και συμπεριφοράς του δράστη, που εκδηλώνεται και με την προσβολή του ιδίου έννομου αγαθού, όπως όταν ο δράστης με απατηλή συμπεριφορά, επιτυγχάνει την ανάληψη της εν λευκώ διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου μετοχών του παθόντος, με σκοπό την επαγωγή ζημίας στην περιουσία του, με κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας και την αποκόμιση από τον ίδιο ή άλλο παράνομου περιουσιακού οφέλους, η πράξη της απιστίας που έπεται της απάτης απορροφάται από αυτήν, γιατί αποτελεί χρησιμοποίηση, σύμφωνη με τον κατά την πράξη της απάτης σκοπό του δράστη, του ωφελήματος που επιτεύχθηκε με την ανάληψη της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου του μετά από την απατηλή συμπεριφορά του, και ουσιαστική, με την επίτευξη του εγκληματικού σκοπού, αποπεράτωση του εγκλήματος της απάτης, οι δε διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ καλύπτουν όλη την απαξία της εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη, γεγονός που αποτελεί και λόγο ανυπαρξίας, στην περίπτωση αυτή, συρροής κατ' ιδέα απάτης και απιστίας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3181/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 ετών και 5 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα , κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατά τον αμέσως πριν από τις 9-9-1999 χρόνο ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν διευθυντικό στέλεχος της χρηματιστηριακής εταιρείας, με την επωνυμία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος και η εταιρεία αυτή παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας στον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα Ψ ότι έχει υψηλές διασυνδέσεις, φιλίες και γνωριμίες με σημαίνοντες οικονομικούς παράγοντες, όπως με τον πρόεδρο της ΑΛΦΑ Τράπεζας Πίστεως ΑΑ, με τον οποίο κάνουν μαζί ιστιοπλοΐα και με τον γιο του ιδιοκτήτη των ναυπηγείων Ελευσίνας και τραπεζικό παράγοντα ΒΒ και ότι είναι έτσι σε θέση να υπερδιπλασιάσει την αξία, σε σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα, του χαρτοφυλακίου μετοχών, που διατηρούσε ο μηνυτής στην ΑΕΠΕΥ "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ", εάν μετέφερε το χαρτοφυλάκιό του αυτό και το εμπιστευόταν στην παραπάνω εταιρεία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", ακόμη δε διαβεβαίωσε τον μηνυτή ότι έχει την δυνατότητα, εάν κάτι δεν πήγαινε καλά, να μεταβιβάσει το χαρτοφυλάκιό του σε χρηματιστήριο της Γερμανίας, καθόσον διέθετε έγκυρες πληροφορίες για επένδυση σε "σίγουρες" μετοχές όχι μόνο στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, αλλά και σε εκείνα του εξωτερικού. Ο μηνυτής πείσθηκε στις ψευδείς αυτές παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και αντί να πωλήσει τις μετοχές, που κατείχε, όπως σκόπευε, ενόψει του ότι είχε αποκομίσει μέχρι τότε ικανοποιητικά κέρδη, αλλά και ενόψει του ενδεχόμενου της πτώσεως των τιμών στο χρηματιστήριο, απέσυρε στις 9-9-1999 τους τίτλους του χαρτοφυλακίου του, συνολικού ποσού 87.000.000 δραχμών, που διατηρούσε στην εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" και η οποία διαχειριζόταν μέχρι τότε με επιτυχία και με απόδοση κερδών και ακολουθώντας πιστά (ο μηνυτής) τις οδηγίες του κατηγορουμένου, συμβλήθηκε και διαβίβασε τους τίτλους του στην παραπάνω εταιρεία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", όπου εργαζόταν ο κατηγορούμενος. Επίσης η εταιρεία αυτή εξουσιοδοτήθηκε από τον μηνυτή να διαβιβάζει επ' ονόματι του προς την εταιρεία επενδυτικών υπηρεσιών "ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΕΥ" ή προς οποιοδήποτε άλλο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών της απολύτου επιλογής της, εντολές αγοράς και πωλήσεως κινητών αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή οποιαδήποτε άλλη χρηματιστηριακή αγορά και να ενεργεί όλες τις απαιτούμενες χρηματιστηριακές πράξεις, ανοίγοντας και σχετικό κωδικό αριθμό επενδυτή. Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αναλάβει την διεύθυνση του νέου υποκαταστήματος της εταιρείας "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ" στο ... (οδός ... αρ. ...), άρχισε να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή κατά την απόλυτη κρίση του όπως πράγματι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, χωρίς όμως να ενημερώνει τον μηνυτή για την πορεία των επενδύσεών του, ο οποίος περί τον Φεβρουάριο του 2000 άρχισε να διαμαρτύρεται στον κατηγορούμενο και να τον πιέζει να του δώσει λογαριασμό για τις μέχρι τότε ενέργειές του, ενόψει και του ότι η εταιρεία "ΚΟΝΤΑΛΑΞΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", η οποία εκτελούσε τις εντολές του κατηγορουμένου, άρχισε να στέλνει σ' αυτόν (μηνυτή) την κίνηση του επενδυτικού λογαριασμού του, από την οποία όχι μόνο δεν προέκυπταν κέρδη, αλλά αντιθέτως ζημίες. Ο κατηγορούμενος κατάφερε να καθησυχάσει τον μηνυτή, πείθοντάς τον ότι η ενημέρωση που παρείχε σ' αυτόν η εταιρεία "ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" δεν απεικόνιζε την πλήρη και πραγματική αξία των επενδύσεών του, καθόσον μέρος μόνο της αξίας του αρχικού χαρτοφυλακίου του είχε επενδυθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ενώ κατά τα λοιπά τα χρήματά του είχαν επενδυθεί σε REPOS και άλλα επενδυτικά προϊόντα εσωτερικού και εξωτερικού. Του ζήτησε να κάνει υπομονή, να συνεχίσει να εμπιστεύεται τόσο τον ίδιο (κατηγορούμενο) όσο και την εταιρεία του, ήτοι την "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", και να του δώσει μία μικρή πίστωση χρόνου, διαβεβαιώνοντάς τον, ότι δεν θα χάσει ούτε δραχμή και ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) εγγυάτο προσωπικά την αξία των μετοχών του, τουλάχιστον ως προς το ποσό των 8.700.000 δραχμών και έτσι συνέχισε να διαχειρίζεται εν λευκώ το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή. Οι απώλειες όμως αυξάνοντο και τον Ιούνιο του 2000 η αξία των μετοχών του μηνυτή είχε πέσει κάτω από το ποσό των 15.000.000 δραχμών, εξαιτίας της επιλήψιμης και επιζήμιας γι' αυτόν διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου των μετοχών του από τον κατηγορούμενο, από τον οποίο ο μηνυτής ζήτησε επιτακτικά πλέον να παύσει να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιό του και να τον αποζημιώσει πλήρως. Η ευθύνη του κατηγορουμένου για την επιζήμια, κατά τα' άνω, διαχείριση του χαρτοφυλακίου των μετοχών του μηνυτή προκύπτει σαφώς και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με το από 31-8-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του μηνυτή, που αναγνώσθηκε, ανέλαβε, εγγράφως, την υποχρέωση να καταβάλει στον μηνυτή έως τις 31-12-2000 το σύνολο της αξίας του επενδυτικού κεφαλαίου που του είχε εμπιστευθεί ο μηνυτής, δηλαδή το ποσό των 87.000.000 δραχμών, υπό τον όρο ότι θα εξακολουθούσε να διαχειρίζεται κατά την κρίση του το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του μέχρι την ημερομηνία αυτή. Στις 31-12-2000, όμως, ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν είχε μειώσει κάπως τις απώλειες, διαχειριζόμενος (εν λευκώ) το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του μηνυτή, αλλά περιόρισε αυτό σε 940 μετοχές, αξίας 1222.000 δραχμών και στις 30-3-2001 εκποίησε και τις τελευταίες μετοχές και άφησε στον επενδυτικό λογαριασμό του μηνυτή το ποσό των 26.418 δραχμών. Το καταστροφικό αυτό αποτέλεσμα οφείλεται, όπως προκύπτει από τις παρατιθέμενες στο διατακτικό της παρούσας αναλυτικές καταστάσεις αγοραπωλησιών μετοχών, που διενήργησε ο κατηγορούμενος κατά το από 9-9-1999 έως 30-3-2001 χρονικό διάστημα, που διαχειρίσθηκε εν λευκώ το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή, στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με σκοπό να εισπράττει αυτός και η εταιρεία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ" τις ανάλογες για κάθε χρηματιστηριακή πράξη προμήθειες, προέβαινε, όχι μόνο κατά κατάχρηση της εξουσίας του ως διαχειριστή, αλλά και κατά παράβαση των κανόνων της λογικής και της κοινής πείρας, στην πώληση σοβαρών και φερέγγυων μετοχών του χαρτοφυλακίου του μηνυτή σε τιμές χαμηλότερες της αξίας τους και αγόραζε αναξιόποινες μετοχές (μετοχές "φούσκες"), τις οποίες πωλούσε την επομένη σε πολύ βέβαια χαμηλές τιμές, δηλαδή με ζημία, εισπράττοντας αυθημερόν για κάθε πώληση και αγορά την προμήθειά του, η οποία, σημειωτέον, συνολικά υπερέβη το ποσό των 15.000.000 δραχμών, γνωρίζοντας ότι, ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο, προκαλούσε βλάβη στην περιουσία του μηνυτή, στην οποία βλάβη και αποσκοπούσε, προκειμένου, κατά τα προεκτεθέντα, να επωφεληθεί ο ίδιος και η παραπάνω εταιρεία του. Η δε ζημία που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στην περιουσία του μηνυτή ανέρχεται στο ποσό των 87.000.000 δραχμών, όση δηλαδή ήταν η αξία του χαρτοφυλακίου των μετοχών, που του παρέδωσε ο μηνυτής, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξανεμίσθηκε πλήρως. Περί των ανωτέρω σαφής, αλλά και χαρακτηριστική είναι και η κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου τον μάρτυρα ..., Διευθυντή της Εμπορικής Τράπεζας, όπου είχε ο μηνυτής το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του πριν το εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο, ο οποίος μάρτυρας κατέθεσε ότι, όταν ο μηνυτής έχασε τα χρήματά του τον κάλεσε στην οικία του και του έδειξε τις καταστάσεις αγοραπωλησιών μετοχών (οι οποίες σημειωτέον περιήλθαν στα χέρια του μηνυτή, μετά την απώλεια των μετοχών του, από την ως άνω εταιρεία "ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΕΠΕΥ"), από τις οποίες καταστάσεις διαπίστωσε αυτός (μάρτυρας) ότι ο κατηγορούμενος αγόραζε σήμερα και πωλούσε την επομένη, κατά το πλείστον με ζημία, ότι ήταν λάθος ο τρόπος αυτός πώλησης και μάλιστα σε εποχή που το κλίμα ήταν άσχημο και ότι εκτίμησή του (μάρτυρα) είναι ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε το κέρδος μέσω των προμηθειών, καθόσον προμήθεια λαμβάνει ο χρηματιστής και επί των πωλήσεων και επί των αγορών και επομένως ο όγκος των συναλλαγών φέρνει κέρδος, από δε τις 157 συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετοχών) ήταν πολύ λίγες αυτές που είχαν κάποιο ελάχιστο ποσοστό κέρδους και ότι έτσι απαξιώθηκε το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή. Εξάλλου, από την κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του μάρτυρα ..., προκύπτει αναμφίβολα η τέλεση εκ μέρους του κατηγορουμένων ανάλογων αξιοποίνων πράξεων και σε βάρος άλλων προσώπων (πέραν του μηνυτή). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ και της απιστίας κατ' εξακολούθηση, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις αυτές, όπως και πρωτοδίκως, απορριπτομένων ως αβασίμων των παραπάνω σχετικών ισχυρισμών που υπέβαλε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Πρέπει, όμως, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι έζησε έως τον χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αντιθέτως πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της υπερασπίσεως περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και της ελαφρυντικής περιστάσεως της μετά τις πράξεις του καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2ε'ΠΚ), καθόσον δεν έγινε επίκληση περιστατικών που να τον θεμελιώνουν". Με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, αφενός μεν δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναφορικά με τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης και της απιστίας, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, αφετέρου δε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, με τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1,
- 94 παρ.1, 98, 386 παρ. 1, 3 β, και 390 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις αγοραπωλησιών μετοχών, δεν προσδιορίζει τις μερικότερες αυτές πράξεις περιουσιακής διαθέσεως από τον παθόντα, ως αποτέλεσμα χωριστής πλάνης αυτού, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, β) ενώ προσδιορίζει ως χρόνο τελέσεως της απάτης την 9-9-1999, που ο παθών πείστηκε από τον κατηγορούμενο που ήταν διευθυντικό στέλεχος ΑΕΛΔΕ να μην πωλήσει τις μετοχές του, να αποσύρει τους τίτλους του χαρτοφυλακίου του, συνολικού ποσού 87.000.000 δραχμών, από την εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", και να αναθέσει στον κατηγορούμενο, στέλεχος άλλης ΑΕΛΔΕ, την εν λευκώ διαχείριση αυτού, δέχεται στη συνέχεια εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος αυτού με την επαγωγή ζημίας στην περιουσία του παθόντος, από 9-9-1999 έως 30-3-2001, που ουσιαστικά ολοκληρώθηκε ο εγκληματικός σκοπός του δράστη, με την παράλληλη παραδοχή ότι η ζημία προήλθε από την περαιτέρω κακή διαχείριση του χαρτοφυλακίου του παθόντος, συνεπεία της άπαξ στην αρχή στις 9-9-1999 επελθούσας πλάνης του τελευταίου, από την αγορά αναξιόπιστων μετοχών άλλων εταιρειών (μετοχές φούσκες) και τις αλλεπάλληλες αγοραπωλησίες των μετοχών αυτών σε χαμηλότερες της αξίας τους τιμές, εισπράττοντας ο ίδιος ο κατηγορούμενος και η εταιρεία που εκπροσωπούσε τις νόμιμες προμήθειες, μέχρι πλήρους εξανεμίσεως του χαρτοφυλακίου των μετοχών του παθόντος, γ) δέχεται ότι και η πράξη της απιστίας, όπως και της απάτης, τελέσθηκε από τον κατηγορούμενο διαχειριστή με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους του ιδίου και της εταιρείας που εκπροσωπούσε "EUROCAPITAL AEΛΔΕ", ενώ για τη στοιχειοθέτηση της πράξεως αυτής (της απιστίας), σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απαιτείται η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, δια καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική, δ) δέχεται ότι τα άνω δύο εγκλήματα της απάτης και της απιστίας ταυτίζονται ως προς τα στοιχεία που τα θεμελιώνουν, αλλά δεν κάνει καμία σκέψη περί συνδρομής αληθούς, πραγματικής ή φαινομένης συρροής αυτών, μη απαντώντας στον υποβληθέντα (σελ. 12 πρακτικών) αυτοτελή περί τούτου, σαφή και ορισμένο, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δη αν η πράξη αυτή της απιστίας που έπεται της απάτης απορροφάται από την τελευταία, αφού η ανάληψη της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου μετοχών του παθόντος επιτεύχθηκε μετά την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ε) ενώ προσδιορίζει το ύψος της βλάβης της περιουσίας του παθόντος σε 87.000.000 δραχμές, προσδιορίζει ταυτόχρονα σε 15.000.000 δραχμές το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε και αποκόμισε ο υπαίτιος κατηγορούμενος και η παραπάνω εταιρεία του, με τη μορφή των προμηθειών, χωρίς να διευκρινίζει ποιός ωφελήθηκε το υπόλοιπο ποσό των 72.000.000 δραχμών που απώλεσεν ο παθών, έτσι ώστε το περιουσιακό όφελος, ως άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ., β και 511 του ΚΠοινΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργηματική απάτη, αλλά και για απιστία κατ' εξακολούθηση, πράξη η οποία, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τελέσθηκε στην ... από 9-9-1999 έως 30-3-2001, ήτοι σε χρόνους κατά τους οποίους προεβλέπετο και ετιμωρείτο πάντοτε ως πλημμέλημα. Το αξιόποινο, επομένως του δευτέρου αυτού εγκλήματος εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (8-12-2008), αφού από την τέλεσή του μέχρι τη διάσκεψη και δημοσίευση της παρούσας έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής. Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι η παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση περιέχει τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, που γίνονται ως παραπάνω δεκτοί ως βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την απιστία, ενώ για το έτερο αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3181/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ, για το πλημμέλημα της απιστίας και δη για το ότι κατά το χρονικό διάστημα από 9-9-1999 έως 30-3-2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ( της απιστίας), εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία άλλου και δη του μηνυτή Ψ, κατά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου μετοχών του, συνολικού ύψους 87.000.000 δραχμών, που είχε αναλάβει δυνάμει δικαιοπραξίας, ως ειδικός και γνώστης των χρηματιστηριακών θεμάτων, σαν διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας ( EUROCAPITAL AEΛΔΕ ), προβαίνοντας σε αγοραπωλησίες αναξιόπιστων μετοχών εταιρειών, εξανεμίζοντας πλήρως το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ