Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 346 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα.
- Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, από την αναπλήρωση του κληρωθέντος τακτικού εισαγγελέα της έδρας, γιατί επί κληρώσεως της συνθέσεως, δεν είναι αναγκαία η αναγραφή του λόγου κωλύματος του αναπληρωθέντος εισαγγελέα, αλλά και γιατί δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία και έτσι καλύφθηκε οιαδήποτε ακυρότητα, κατ' άρθρο 17 στοιχ. Β΄ παρ. 10 του ν. 1756/1988 περί ΚΟΔΚΔΛ.
- Αβάσιμος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ του ΚΠΔ, τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου.
- Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ, σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό, για μία επί πλέον ψευδορκία μάρτυρα, για την οποία δεν είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό, ούτε είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Αναιρεί εν μέρει. Αριθμός 346/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, για αναίρεση της 720/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ντούρο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1487/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 17 υπό στοιχείο Β' του ν. 1756/1988, περί Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, ορίζεται, στην παρ. 1 αυτού, ότι "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση", στην παρ. 3 ότι "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα ..... στην εισαγγελία εφετών α) ..... β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων ", στην παρ. 4 ότι " με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός .....", στην παρ. 5 ότι " με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς . . " και στην παρ. 7 ότι "αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται, παρά μόνον από τον αναπληρωματικό . . . Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά. . .". Εξάλλου, στην παρ. 10 του ιδίου άρθρου 17 ορίζεται ότι " η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι εισαγγελικά καθήκοντα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου άσκησε ο αντεισαγγελέας Εφετών Σταύρος Αθανασάκης, (χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ο λόγος που κωλυόταν ο κληρωθείς στην σύνθεση ως τακτικό μέλος αντεισαγγελέας Εφετών Παναγιώτης Αγγελόπουλος, ώστε να γίνει η αντικατάστασή του στη συγκεκριμένη υπόθεση), με αποτέλεσμα να στερηθεί ο αναιρεσείων του φυσικού του εισαγγελέα της έδρας και να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του δικάσαντος δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ. Όμως, εκτός από το ότι δεν υπάρχει υποχρέωση, από τον άνω νόμο 1756/1988, να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση και ο λόγος τυχόν αναπληρώσεως του κωλυομένου εισαγγελέα κληρωθέντος ως τακτικού μέλους της συνθέσεως από τον κληρωθέντα αναπληρωματικό και επομένως από την παράλειψη αυτή δεν επέρχεται οιαδήποτε ακυρότητα και δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια, όμως, πρόταση ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και ότι όσα ενόρκως κατέθεσε είναι επίσης ψευδή. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, προκύπτει ότι δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, στις 20-2-2002, την από 12-2-2002 μηνυτήρια αναφορά "κατά παντός υπευθύνου", στην οποία, εκτός των άλλων, ανέφερε ότι στις 11-5-2001, με την υπ' αριθ. πρωτ. 21003/2001 αίτηση-αναφορά που κατέθεσε στο Δήμο ..., ζήτησε να ελεγχθεί η υπ' αριθ. 099/1994 οικοδομική άδεια, και να διενεργηθεί αυτοψία στην οικοδομή που βρίσκεται στην οδό ... (για την οποία είχε εκδοθεί αυτή) στην ..., στην οποία ενώ υπάρχουν σοβαρές οικοδομικές παραβάσεις, μέρος αυτής ηλεκτροδοτείται παράνομα από το έτος 1994, ότι, ο μηχανικός της εν λόγω οικοδομής ..., συνεργάζεται με υπαλλήλους του Δήμου, με αποτέλεσμα, οι υπάλληλοι της πολεοδομίας να ματαιώνουν τη δίωξη του επιβλέψαντος αυτή μηχανικού για πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα στα οποία έχει υποπέσει, ότι ο προϊστάμενος αυθαιρέτων κατασκευών ..., δεν έχει διενεργήσει την επιβαλλόμενη αυτοψία στην οικοδομή και ότι, η προαναφερόμενη ... οικοδομική άδεια έχει λήξει από το έτος 1998 και οι υπάλληλοι του Δήμου είχαν προβεί σε παράνομη παράταση της ισχύος της. Με βάση την μηνυτήρια αυτή αναφορά, ασκήθηκε, εκτός των άλλων υπαλλήλων της πολεοδομίας του Δήμου ..., και κατά του εγκαλούντος Ψ, Διευθυντή της άνω πολεοδομίας ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, συνιστάμενη στο ότι, με την άνω ιδιότητά του, δεν προέβη σε ανάκληση της αναθεώρησης της 099/94 οικοδομικής άδειας και επ' αυτής εκδόθηκε η ΑΤ ... απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία αυτός (όπως και οι λοιποί κατηγορούμενοι) κηρύχθηκε αθώος, με την αιτιολογία ότι δεν είχε κατά νόμο την δυνατότητα να ανακαλέσει την υπ' αριθ. 2/2001 αναθεώρηση της άνω άδειας, παρά μόνο, σε περίπτωση υπέρβασης, να διατάξει την διακοπή των εργασιών. Πράγματι, και από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της άνω πολεοδομίας, στις 18-5-2001, διενήργησαν αυτοψία στην προαναφερόμενη οικοδομή, ιδιοκτησίας ..., διαπίστωσαν αυθαίρετες κατασκευές τις οποίες καταχώρησαν στην Ε 16/18-5-2001 έκθεση που συνέταξαν, την οποία στη συνέχεια διαβίβασαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, προέβησαν δε σε διακοπή των εργασιών και επιβολή των σχετικών προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαίρετων κατασκευών τα οποία στη συνέχεια καταβλήθηκαν από την ιδιοκτήτρια. Η εν λόγω έκθεση αυτοψίας είναι ενσωματωμένη στην προαναφερόμενη από 12-2-2002 μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου που αναγνώσθηκε. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι για τη συγκεκριμένη οικοδομή, κατόπιν αίτησης της άνω ιδιοκτήτριας, είχε εκδοθεί, σύμφωνα με την παρ. 3α του άρθρου 6 του ΠΔ 13-7-1993, η υπ' αριθ. 2/2001 οικοδομική άδεια αναθεώρησης της υπ'αριθ. ... οικοδομικής άδειας, για την παράταση της ισχύος κατασκευής κλιμακοστασίου στο ισόγειο, ανακατασκευή κουβουκλίου, χωρίς χρόνο λήξης (επ' αόριστον), όπως αναφέρεται και στην σελ. 60 της έκθεσης Επιθεώρησης των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης ... εγκαλών όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε δυνατότητα ανάκλησης αυτής παρά μόνο διακοπής των εργασιών, σε περίπτωση διαπίστωσης υπερβάσεων, όπως και έγινε. Ενώ όμως ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο υποβολής της άνω μηνυτήριας αναφοράς γνώριζε τα παραπάνω, σχετικά με τη διενέργεια ελέγχου-αυτοψίας-στην επίμαχη οικοδομή και τις περαιτέρω ενέργειες των αρμοδίων υπαλλήλων της πολεοδομίας, υφισταμένων του εγκαλούντος, δεδομένου ότι η Διεύθυνση αυτής, με το υπ' αριθ. 3782/18-12-2001 έγγραφο που του κοινοποιήθηκε - το οποίο ο ίδιος, με την άνω έκθεση αυτοψίας είχε ενσωματώσει στη μηνυτήρια αναφορά του - του γνωστοποίησε τα παραπάνω, όπως γνώριζε ότι νόμιμα συνεχίζονταν οι οικοδομικές εργασίες με βάση την αναθεώρηση της άδειας στην άνω οικοδομή και οι υπάλληλοι της πολεοδομίας δεν ματαίωσαν κάποια δίωξη, πειθαρχική ή ποινική του επιβλέποντος αυτές μηχανικού, όπως αορίστως αναφέρει σ' αυτή, προέβη στην υποβολή της εν λόγω μηνυτήριας αναφοράς, με την οποία στοχοποιούσε τον εγκαλούντα και τους λοιπούς αναφερόμενους σ' αυτήν υπαλλήλους της πολεοδομίας, για τέλεση της αξιόποινης πράξης που περιέγραφε και έφερε τα στοιχεία της παράβασης καθήκοντος, η οποία ήταν ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής κατά περιεχόμενο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω και αποδειχθέντα περιστατικά, εν γνώσει του, με σκοπό να κινηθεί η ποινική διαδικασία σε βάρος τους, πράγμα που, όπως εκτέθηκε, έγινε. Και αυτό γιατί η υπηρεσία αυτή δεν είχε συμπράξει, αφού ο ίδιος δεν προέβη στις ενέργειες που του είχαν υποδείξει, προκειμένου η γειτονική προς την παραπάνω οικοδομή ιδιοκτησίας του, που είχε χαρακτηριστεί, για λόγους που δεν ενδιαφέρουν τις δικαζόμενες κατηγορίες, αυθαίρετη να ηλεκτροδοτηθεί. Επίσης, ο κατηγορούμενος, στις 21-2-2005, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ταυτόχρονη έγκληση κατά του ήδη εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, και κατά της συναδέλφου του Ι..., στην οποία μεταξύ των άλλων, ανέφερε ότι ο εγκαλών, κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του ενώπιον της Πταισματοδίκου Νικαίας (σχετικά με μήνυση που του είχε υποβάλει για παράβαση καθήκοντος και εξύβριση), στις 23-1-2003, κατέθεσε και τα εξής: "Ο κ. Χ φθάνει σε άκρα το θέμα της ενόχλησης της Πολεοδομίας. Παραδείγματος χάρη, τον Οκτώβριο του 2002, στην υπάλληλο της πολεοδομίας ..., έδειξε μέσα στην πολεοδομία, στο χώρο του γραφείου της, τα γεννητικά του όργανα και την έβρισε. Για το θέμα αυτό, έχει υποβάλλει η ίδια η υπάλληλος μήνυση....". Με βάση την έγκληση αυτή, ασκήθηκε κατά του εγκαλούντος ποινική δίωξη για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και συκοφαντική δυσφήμηση και κατά της άνω υπαλλήλου, για ηθική αυτουργία σ' αυτές. Επ' αυτής εκδόθηκε, όσον αφορά τη συκοφαντική δυσφήμηση (για την πρώτη πράξη η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 31 ν.3346/2005), το υπ' αριθ. 125/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πιστοποιητικά που αναγνώσθηκαν, κατέστη αμετάκλητο, και αποφάνθηκαν, κατέστη αμετάκλητο, και αποφάνθηκε να μην απαγγελθεί κατηγορία κατά των άνω κατηγορουμένων για τις προαναφερόμενες πράξεις, αφού δέχτηκε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις γι' αυτό. Πράγματι, και από την εκτίμηση των αποδείξεων που προαναφέρθηκαν, προέκυψε ότι τα όσα παραπάνω κατέθεσε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων κατά την χωρίς όρκοεξέτασή του, ως περιστατικά σχετικά με την άνω εξυβριστική συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς την εν λόγω υπάλληλο, δεν ήταν αντικειμενικά ψευδή και ως αξιολογική κρίση "ότι φθάνει σε άκρα το θέμα της ενόχλησης της πολεοδομίας", συνδεόμενη άμεσα με αυτά (περιστατικά), που διατυπώθηκε για να χαρακτηρίσει τις σχέσεις του κατηγορουμένου με την υπηρεσία του, που ήταν, κατά το πολυετές διάστημα που είχε προηγηθεί, σε επίπεδο αντιπαράθεσης, η οποία καταδεικνύεται, από αναρίθμητες αναφορές του τελευταίου προς την υπηρεσία αυτή και τις προϊστάμενές της, υπηρεσίες (Διεύθυνση Επιθεώρησης και Ελέγχου Έργων του Δήμου ..., Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης), και μηνύσεις κατά των υπαλλήλων στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Για την αλήθεια του περιστατικού σε βάρος της προαναφερόμενης υπαλλήλου, σχημάτισε την κρίση του το Δικαστήριο και την κατάθεση της ίδιας στο ακροατήριο, η οποία δεν είχε προηγούμενη εμπλοκή με αυτόν και δεν είχε λόγους να τον κατηγορήσει, αλλά, και από τις αναγνωσθείσες καταθέσεις των υπαλλήλων ..., που ήταν αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού και το περιέγραψαν όπως εκτίθεται και στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά και από τις καταθέσεις στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης που αναγνώσθηκαν των συναδέλφων της,..., οι οποίοι δεν ήταν παρόντες σ' αυτό, αλλά, όπως και εκείνος, από τις φωνές της υπαλλήλου, προσέτρεξαν αμέσως στο γραφείο της και τη βρήκαν σε έξαλλη κατάσταση, πληροφορήθηκαν δε τα διαδραματισθέντα από την ίδια και τις συνεδέλφους της. Είναι αλήθεια ότι η τελευταία, δεν υπέβαλε μήνυση τελικώς κατά του κατηγορουμένου, όπως κατέθεσε ο εγκαλών, αλλά περιορίστηκε στην έκφραση παραπόνων στο ΑΤ ..., όπου κλήθηκε αυτός και του έγιναν παρατηρήσεις και συστάσεις, όπως αναφέρεται στο αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων-συμβάντων της 27-9-2002 που αναγνώσθηκε, όμως, δεν το γνώριζε ο εγκαλών όταν κατέθεσε, και πίστευε ότι αυτό είχε γίνει. Συνεπώς, και η από 21-2-2005 μήνυση του κατηγορουμένου ήταν ψευδής, αφού τα περιστατικά που κατέθεσε ο εγκαλών ήταν αντικειμενικά αληθινά και παρότι ήταν δυσφημιστικά για τον κατηγορούμενο, προβλήθηκαν απ' αυτόν, προς υπεράσπισή του στα πλαίσια της από 15-10-2002 μήνυσης που του είχε υποβληθεί από τον κατηγορούμενο για συκοφαντική δυσφήμηση, σε σχέση με το περιεχόμενο εγγράφου του προς την περιφέρεια, που περιείχε οξείς χαρακτηρισμούς γι'αυτόν και χωρίς σκοπό εξύβρισης. Αυτά ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου, αφού η άνω μήνυσή του είχε προηγηθεί, είχε λάβει αντίγραφα των εγγράφων της δικογραφίας και επίσης γνώριζε ότι αυτός είχε προκαλέσει το άνω περιστατικό σε βάρος της συναδέλφου του εγκαλούντος και παρόλα αυτά τα περιέλαβε στην άνω μήνυσή του, με σκοπό να κινηθεί ποινική διαδικασία σε βάρος του εγκαλούντος, όπως και έγινε. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, στις 20-2-2002, κατά την υποβολή της από 12-2-2002 μηνυτήριας αναφοράς και στις 21-2-2005, κατά την εγχείριση της από 21-2-2005 μήνυσης, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, βεβαιώνοντας ενόρκως το περιεχόμενό τους ως αληθινά ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Με βάση τα άνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και των μερικότερων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, που έλαβαν χώρα στις 20-2-2002 και στις 21-2-2005, όπως αναφέρονται στο διατακτικό. Όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις: της ψευδούς καταμήνυσης, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 21-2-2001, με την υποβολή της ταυτόχρονης μήνυσης του κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά και της ψευδορκίας μάρτυρα που έλαβε χώρα κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία, όταν αυτός βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενό της ενώπιον του άνω Εισαγγελέα, πρέπει να παύσει, οριστικά, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 112, 113 του ΠΚ και 370 στοιχ. β' ΚΠΔ, η κατ' αυτού ποινική δίωξη, καθόσον, από το χρόνο τέλεσης αυτών μέχρι σήμερα, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα που υπερβαίνει και την οκταετία, και το αξιόποινο εξαλείφθηκε με παραγραφή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, (πλην της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρεται τελεσθείσα στις 21-2-2005, για την οποία παρακάτω), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 94, 98, 224 παρ. 1,2 και 229 παρ 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σχετικά με την από 20-2-2002 και την από 21-2-2005 μηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθεται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία ενόρκως βεβαίωσε και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα Διευθυντή της Πολεοδομίας του Δήμου ... Ψ, εναντίον του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη και δη, α) από την πρώτη από 12-2-2002 αναφορά του που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς στις 20-2-2002, για το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος, για μη ανάκληση της 2/2001 αναθεωρήσεως της ... οικοδομικής άδειας, αδίκημα για το οποίο αυτός κηρύχθηκε αθώος με την ΑΤ 4181/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, β) από την από 21-2-2005 αναφορά του κατά του ιδίου ως άνω εγκαλούντος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και συκοφαντική δυσφήμηση (καθώς και εναντίον της υπαλλήλου της Πολεοδομίας ..., για ηθική αυτουργία στις ανωτέρω πράξεις), αδικήματα για τα οποία, για μεν την πρώτη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο, κατ'άρθρο 31 του ν. 3346/2005, για δε τις λοιπές πράξεις εκδόθηκε το αμετάκλητο 125/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των άνω καταγγελθέντων από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, ελλείψει επαρκών ενδείξεων ενοχής, Περαιτέρω, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι συναφείς, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 224 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, όσον αφορά την καταδίκη για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα κατά την 20-2-2002 και ψευδή καταμήνυση τελεσθείσα κατά την 21-2-2005, των οποίων αδικημάτων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, 1) από την παραδεκτώς επισκοπούμενη πρωτόδικη ΒΤ 1272/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, α) για τρεις συρρέουσες περιπτώσεις ψευδούς καταμηνύσεως, με χρόνους τελέσεως την 21-2-2001, την 20-2-2002 και την 21-2-2005 και β) για ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, για δύο μόνο περιπτώσεις από τις άνω επιβεβαιωθείσες ενόρκως καταμηνύσεις - αναφορές, ήτοι με χρόνο τελέσεως την 21-2-2001 και την 20-2-2002, όχι δε και για ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα την 21-2-2005, 2) από την προσβαλλόμενη απόφαση, τόσον από το αιτιολογικό, όσον και από το διατακτικό αυτής, προκύπτει ότι, ενώ παύθηκε οριστικά, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής (πάροδος οκταετίας), η ποινική δίωξη για την ψευδή καταμήνυση της 21-2-2001 και για την ψευδορκία μάρτυρα ομοίως της 21-2-2001, ο εκκαλών κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση της 20-2-2002 και της 21-2-2005 (όπως και πρωτοδίκως), κατ'εξακολούθηση και για κατ'εξακολούθηση ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα στις 20-2-2002 και στις 21-2-2005, ήτοι και για επί μέρους πράξη της 21-2-2005, για την οποία δεν είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό, ούτε άλλωστε είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατ'αυτού, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο ... κλητήριο θέσπισμα της εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την 720/2009 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, για θετική υπέρβαση εξουσίας και συγκεκριμένα διότι χειροτέρευσε τη θέση του ως εκκαλούντος κατηγορουμένου, με το να τον καταδικάσει για μία επί πλέον πράξη ψευδορκίας μάρτυρα, είναι βάσιμος, και κατ'εφαρμογή των άρθρων 470 εδ. α και 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της, που αφορούν, μόνο, στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για την άνω μία ψευδορκία μάρτυρα της 21-2-2005, την επιβολή ποινής (μίας 7 μηνών)για τις δύο, κατ'εξακολούθηση, ψευδορκίες μάρτυρα και την επιβολή για όλες τις πράξεις συνολικής ποινής των 10 μηνών (7 + 3), να απαλειφθεί η αναιρούμενη ως άνω διάταξη περί καταδίκης για την ψευδορκία της 21-2-2005, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο, για να επιληφθεί εκ νέου της υποθέσεως, κατά τα παραπάνω, συντιθέμενο όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση, (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), όσον αφορά μόνο την επιβολή ποινής για την ψευδορκία μάρτυρα της 20-2-2002 και την επιβολή συνολικής ποινής για τις λοιπές πράξεις, ως προς τις οποίες απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 720/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, κατά τις διατάξεις της που αφορούν, την καταδίκη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα της 21-2-2005, την επιβολή ποινής για την ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση και την επιβολή συνολικής ποινής για όλες τις πράξεις. Απαλείφει τη διάταξη της αμέσως ανωτέρω αποφάσεως περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα στις 21-2-2005.Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, κατά τα στο σκεπτικό, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 13-10-2009 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της 720/2009 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ