Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 35 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία κατά συρροή κακουργηματική και απάτη κακουργηματική, Λόγοι αναιρέσεως για: 1) εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και 2) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 35/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννης Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1424/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 260/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 211/1-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ. 2/29-1-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 (δυνάμει της από 25-1-2007 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σάββα Ιωαννίδη), κατά του υπ'αριθ. 1424/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αρ. 31/2006 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ'αρ. 294/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης για α) πλαστογραφία με χρήση κατά συρροή σε βαθμό κακουργήματος και β) απάτη σε βαθμό επίσης κακουργήματος και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 29-1-2007 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 2/2007 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 18-1-2007 και είναι τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 & 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 & ΝΒ/131). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με μνεία, όλων κατ'είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Από το άρθρο 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικός δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας απαιτείται πλέον κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 216 του Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2β του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) (ΑΠ 858/2004, σε Συμβούλίο Ποιν. Χρον. 2005.322). Σύμφωνα με τα παραπάνω το έγκλημα της πλαστογραφίας μπορεί να τελεστεί με δύο "τρόπους". Με κατάρτιση πλαστού εγγράφου και με νόθευση γνήσιου εγγράφου. Για την κατάφαση του πρώτου "τρόπου" τελέσεως απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον. Για την κατάφαση του δευτέρου "τρόπου" τελέσεως χρειάζεται νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής ισχύος του με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Η κατάρτιση αναφέρεται σε πλαστό έγγραφο, ενώ η νόθευση σε γνήσιο έγγραφο. Οι δύο αυτοί τρόποι τελέσεως δεν μπορούν να εναλλαχθούν πάνω στο ίδιο υλικό αντικείμενο όσο τούτο εκφράζει την ίδια μονάδα εννόμου αγαθού. Για το λόγο αυτό η πλαστογραφία θεωρείται σωρευτικά (: και όχι διαζευκτικά) μικτό έγκλημα, πράγμα που δέχεται ομόφωνα η επιστήμη (Μαγκάκης, Ποινικό Δίκαιο- Διάγραμμα Γενικού Μέρους 1984 σ. 118, Μανωλεδάκης, Γενική Θεωρία του ποινικού δικαίου, β'1978, σ. 127, Μπουρόπουλος, Ερμηνεία του Ποινικού Κωδικός, τομ. Β' 1960, σ. 228, Δέδες, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, εγκλήματα περί τα υπομνήματα 1977, σ. 79, Χωραφάς, Ποινικόν Δίκαιον, 1978, σ. 157, Σταμάτης, Συρροή, τόμ. Α σ. 163) και η νομολογία (ΑΠ 2315/2004, Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου 2005, 71, ΑΠ 55/1982, ΠοινΧρον 1982.778). Στην ουσία, δηλαδή, η κατάρτιση και η νόθευση δεν αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τελέσεως ενός εγκλήματος, αλλά σώρευση εγκλημάτων στην ίδια νομοτυπική μορφή, ενώ θα μπορούσε να είχε διαπλασθεί ξέχωρη μορφή για κάθε "τρόπο" τελέσεως. Το ίδιο υλικό αντικείμενο - το ίδιο έγγραφο - δεν μπορεί να καταρτιστεί ως πλαστό εξ υπαρχής και να νοθευτεί. Αν γίνει κατάρτιση και μετά νόθευση, αναγκαία η νόθευση να αναφέρεται σε άλλο έγγραφο που θα εξατομικεύει άλλη εγκληματική μονάδα. Θα πρόκειται για άλλο έγκλημα πλαστογραφίας (:αληθινή πραγματική συρροή). Η κατάρτιση και η νόθευση θα μπορούσαν κι έχουν περιληφθεί σε ξεχωριστή η καθεμιά τους αντικειμενική υπόσταση (: Ανδρουλάκης, Ποινικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος, σ. 263, Μανωλεδάκης, ό.π.).· Προφανές είναι, λοιπόν, ότι η κατάρτιση και η νόθευση δεν είναι ομοειδείς πράξεις. Στο βαθμό, κατά συνέπεια, που η κατάρτιση και η νόθευση δεν είναι ομοειδείς πράξεις, δεν μπορεί να καταφαθεί ενιαίο, κατ' εξακολούθηση έγκλημα, όπου άλλες από τις μερικότερες πράξεις συνιστούν κατάρτιση και άλλες νόθευση. Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης με ορισμένες από τις πολλές πράξεις που τέλεσε κατάρτισε πλαστά έγγραφα και με τις υπόλοιπες από τις πολλές πράξεις που τέλεσε νόθευσε γνήσια έγγραφα υπάρχουν δύο εγκλήματα πλαστογραφίας σε αληθινή πραγματική συρροή μεταξύ τους, ήτοι μία πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων και μια πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφων (Α.Π. 2349/2005, σε Συμβούλιο, Ποινικό Δικαιοσύνη 2006.659, Α.Π. 42/1982, Ποιν. Χρον. 1982.767, Α.Π. 55/1982, Ποιν. Χρον. 1982.778, Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης 921-922/1995, Υπεράσπιση 1996.830). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Εξάλλου κατά την παρ. 3 εδ. β του άρθρου 386 Π.Κ. όπως αντικ. με το αρθ. 14 § 4 του Ν. 2721/1999 η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (Α.Π. 858/2004 ό.π., Α.Π. 190/2005, σε συμβούλιο, Ποιν. Χρον. 2005.919). Στην προκειμένη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ιδιαίτερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, μεταξύ των οποίων και των εγκαλούντων, τα έγγραφα, συνεκτιμωμένης και της απολογίας" του κατηγορουμένου προέκυψαν κατά την κρίση μας τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε." μέχρι την 24-6-2002 και κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2002 έως 30-12-2003 οπότε και ανέλαβε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής ο εδώ δεύτερος εγκαλών Μ
- Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δηλαδή από 25-6-2002 έως 4-11-2003 πρόεδρος κα διευθύνων σύμβουλος της παραπάνω εγκαλούσας εταιρείας ήταν ο Δ1, ενώ κύριος μέτοχος αυτής ήταν η εταιρία με την επωνυμία "ΑΘΛΟΣ ΠΑΟΚ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκείνη τη χρονική περίοδο είχε κλονισμένη πιστοληπτική ικανότητα, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Για το λόγο αυτό, ο Δ1, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρίας "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε." στα πλαίσια φιλικής εξυπηρέτησης και προς διευκόλυνση του κατηγορουμένου, μετά από παράκληση του τελευταίου, εξέδωσε την ..... ατελή τραπεζική επιταγή της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε." που συρόταν από το λογαριασμό ......, τον οποίο τηρούσε η εγκαλούσα εταιρία στην παραπάνω Τράπεζα. Η επιταγή αυτή, επί της οποίας είχε τεθεί στη θέση του εκδότη η σφραγίδα της εταιρίας και η υπογραφή του τότε νομίμου εκπροσώπου της Δ1, παραδόθηκε στον κατηγορούμενο με τη ρητή συμφωνία να τεθεί επ αυτής ως λήπτης τρίτο πρόσωπο -πιστωτής του κατηγορουμένου και χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο των 15.000 Ευρώ. Ο κατηγορούμενος παρά τη ρητή συμφωνία που υπήρχε, συμπλήρωσε τα στοιχεία που έλλειπαν, όπως αυτός επιθυμούσε, χωρίς τη συναίνεση του Δ
- Έτσι στη θέση της ημερομηνίας έκδοσης έθεσε την "30η -12-2003", στη θέση του ποσού, ολογράφως και αριθμητικώς το ποσό των 285.000 ευρώ και στη θέση του λήπτη της επιταγής την επωνυμία της εταιρίας "INTERACTIVE Α.Ε." που εκπροσωπούσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος μετέβαλε το περιεχόμενο της παραπάνω επιταγής και διέπραξε πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης (Α.Π. 1802/2001 Ποιν.Χρον. 2002.643, Συμβ. Α.Π. 280/2002 Πράξη και Λόγος 2002.226 και Ποιν.Δικ. 2002.791). Το ίδιο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος κατάρτισε εξ υπαρχής την .... επιταγή της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α. Ε." που προέρχονταν από μπλοκ επιταγών την έκδοση του οποίου είχε ζητήσει ο ίδιος το διάστημα που είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσης εταιρίας και το οποίο δεν παρέδωσε, ως όφειλε, μετά την παραίτηση του από τη θέση του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Έτσι στη θέση της ημερομηνίας έκδοσης έθεσε την "30η-1-2004", στη θέση του ποσού ολογράφως και αριθμητικώς έθεσε το ποσό των "498.000 ευρώ", στη θέση του λήπτη της επιταγής την επωνυμία της εταιρίας "INTERACTIVE Α.Ε." που ο ίδιος εκπροσωπούσε, έθεσε δε και σφραγίδα με λογότυπο "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε. ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" η οποία ήταν διαφορετική μεν από αυτήν που χρησιμοποιούσε η εγκαλούσα εταιρία, χωρίς όμως να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι φερόμενος εκδότης της επιταγής είναι αυτή η ίδια. Τέλος στη θέση του εκδότη έθεσε κατ' αποτίμηση την υπογραφή του Δ1, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεσή του, ο οποίος τον χρόνο που καταρτίσθηκε η ως άνω πλαστή επιταγή (12-2-2003) εκπροσωπούσε την εγκαλούσα εταιρία και ήταν ο μόνος εξουσιοδοτημένος να υπογράφει επιταγές εκδόσεως της εταιρίας "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε.". Είναι σαφές, σύμφωνα με όσα στην αρχή αναφέρθηκαν, ότι στην περίπτωση της ..... επιταγής πρόκειται για πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης ενώ στην περίπτωση της .... επιταγής πρόκειται για πλαστογραφία με τη μορφή της κατάρτισης και κατ' συνέπεια υπάρχουν δύο εγκλήματα πλαστογραφίας σε αληθινή πραγματική συρροή μεταξύ τους και όχι μια πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση όπως εσφαλμένα με την υπό κρίση έφεση του ισχυρίζεται ο εκκαλών. Τις δύο παραπάνω πλαστές επιταγές ο κατηγορούμενος στη συνέχεια τις χρησιμοποίησε, αφού ως εκπρόσωπος της φερομένης ως λήπτριας εταιρίας "INTERACTIVE Α.Ε." τις μεταβίβασε δια οπισθογραφήσεως, ως αξία για ενέχυρο, στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Οι συγκεκριμένες πλαστές επιταγές εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου. Στόχος του κατηγορουμένου ήταν με τη χρήση των ως άνω πλαστών επιταγών να τύχει χρηματοδότησης η εταιρία "INTERACTIVE Α. Ε" που εκπροσωπούσε και ήλεγχε ο Ίδιος, την οποία τελικά εξασφάλισε, όπως προκύπτει από την 1169/2002 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό που είχε συναφθεί μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και της εταιρίας "INTERACTIVE A.E.". Ας σημειωθεί ότι λόγω των παρανόμων αυτών ενεργειών του κατηγορουμένου η εγκαλούσα εταιρία που φέρεται ότι εξέδωσε τις επίδικες πλαστές επιταγές υποχρεώθηκε να πληρώσει τα χρηματικά ποσά που ενσωμάτωναν, αφού μετά από αίτηση της Ανώνυμης Εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" εκδόθηκε και σε βάρος της η 11112/2004 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η εγκαλούσα εταιρία διατάσσονταν να πληρώσει το χρηματικό ποσό των 783.000 Ευρώ. Ο κατηγορούμενος από την πλευρά του αρνείται την κατηγορία περί πλαστογραφίας που του αποδίδεται και ισχυρίζεται ότι την μεν .... επιταγή την εξέδωσε το χρονικό διάστημα που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας, για να καλύψει μέρος του χρηματικού ποσού των 12.000.00 ευρώ που η εταιρία "INTERACTIVE Α.Ε" είχε χορηγήσει με τη μορφή ταμειακών διευκολύνσεων στην εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΕ ΠΑΟΚ" την δε .... επιταγή ότι τη συμπλήρωσε, ως προς τα ελλείποντα στοιχεία, κατά τα συμφωνηθέντα με τον Δ1 και κατά συνέπεια τίποτε το παράνομο δεν έλαβε χώρα. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου οι οποίοι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν ενισχύονται, έχομε τη γνώμη (ότι είναι έωλοι και στερούνται σοβαρότητας. Αν πράγματι έτσι ήταν, στην .... δεν θα έθετε σφραγίδα με επωνυμία της εταιρίας διαφορετική από αυτήν που η εταιρία χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές της και την οποία ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής θα είχε στην κατοχή του, ούτε βέβαια θα υπήρχε λόγος να συμφωνήσει με την εγκαλούσα να αναλάβει ο ίδιος την πληρωμή της, αφού όπως ο ίδιος καταθέτει, το χρηματικό ποσό που αυτή ενσωμάτωνε αποτελούσε ουσιαστικά χρέος της εγκαλούσας εταιρίας προς την εταιρία "INTERACTIVE Α.Ε" που αυτός εκπροσωπούσε. Από την άλλη πλευρά η θέση του εκπροσώπου της εγκαλούσης Δ1 ότι κατά την παράδοση της ..... επιταγής στον κατηγορούμενο υπήρχε συμφωνία μεταξύ τους ότι το ποσό που θα αναγραφόταν σ' αυτήν δεν θα ξεπερνούσε τις 15.000 Ευρώ φαίνεται να είναι αληθινή, καθόσον το ποσό των 285.000 ευρώ που συμπλήρωσε, παρά τα συμφωνηθέντα, ο κατηγορούμενος, έχομε τη γνώμη ότι είναι υπέρογκο για να αναγραφεί σε μια επιταγή ευκολίας που δεν ενσωμάτωνε κάποια οφειλή της εκδότριας εταιρίας προς την φερόμενη λήπτρια εταιρία. Τα παραπάνω πέρα από την κατάθεση του Δ1 ενισχύονται και από την μαρτυρική κατάθεση του Κ1, ο οποίος είναι κοινός φίλος τόσο του δευτέρου εγκαλούντα Μ1 όσο και του κατηγορουμένου Χ1 και ο οποίος καταθέτει μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος του εκμυστηρεύτηκε ότι πράγματι ο ίδιος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές λόγω οικονομικών προβλημάτων γι' αυτό και θα τακτοποιούσε τις οφειλές αυτές προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, το χρονικό διάστημα που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα στις 20-12-2003, ήλθε σε συμφωνία με τον εγκαλούντα Μ1 ο οποίος και αγόρασε 21.000 μετοχές της εγκαλούσας "ΑΘΛΟΣ ΠΑΟΚ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον Μ1, ότι δεν υπάρχουν απαιτήσεις τρίτων σε βάρος της παραπάνω εταιρίας, βέβαιες ή πιθανές, εκτός από εκείνες που απεικονίζονταν στα βιβλία και τα στοιχεία της εταιρίας και εκτός από εκείνες που πιθανόν θα προέκυπταν από τυχόν φορολογικές αναμορφώσεις, ενώ απέκλεισε ρητά την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που αλλοίωναν την οικονομική εικόνα της εταιρίας) και τα οποία αν ήταν γνωστά στον Μ1 θα τον απέτρεπαν από την αγορά των παραπάνω μετοχών. Συγχρόνως τον διαβεβαίωσε ότι στα βιβλία της εταιρίας αποτυπώνεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης της εταιρίας και το σύνολο των υποχρεώσεων και οφειλών της. Οι δηλώσεις και οι διαβεβαιώσεις αυτές του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς, αφού στα βιβλία της εταιρίας, στους ισολογισμούς και στα ισοζύγια που επέδειξε στον Μ1, δεν αναφέρονταν οι παραπάνω δύο πλαστογραφημένες επιταγές, την ύπαρξη των οποίων γνώριζε αφού ο ίδιος τις πλαστογράφησε και δημιούργησε την αντίστοιχη οφειλή της εγκαλούσας εταιρίας. Και ενώ όφειλε και έπρεπε κατά τη συνήθεια των συναλλαγών να κάνει γνωστά τα παραπάνω στον υποψήφιο τότε αγοραστή μετοχών της εγκαλούσης εταιρίας, Μ1, αφού η ύπαρξη σε βάρος της εταιρίας "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ" μιας απαίτησης (ανεξάρτητα αν μετά από δικαστικό αγώνα αποδεικνυόταν άκυρη) της τάξεως των 783.000 ευρώ, σαφώς διαφοροποιούσε την οικονομική κατάσταση της εταιρίας, δεν το έπραξε. Αντίθετα, φρόντισε να τα αποκρύψει παρουσιάζοντας τα επίσημα βιβλία της εταιρίας από τα οποία δεν προέκυπτε η ύπαρξη της συγκεκριμένης οφειλής. Κατ' αυτόν τον τρόπο έπεισε τον Μ1 να προβεί στην αγορά των μετοχών που αποτελούσαν το 78% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εγκαλούσας εταιρίας και να καταβάλλει στον κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ. Μάλιστα στο από 20-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ τους, αποτυπώνονται οι ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου οι οποίες οδήγησαν τον Μ1 στην πραγματοποίηση της αγοράς των μετοχών. Είναι δε βέβαιο ότι αν αυτός γνώριζε ότι η εγκαλούσα εταιρία ενέχονταν στην έκδοση δύο επιταγών συνολικού χρηματικού ποσού 783.000 ευρώ που θα εκαλείτο να καταβάλλει και το οποίο χρηματικό ποσό πλησίαζε το μετοχικό της κεφάλαιο που ανερχόταν σε 880.500 ευρώ, δεν θα προέβαινε στην αγορά των μετοχών της και δεν θα κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, αφού αντί να ωφεληθεί από αυτή του την κίνηση, στην οποία προέβη με προφανή στόχο το κέρδος, βρέθηκε ζημιωμένος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο Μ1, γνώριζε την ύπαρξη των δύο επιταγών πριν προβεί στην αγορά των αντίστοιχων μετοχών της "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε." δεν φαίνεται πειστικός. Και τούτο διότι ο Μ1 ευθύς μόλις του κοινοποιήθηκε η 1112/2004 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιφνιδιάστηκε και αμέσως ζήτησε διευκρινίσεις από τον Δ1 ο οποίος ως νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερομένης εταιρείας εφέρετο εν προκειμένω και εκδότης των επιδίκων επιταγών. Και βέβαια δεν αντέχει στη λογική να προβαίνει κάποιος στην αγορά της συντριπτικής πλειοψηφίας των μετοχών μιας εταιρίας ενώ γνωρίζει ότι αυτή οφείλει χρέος που πλησιάζει το μετοχικό της κεφάλαιο και είναι υπερδιπλάσιο του τιμήματος της αγοράς της συντριπτικής πλειοψηφίας των μετοχών της. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι φανερό ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατά συρροή (:μια περίπτωση με τη μορφή της κατάρτισης εξ υπαρχής πλαστού εγγράφου και μια περίπτωση με τη μορφή της νόθευσης γνησίου εγγράφου) σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος που συρρέουν αληθινά μεταξύ τους (Συμβ. Α.Π. 1306/1998, ΝοΒ 47.478, ΑΠ 75/1999 Ποιν.Χρον. 1999.319), ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον του. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις. Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13γ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ.1, 216 παρ. 3 α-1 και 386 παρ. 3β-1 Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ.484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (Α.Π.193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 & 1424/89, Π.Χ. Μ/586 & 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της έκθεσης αναίρεσης είναι αβάσιμες. ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ: Θ) Οι αιτιάσεις της σελ. 7 της αίτησης αναίρεσης, ότι δηλ. πρόκειται περί πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, όπως δέχτηκε το πρωτόδικο βούλευμα, και όχι κατά συρροή, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο και επιπλέον η πλαστογραφία φέρεται υπό την ειδικότερη μορφή της νόθευσης εγγράφου και όχι της εξ υπαρχής κατάρτισης πλαστού εγγράφου, έχουν αιτιολογημένα και αναλυτικά αναπτυχθεί στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τις εν λόγω διακρίσεις και έννοιες, πέραν του ότι οι τελευταίες προβάλλονται και άνευ εννόμου συμφέροντος, καθόσον από απόψεως ποινικής μεταχείρισης δεν διαφέρουν οι ως άνω 2 μορφές της πλαστογραφίας. Ι) Η άρνηση της κατηγορίας της πλαστογραφίας (σελ. 7 εν τέλει και αρχή σελ. 8 της αίτησης αναίρεσης) και η αμφισβήτηση στοιχείων της, ειδικότερα εν σχέσει προς την ύπαρξη ή μη και το είδος της συμφωνίας του αναιρεσείοντος με τον Δ1, καθώς και οι λοιπές ουσιαστικές εκτιμήσεις, είναι απαράδεκτες ως εκτός αναιρετικού ελέγχου. ΙΑ) Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, αλλιώς αβάσιμες, οι αιτιάσεις των σελ. 8-9 της αναίρεσης ότι δήθεν δεν προκύπτουν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης και ιδίως της περιουσιακής βλάβης, αφού κάτι τέτοιο δεν επαληθεύεται από την προηγηθείσα λεπτομερή παράθεση πραγματικών περιστατικών και νομικών συλλογισμών του βουλεύματος ως προς το εν λόγω αδίκημα του ά. 386 Π.Κ. ΙΒ) Τέλος αβάσιμες είναι και ο αιτιάσεις της σελ. 10 της αναίρεσης ότι δήθεν δεν αναφέρονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, καθώς και οι νομικές σκέψεις και τ'αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων βασίσθηκε το Συμβούλιο Εφετών προς έκδοση του βουλεύματός του, ενόψει του ότι ακριβώς το αντίθετο προκύπτει από την παράθεση του σκεπτικού του (βλ. ανωτέρω υπό στοιχ. ΣΤ'). Πέραν των ανωτέρω είναι και αόριστες, εν σχέσει προς τις παραδοχές του βουλεύματος, οι επικαλούμενες, κατά τρόπο ασαφή, αντιφάσεις, χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται σε ποια κεφάλαια του βουλεύματος αναφέρονται. ΙΓ) Για όλους τους παραπάνω λόγους, θα πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. ΓΙ' ΑΥΤΟ Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Ν' απορριφθεί η υπ'αρ. 2/29-1-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1, δυνάμει της από 25-1-2007 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σάββα Ιωαννίδη, κατά του υπ'αρ. 1424/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ως άνω αναιρεσείοντα. Αθήνα, 11-5-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., υφίσταται, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εξάλλου, εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υφίσταται, όταν το συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το άρθρο 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικός δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, απαιτείται πλέον, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 216 του Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2β του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) (ΑΠ 858/2004, σε Συμβούλίο, Ποιν. Χρον. 2005.322). Σύμφωνα με τα παραπάνω, το έγκλημα της πλαστογραφίας μπορεί να τελεστεί με δύο "τρόπους". Με κατάρτιση πλαστού εγγράφου και με νόθευση γνήσιου εγγράφου. Για την κατάφαση του πρώτου "τρόπου" τελέσεως απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον. Για την κατάφαση του δευτέρου "τρόπου" τελέσεως χρειάζεται νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής ισχύος του, με μεταβολή του περιεχομένου του, με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Η κατάρτιση αναφέρεται σε πλαστό έγγραφο, ενώ η νόθευση σε γνήσιο έγγραφο. Οι δύο αυτοί τρόποι τελέσεως δεν μπορούν να εναλλαχθούν πάνω στο ίδιο υλικό αντικείμενο, όσο τούτο εκφράζει την ίδια μονάδα εννόμου αγαθού. Για το λόγο αυτό η πλαστογραφία θεωρείται σωρευτικά (: και όχι διαζευκτικά) μικτό έγκλημα, πράγμα που δέχεται ομόφωνα η επιστήμη (Μαγκάκης, Ποινικό Δίκαιο- Διάγραμμα Γενικού Μέρους 1984 σ. 118, Μανωλεδάκης, Γενική Θεωρία του ποινικού δικαίου, β'1978, σ. 127, Μπουρόπουλος, Ερμηνεία του Ποινικού Κωδικός, τομ. Β' 1960, σ. 228, Δέδες, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, εγκλήματα περί τα υπομνήματα 1977, σ. 79, Χωραφάς, Ποινικόν Δίκαιον, 1978, σ. 157, Σταμάτης, Συρροή, τόμ. Α σ. 163) και η νομολογία (ΑΠ 2315/2004, Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου 2005, 71, ΑΠ 55/1982, ΠοινΧρον 1982, 778). Στην ουσία, δηλαδή, η κατάρτιση και η νόθευση δεν αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τελέσεως ενός εγκλήματος, αλλά σώρευση εγκλημάτων στην ίδια νομοτυπική μορφή, ενώ θα μπορούσε να είχε διαπλασθεί ξέχωρη μορφή για κάθε "τρόπο" τελέσεως. Το ίδιο υλικό αντικείμενο - το ίδιο έγγραφο - δεν μπορεί να καταρτιστεί ως πλαστό εξ υπαρχής και να νοθευτεί. Αν γίνει κατάρτιση και μετά νόθευση, αναγκαία η νόθευση θα αναφέρεται σε άλλο έγγραφο που θα εξατομικεύει άλλη εγκληματική μονάδα. Θα πρόκειται για άλλο έγκλημα πλαστογραφίας (:αληθινή πραγματική συρροή). Η κατάρτιση και η νόθευση θα μπορούσαν κι έχουν περιληφθεί σε ξεχωριστή η καθεμιά τους αντικειμενική υπόσταση (: Ανδρουλάκης, Ποινικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος, σ. 263, Μανωλεδάκης, ό.π.).· Προφανές είναι, λοιπόν, ότι η κατάρτιση και η νόθευση δεν είναι ομοειδείς πράξεις. Στο βαθμό, κατά συνέπεια, που η κατάρτιση και η νόθευση δεν είναι ομοειδείς πράξεις, δεν μπορεί να καταφαθεί ενιαίο, κατ' εξακολούθηση έγκλημα, όπου άλλες από τις μερικότερες πράξεις συνιστούν κατάρτιση και άλλες νόθευση. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης, με ορισμένες από τις πολλές πράξεις που τέλεσε, κατάρτισε πλαστά έγγραφα και, με τις υπόλοιπες από τις πολλές πράξεις που τέλεσε, νόθευσε γνήσια έγγραφα, υπάρχουν δύο εγκλήματα πλαστογραφίας σε αληθινή πραγματική συρροή μεταξύ τους, ήτοι μία πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων και μία πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφων (Α.Π. 2349/2005, σε Συμβούλιο, Ποινική Δικαιοσύνη 2006, 659, Α.Π. 42/1982, Ποιν. Χρον. 1982, 767, Α.Π. 55/1982, Ποιν. Χρον. 1982.778, Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης 921-922/1995, Υπεράσπιση 1996, 830). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Εξάλλου κατά την παρ. 3 εδ. β του άρθρου 386 Π.Κ. όπως αντικ. με το αρθ. 14 § 4 του Ν. 2721/1999 η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (Α.Π. 858/2004, ό.π., Α.Π. 190/2005, σε συμβούλιο, Ποιν. Χρον. 2005.919). Στην προκειμένη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ιδιαίτερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, μεταξύ των οποίων και των εγκαλούντων, τα έγγραφα, συνεκτιμωμένης και της απολογίας" του κατηγορουμένου προέκυψαν κατά την κρίση μας τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε." μέχρι την 24-6-2002 και κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2002 έως 30-12-2003 οπότε και ανέλαβε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής ο εδώ δεύτερος εγκαλών Μ
- Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δηλαδή από 25-6-2002 έως 4-11-2003, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της παραπάνω εγκαλούσας εταιρείας ήταν ο Δ1, ενώ κύριος μέτοχος αυτής ήταν η εταιρία με την επωνυμία "ΑΘΛΟΣ ΠΑΟΚ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκείνη τη χρονική περίοδο είχε κλονισμένη πιστοληπτική ικανότητα, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Για το λόγο αυτό, ο Δ1, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρίας "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε." στα πλαίσια φιλικής εξυπηρέτησης και προς διευκόλυνση του κατηγορουμένου, μετά από παράκληση του τελευταίου, εξέδωσε την ..... ατελή τραπεζική επιταγή της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε." που συρόταν από το λογαριασμό ......, τον οποίο τηρούσε η εγκαλούσα εταιρία στην παραπάνω Τράπεζα. Η επιταγή αυτή, επί της οποίας είχε τεθεί στη θέση του εκδότη η σφραγίδα της εταιρίας και η υπογραφή του τότε νομίμου εκπροσώπου της Δ1, παραδόθηκε στον κατηγορούμενο, με τη ρητή συμφωνία να τεθεί επ' αυτής ως λήπτης τρίτο πρόσωπο -πιστωτής του κατηγορουμένου και χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο των 15.000 Ευρώ. Ο κατηγορούμενος, παρά τη ρητή συμφωνία που υπήρχε, συμπλήρωσε τα στοιχεία που έλλειπαν, όπως αυτός επιθυμούσε, χωρίς τη συναίνεση του Δ
- Έτσι, στη θέση της ημερομηνίας έκδοσης έθεσε την "30ή -12-2003", στη θέση του ποσού, ολογράφως και αριθμητικώς το ποσό των 285.000 ευρώ και στη θέση του λήπτη της επιταγής την επωνυμία της εταιρίας "INTERACTIVE Α.Ε." που εκπροσωπούσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος μετέβαλε το περιεχόμενο της παραπάνω επιταγής και διέπραξε πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης (Α.Π. 1802/2001 Ποιν.Χρον. 2002, 643, Συμβ. Α.Π. 280/2002, Πράξη και Λόγος 2002, 226 και Ποιν.Δικ. 2002, 791). Το ίδιο χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος κατάρτισε εξ υπαρχής την ...... επιταγή της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α. Ε." που προέρχονταν από μπλοκ επιταγών, την έκδοση του οποίου είχε ζητήσει ο ίδιος το διάστημα που είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσης εταιρίας και το οποίο δεν παρέδωσε, ως όφειλε, μετά την παραίτηση του από τη θέση του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Έτσι, στη θέση της ημερομηνίας έκδοσης, έθεσε την "30ή-1-2004", στη θέση του ποσού ολογράφως και αριθμητικώς έθεσε το ποσό των "498.000 ευρώ", στη θέση του λήπτη της επιταγής την επωνυμία της εταιρίας "INTERACTIVE Α.Ε." που ο ίδιος εκπροσωπούσε, έθεσε δε και σφραγίδα με λογότυπο "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε. ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" η οποία ήταν διαφορετική μεν από αυτήν που χρησιμοποιούσε η εγκαλούσα εταιρία, χωρίς όμως να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι φερόμενος εκδότης της επιταγής είναι αυτή η ίδια. Τέλος, στη θέση του εκδότη, έθεσε κατ' αποτίμηση την υπογραφή του Δ1, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεσή του, ο οποίος, τον χρόνο που καταρτίσθηκε η ως άνω πλαστή επιταγή (:12-2-2003), εκπροσωπούσε την εγκαλούσα εταιρία και ήταν ο μόνος εξουσιοδοτημένος να υπογράφει επιταγές εκδόσεως της εταιρίας "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε.". Είναι σαφές, σύμφωνα με όσα στην αρχή αναφέρθηκαν, ότι στην περίπτωση της .... επιταγής, πρόκειται για πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης ενώ, στην περίπτωση της ..... επιταγής, πρόκειται για πλαστογραφία με τη μορφή της κατάρτισης και, κατ' συνέπεια, υπάρχουν δύο εγκλήματα πλαστογραφίας σε αληθινή πραγματική συρροή μεταξύ τους και όχι μία πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση όπως εσφαλμένα, με την υπό κρίση έφεση του, ισχυρίζεται ο εκκαλών. Τις δύο παραπάνω πλαστές επιταγές ο κατηγορούμενος στη συνέχεια τις χρησιμοποίησε, αφού, ως εκπρόσωπος της φερομένης ως λήπτριας εταιρίας "INTERACTIVE Α.Ε." τις μεταβίβασε δια οπισθογραφήσεως, ως αξία για ενέχυρο, στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Οι συγκεκριμένες πλαστές επιταγές εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου. Στόχος του κατηγορουμένου ήταν, με τη χρήση των ως άνω πλαστών επιταγών, να τύχει χρηματοδότησης η εταιρία "INTERACTIVE Α.Ε", που εκπροσωπούσε και ήλεγχε ο Ίδιος, την οποία τελικά εξασφάλισε, όπως προκύπτει από την 1169/2002 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό που είχε συναφθεί μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και της εταιρίας "INTERACTIVE A.E.". Ας σημειωθεί ότι, λόγω των παρανόμων αυτών ενεργειών του κατηγορουμένου, η εγκαλούσα εταιρία, που φέρεται ότι εξέδωσε τις επίδικες πλαστές επιταγές, υποχρεώθηκε να πληρώσει τα χρηματικά ποσά που ενσωμάτωναν, αφού, μετά από αίτηση της Ανώνυμης Εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", εκδόθηκε και σε βάρος της η 11112/2004 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η εγκαλούσα εταιρία διατάσσονταν να πληρώσει το χρηματικό ποσό των 783.000 Ευρώ. Ο κατηγορούμενος, από την πλευρά του, αρνείται την κατηγορία περί πλαστογραφίας που του αποδίδεται και ισχυρίζεται ότι, την μεν .....επιταγή, την εξέδωσε το χρονικό διάστημα που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας, για να καλύψει μέρος του χρηματικού ποσού των 12.000.00 ευρώ που η εταιρία "INTERACTIVE Α.Ε" είχε χορηγήσει με τη μορφή ταμειακών διευκολύνσεων στην εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΕ ΠΑΟΚ", την δε ..... επιταγή, ότι τη συμπλήρωσε, ως προς τα ελλείποντα στοιχεία, κατά τα συμφωνηθέντα με τον Δ1 και, κατά συνέπεια, τίποτε το παράνομο δεν έλαβε χώρα. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, οι οποίοι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν ενισχύονται, έχομε τη γνώμη (ότι είναι έωλοι και στερούνται σοβαρότητας. Αν πράγματι έτσι ήταν, στην ..... δεν θα έθετε σφραγίδα με επωνυμία της εταιρίας διαφορετική από αυτήν που η εταιρία χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές της και την οποία, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, θα είχε στην κατοχή του, ούτε βέβαια θα υπήρχε λόγος να συμφωνήσει με την εγκαλούσα να αναλάβει ο ίδιος την πληρωμή της, αφού, όπως ο ίδιος καταθέτει, το χρηματικό ποσό που αυτή ενσωμάτωνε αποτελούσε ουσιαστικά χρέος της εγκαλούσας εταιρίας προς την εταιρία "INTERACTIVE Α.Ε", που αυτός εκπροσωπούσε. Από την άλλη πλευρά, η θέση του εκπροσώπου της εγκαλούσης Δ1, ότι, κατά την παράδοση της .... επιταγής στον κατηγορούμενο, υπήρχε συμφωνία μεταξύ τους ότι το ποσό που θα αναγραφόταν σ' αυτήν δεν θα ξεπερνούσε τις 15.000 Ευρώ, φαίνεται να είναι αληθινή, καθόσον το ποσό των 285.000 ευρώ που συμπλήρωσε, παρά τα συμφωνηθέντα, ο κατηγορούμενος, είναι υπέρογκο για να αναγραφεί σε μια επιταγή ευκολίας που δεν ενσωμάτωνε κάποια οφειλή της εκδότριας εταιρίας προς την φερόμενη λήπτρια εταιρία. Τα παραπάνω, πέρα από την κατάθεση του Δ1, ενισχύονται και από την μαρτυρική κατάθεση του Κ1, ο οποίος είναι κοινός φίλος τόσο του δευτέρου εγκαλούντα Μ1 όσο και του κατηγορουμένου Χ1 και ο οποίος καταθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος του εκμυστηρεύτηκε ότι πράγματι ο ίδιος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές λόγω οικονομικών προβλημάτων, γι' αυτό και θα τακτοποιούσε τις οφειλές αυτές προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, το χρονικό διάστημα που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα στις 20-12-2003, ήλθε σε συμφωνία με τον εγκαλούντα Μ1 ο οποίος και αγόρασε 21.000 μετοχές της εγκαλούσας "ΑΘΛΟΣ ΠΑΟΚ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον Μ1, ότι δεν υπάρχουν απαιτήσεις τρίτων σε βάρος της παραπάνω εταιρίας, βέβαιες ή πιθανές, εκτός από εκείνες που απεικονίζονταν στα βιβλία και τα στοιχεία της εταιρίας και εκτός από εκείνες που πιθανόν θα προέκυπταν από τυχόν φορολογικές αναμορφώσεις, ενώ απέκλεισε ρητά την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που αλλοίωναν την οικονομική εικόνα της εταιρίας) και τα οποία, αν ήταν γνωστά στον Μ1, θα τον απέτρεπαν από την αγορά των παραπάνω μετοχών. Συγχρόνως τον διαβεβαίωσε ότι στα βιβλία της εταιρίας αποτυπώνεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης της εταιρίας και το σύνολο των υποχρεώσεων και οφειλών της. Οι δηλώσεις και οι διαβεβαιώσεις αυτές του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς, αφού στα βιβλία της εταιρίας, στους ισολογισμούς και στα ισοζύγια που επέδειξε στον Μ1, δεν αναφέρονταν οι παραπάνω δύο πλαστογραφημένες επιταγές, την ύπαρξη των οποίων γνώριζε αφού ο ίδιος τις πλαστογράφησε και δημιούργησε την αντίστοιχη οφειλή της εγκαλούσας εταιρίας. Και ενώ όφειλε και έπρεπε, κατά τη συνήθεια των συναλλαγών, να κάνει γνωστά τα παραπάνω στον υποψήφιο τότε αγοραστή μετοχών της εγκαλούσης εταιρίας, Μ1, αφού η ύπαρξη σε βάρος της εταιρίας "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ" μιας απαίτησης (ανεξάρτητα αν μετά από δικαστικό αγώνα αποδεικνυόταν άκυρη) της τάξεως των 783.000 ευρώ, σαφώς διαφοροποιούσε την οικονομική κατάσταση της εταιρίας, δεν το έπραξε. Αντίθετα, φρόντισε να τα αποκρύψει, παρουσιάζοντας τα επίσημα βιβλία της εταιρίας από τα οποία δεν προέκυπτε η ύπαρξη της συγκεκριμένης οφειλής. Κατ' αυτόν τον τρόπο έπεισε τον Μ1 να προβεί στην αγορά των μετοχών, που αποτελούσαν το 78% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εγκαλούσας εταιρίας και να καταβάλει στον κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ. Μάλιστα στο από 20-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ τους, αποτυπώνονται οι ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, οι οποίες οδήγησαν τον Μ1 στην πραγματοποίηση της αγοράς των μετοχών. Είναι δε βέβαιο ότι, αν αυτός γνώριζε ότι η εγκαλούσα εταιρία ενέχονταν στην έκδοση δύο επιταγών συνολικού χρηματικού ποσού 783.000 ευρώ, που θα εκαλείτο να καταβάλει και το οποίο χρηματικό ποσό πλησίαζε το μετοχικό της κεφάλαιο, που ανερχόταν σε 880.500 ευρώ, δεν θα προέβαινε στην αγορά των μετοχών της και δεν θα κατέβαλλε το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, αφού αντί να ωφεληθεί από αυτή του την κίνηση, στην οποία προέβη με προφανή στόχο το κέρδος, βρέθηκε ζημιωμένος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι ο Μ1, γνώριζε την ύπαρξη των δύο επιταγών πριν προβεί στην αγορά των αντίστοιχων μετοχών της "ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ Α.Ε." δεν φαίνεται πειστικός. Και τούτο, διότι ο Μ1, ευθύς μόλις του κοινοποιήθηκε η 1112/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιφνιδιάστηκε και αμέσως ζήτησε διευκρινίσεις από τον Δ1, ο οποίος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερομένης εταιρείας, εφέρετο εν προκειμένω και εκδότης των επιδίκων επιταγών. Και βέβαια δεν αντέχει στη λογική να προβαίνει κάποιος στην αγορά της συντριπτικής πλειοψηφίας των μετοχών μιας εταιρίας, ενώ γνωρίζει ότι αυτή οφείλει χρέος που πλησιάζει το μετοχικό της κεφάλαιο και είναι υπερδιπλάσιο του τιμήματος της αγοράς της συντριπτικής πλειοψηφίας των μετοχών της. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι φανερό ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατά συρροή (:μία περίπτωση με τη μορφή της κατάρτισης εξ υπαρχής πλαστού εγγράφου και μία περίπτωση με τη μορφή της νόθευσης γνησίου εγγράφου) σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, που συρρέουν αληθινά μεταξύ τους (Συμβ. Α.Π. 1306/1998, ΝοΒ 47, 478, ΑΠ 75/1999, Ποιν.Χρον. 1999, 319), ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον του". Στη συνέχεια δε κατέληξε ότι ορθά παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, με το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα, για τις πράξεις τις πλαστογραφίας με χρήση κατά συρροή, σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και απέρριψε την έφεσή του. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτό εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους τα περιστατικά αυτά, τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, δηλαδή στις διατάξεις των άρθρων 1, 13γ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 216 παρ. 3α-1 και 386 παρ. 3β-1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Πιο συγκεκριμένα: 1)Δεν απαιτείται χωριστή εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου, δεδομένου ότι αρκεί η λήψη υπόψη αυτών συνολικά και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνάγεται από κάθε αποδεικτικό μέσο, όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, Θεσσαλονίκης, συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος σ' αυτό αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. 2)Ο ισχυρισμός ότι πρόκειται περί πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, όπως δέχθηκε το πρωτόδικο βούλευμα και όχι κατά συρροή, όπως δέχθηκε το προσβαλλόμενο και επιπρόσθετα ότι η πλαστογραφία φέρεται με την ειδικότερη μορφή της νόθευσης εγγράφου και όχι της εξ υπαρχής κατάρτισης πλαστού εγγράφου, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι στο βούλευμα υπάρχει ανάλυση πλήρως αιτιολογημένη, των δύο μορφών (συντέλεσης) της πλαστογραφίας και αξιολογείται ορθώς ότι η υπ' αρ. ...... επιταγή πλαστογραφήθηκε με την πρώτη μορφή αυτής (κατάρτιση εξυπαρχής πλαστού εγγράφου) και ότι η υπ' αριθ. ..... επιταγή πλαστογραφήθηκε με την δεύτερη μορφή αυτής (νόθευση) και ορθώς το Συμβούλιο έκρινε, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας σωστά τη διάταξη του άρθρου 216 του Π.Κ., ότι πρόκειται για σώρευση εγκλημάτων στην ίδια νομοτυπική μορφή και όχι για έγκλημα κατ' εξακολούθηση. 3)Ο ισχυρισμός ότι δεν προκύπτουν τα στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης και ειδικότερα αυτά της περιουσιακής βλάβης, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, στο βούλευμα διεξοδικά αναλύονται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθέτησαν την αξιόποινη πράξη της απάτης αφού εκτίθεται λεπτομερώς ότι ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε ψευδώς τον Μ1, ότι δεν υπάρχουν απαιτήσεις σε βάρος της εταιρίας "ΠΑΟΚ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκτός από εκείνες που αναγράφονται στα βιβλία αυτής, αποκρύπτοντας την ύπαρξη των δύο επιταγών που προαναφέρθηκαν, συνολικού ύψους 783.000 Ευρώ, που ο τελευταίος, αγοράζοντας το πλειοψηφικό πακέτο του ως άνω σωματείου αντί του ποσού των 100.000 Ευρώ, θα εκαλείτο να καταβάλει, αφού, η προοπτική του κέρδους, από την ως άνω αγορά, μετατρέπονταν σε ζημία. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, όπως η άρνηση της κατηγορίας της πλαστογραφίας, καθώς και η αμφισβήτηση των στοιχείων της, σε σχέση με την ύπαρξη ή μη και το είδος της συμφωνίας του αναιρεσείοντος με τον Δ1, όπως επίσης, και οι λοιπές ουσιαστικές εκτιμήσεις, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία (εκτίμηση) απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-1-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθ. 1424/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ