← Ελλάδα

ΑΠ 355/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 355 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα. Περίληψη: Απάτη (386 ΠΚ). Στοιχεία. Πότε περιουσιακή βλάβη. Τι συνιστά. Ο παραπλανόμενος μπορεί να μην ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο. Πότε απόπειρα απάτης. Απάτη επί δικαστηρίου. Απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου. Πότε. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρθρα 111, 112, 113 § 2 ΠΚ. Πότε παραγραφή πλημμελημάτων. Πότε έναρξη κυρίας διαδικασίας άρθρα 307, 314, 320, 321, 339, 340, 343 ΚΠΔ. Επίδοση κλήσεως ή κλητηρίου θεσπίσματος. Πότε θεωρείται έγκυρη, άρθρ. 577 § 2 ΚΠΔ. Απαγορεύεται η πρόσβαση στο ποινικό μητρώο μέχρι την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου. Πότε ακυρότης εκ της αναγνώσεως του ποινικού μητρώου. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 355/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, για αναίρεση της 4147/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1500/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον αυτοπροσώπως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα (ως δικηγόρο), που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 386 § 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, η πραγματοποίηση του οποίου, εντεύθεν, και δεν απαιτείται, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ)βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία (και) υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου, καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Εντεύθεν και απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και δια παραπλανήσεως του δικαστού σε πολιτική δίκη, δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος (να) υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, ή γνησίων μεν, ψευδών όμως κατά περιεχόμενο, από τα οποία ο δικαστής παρεπλανήθη και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου. Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 § 1 ΠΚ "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83)". Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με την μορφή αποπείρας, τόσον όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστου τελεί εις τοιαύτην αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε αποκοπεί για οποιοδήποτε λόγο. Για την στοιχειοθέτηση της αποπείρας απάτης απαιτείται να συντρέχει πλήρως και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή ο δράστης πρέπει να έχει γνώση ως προς το ψευδές των περιστάσεων και να επιδιώκει την επίτευξη παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Και εις την απάτη στο δικαστήριο είναι νοητή η απόπειρα, αν δε παρεπλανήθη το δικαστήριο, παρά την επιχειρηθείσα απάτη υπό του διαδίκου και εκδίδει απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό ή δεν εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ του δράστου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά, κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4147/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία" (εδέχθη) τα εξής: "Με την από 14-1-2000 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο εγκαλών Ψ, δικηγόρος στο Τ.Ε.Ε. και ως εκ της σχέσης του αυτής γνωρίζων αρχιτέκτονες και μηχανικούς μέλη του τελευταίου, ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο, αρχιτέκτονα- μηχανικό και μέλος του Τ.Ε.Ε" (είναι ο εδώ αναιρεσείων) να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 1.530.000 δρχ. με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς κατά του αγωγικούς του ισχυρισμούς, το Σεπτέμβριο του 1998 συνεβλήθη μαζί του και του ανέθεσε την αποπεράτωση του διαμερίσματός του σε πολυκατοικία της οδού ... αρ. ... του ... έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, μέρος του οποίου από 1.530.000 δρχ. του είχε καταβάλει, όπως προκύπτει από την από 27-11-1998 απόδειξη. Πλην όμως, επειδή ο μηχανικός δεν προέβη στην έναρξη εκτέλεσης του αναληφθέντος έργου, υπαναχώρησε της συμβάσεως με εξώδικο έγγραφο που επέδωσε στον κατηγορούμενο στις 7-1-1999 και επομένως η αιτία καταβολής των άνω χρημάτων δεν είχε επακολουθήσει. Επί της αγωγής αυτής αρχικά εκδόθηκε η υπ'αρ. 3341/2001 απόφαση του άνω δικαστηρίου, ερήμην του κατηγορουμένου, εκεί εναγομένου. Ο τελευταίος εφεσίβαλε την απόφαση στις 15-10-2001 και η υπόθεση εισήχθη στο Εφετείο Αθηνών, όπου ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι είχε λάβει από τον εγκαλούντα 330.000 δρχ. έναντι αμοιβής του για την αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής άδειας της οικοδομής και 1.200.000 δρχ. έναντι εργασιών που πραγματοποίησε στην οικοδομή μέχρι 31-12-1998, επομένως ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει να επιστρέψει το άνω ποσό. Με τους ισχυρισμούς του αυτούς ο πρώτος κατηγορούμενος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο οικονομικό όφελος επιχείρησε να παραπλανήσει το άνω δικαστήριο διότι ενώπιόν του, προσκομίζοντας τις υπ' αρ. ..., .../5-3-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων προς υποστήριξη της εφέσεώς του, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι πληρώθηκε για εργασίες τις οποίες δήθεν εκτέλεσε στο διαμέρισμα του εγκαλούντος γεγονός που είναι ψευδές διότι καμία εργασία αυτός δεν εκτέλεσε στο διαμέρισμα, εκτός από την αφαίρεση υπολειμμάτων σκυροδέματος προκειμένου να προετοιμασθεί ο χώρος για τις εργασίες. Το γεγονός αυτό της μη εκτελέσεως εργασιών αποπεράτωσης εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, αποδείχθηκε από τις καταθέσεις του εγκαλούντος και του μάρτυρος ...στο ακροατήριο, ο οποίος μάλιστα διαμένει στο διπλανό διαμέρισμα και διέθετε τα κλειδιά του διαμερίσματος του εγκαλούντος για την είσοδο των εργατών και ο οποίος κατέθεσε ότι κανένα συνεργείο του κατηγορουμένου δεν ήλθε, ούτε αυτός έφερε υλικά οικοδομής σε αυτό. Επίσης από το από 12-6-2002 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων - Δ/νση Πολεοδομίας που στο πλαίσιο του αντικειμένου αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών, αναφέρει ότι "ουδεμία εργασία εγένετο" . Επίσης και από την από 7-3-2002 τεχνική έκθεση των αρχιτεκτόνων - μηχανικών ... και ... που έγινε μετά από αίτηση του εγκαλούντος, οι οποίοι μηχανικοί διαπίστωσαν ότι ουδεμία εργασία ηλεκτρολόγου ή υδραυλικού έχει γίνει στην οικοδομή. Μετά από αυτά ο εγκαλών ανέθεσε σε άλλον πολιτικό μηχανικό, τον μάρτυρα που κατέθεσε στο ακροατήριο ... το εν λόγω έργο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αρ.7520/2004 προδικαστική απόφασή του ενόψει των ισχυρισμών των πλευρών και έτσι από λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεως του κατηγορουμένου το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε και δεν εξέδωσε οριστική απόφαση κατά παραδοχή της θέσης του κατηγορουμένου. Από όλα αυτά τα περιστατικά που αποδείχθηκαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο ...". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον α' κατηγορούμενο Χ1 του ότι: "Στην ... στις 15-10-2001 ο πρώτος κατ/νος Χ1 έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της απάτης σε δίκη δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η πράξη δε αυτή να γίνει στο Δικαστήριο, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος αυτού. Ειδικότερα με την από 12-10-2001 έφεσή του, που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 15-10-2001 κατά του εγκαλούντος Ψ και της υπ' αριθμ. 3371/01 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του τελευταίου και υποχρεώθηκε ο κατ/νος να του καταβάλει το ποσό των 1.530.000 δρχ. που είχε λάβει για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο υπό στοιχεία Α5 διαμέρισμα της επί της οδού ... στο ... πολυκατοικίας που ουδέποτε εκτέλεσε, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους Δικάσαντες Δικαστές ότι τμήμα του ανωτέρω ποσού (1.530.000 δρχ.) ήτοι 330.000 δρχ. έλαβε για την αναθεώρησή της υπ' αριθ. .../84 οικοδομικής άδειας και τα υπόλοιπα (1.200.000 δρχ.) έναντι εργασιών που πράγματι πραγματοποίησε στην ανωτέρω οικοδομή. Τα ως άνω έπραξε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 1.530.000 δρχ. με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντα, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξαρτήτους της βουλήσεώς του καθώς δεν εκδόθηκε απόφαση επί της ασκηθείσας εφέσεώς του". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην άνω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη της η απόφαση χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, η δε ιδιαίτερη μνεία συγκεκριμένων εξ αυτών δεν έχει την έννοια ότι δεν έλαβεν υπ' όψη τα άλλα, τα περιστατικά που συνιστούν την απόπειρα απάτης στο δικαστήριο (άρθρο 42, 386 § 1 ΠΚ), τους ψευδείς ισχυρισμούς τους οποίους εν γνώσει του ψεύδους των υπέβαλε στο Εφετείο Αθηνών, με την κατάθεση της εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμ. 3341/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα ψευδή αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκόμισε κατά την συζήτηση της άνω εφέσεως δηλαδή τις δύο ένορκες βεβαιώσεις, ψευδείς κατά το περιεχόμενόν των, το παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, το οποίον επεδίωξε με αντίστοιχο βλάβη του εγκαλούντος, δια παραπλανήσεως του δικαστού και την μη τέλεση της πράξεως, η οποία παρέμεινε στην απόπειρα, διότι ο τελευταίος δεν εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ του αναιρεσείοντος. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από την προσβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη αίτημα αναβολής της συζητήσεως κατ' άρθρον 61 ΚΠΔ, αφού ουδαμού εις αυτήν υπάρχει τοιούτο αίτημα. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι επί λέξει "η υπόθεσις περί ης η καταδίκη είναι εκκρεμής εις το πολιτικό Δικαστήριο και τούτο ελέχθη και το Δικαστήριο ανεπιτρέπτως σιγή απέρριψε την επερειδομένην εις το άρθρο 61 ΚΠΔ αίτημα αναβολής της δίκης", είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Με τα άρθρα 111, 112 και 113 § 2 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 § 6 Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε

(5)ετών και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποίαν ετελέσθη η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών
(3)ετών. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Εξ άλλου κατά το άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ "Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου ... ή ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής του ... καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 § 3 καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της ...". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση ακύρου επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφ' όσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτής, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρος, και από αυτή αρχίζει η κυρία διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμιο δίκη και δικασθεί ερήμην η ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος ως διαδικαστικής πράξεως που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγον εφέσεως κατά την εκκλητής αποφάσεως (Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγον εφέσεως καλύπτεται με επακόλουθο η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κυρία διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία-έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητος (του) λόγου αναιρέσεως, ο νυν αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθμ. 76956/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης παραστάντος αυτού δια πληρεξουσίου εις ποινή φυλακίσεως συνολικώς είκοσι δύο
(22)μηνών και δη 12 μηνών δι' εκάστην των πράξεων της αποπείρας απάτης στο δικαστήριο και της ηθικής αυτουργίας εις την ψευδορκία των δύο συγκατηγορουμένων του παρόντων τότε. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων και οι τελευταίοι ήσκησαν έφεση, κατά την συζήτηση της οποίας ο β' κατηγορούμενος Χ3 προέβαλε "παραγραφήν των αδικημάτων που τον βαρύνουν, διότι δεν του επεδόθη ποτέ το κλητήριο θέσπισμα" και δεν έγινε έναρξη της κύριας διαδικασίας". Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμόν του άνω δευτέρου κατηγορουμένου Χ3, διότι ούτος, εμφανισθείς στο ακροατήριο κατά την έναρξη της πρωτοδίκου δίκης, δεν πρότεινε την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε ηναντιώθη στον πρόοδο της δίκης και, εντεύθεν, έκτοτε ήρχισε η κυρία διαδικασία και επήλθε αναστολή της πενταετούς παραγραφής, ώστε ο χρόνος της παραγραφής των άνω πλημμεληματικών πράξεων (να) είναι οκταετής. Ούτως ορθώς το Εφετείο έκρινε και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίες έπρεπε να ισχύσουν και για τον αναιρεσείοντα κατ' άρθρον 469 ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 577 § 2 ΚΠΔ "Το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμοδίου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. ... Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων από το δικαστικό γραμματέα συνεπάγεται την πειθαρχική του ευθύνη". Εξάλλου κατά το άρθρο 171 § 1 περ. δ' ΚΠΔ "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... δ)την εμφάνιση ... και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται ..." και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση προσβάσεως στο περιεχόμενο του δελτίου του ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, αποσκοπεί στον σχηματισμό καθαράς δικαστικής πεποιθήσεως που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποιήσεως εις βάρος του προηγουμένων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι ώστε η παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 577 § 2 ΚΠΔ, με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Όταν όμως το δελτίο του ποινικού μητρώου δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο και δεν ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν υπάρχει ακυρότης, διότι εις την περίπτωση αυτή δεν παραβιάζεται η άνω διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για την τέλεση από τον αναιρεσείοντα της αποπείρας απάτης επί δικαστηρίου, δεν έλαβεν υπ' όψη του αμέσως ή εμμέσως, ούτε συνεξετίμησε καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό αυτής αποδεικτικά μέσα, το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ή και οιουδήποτε άλλου από τους δύο συγκατηγορουμένους του, ενώ, εξ άλλου από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της αποφάσεως περί ενοχής των κατηγορουμένων ανεγνώσθησαν τα ποινικά τους μητρώα (εκ παραδρομής γίνεται μνεία ότι διαβάστηκε "το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου" αντί των κατηγορουμένων). Συνεπώς ο σχετικός λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, κατά τον οποίον έλαβε χώραν απόλυτος ακυρότητα, διότι "τα ποινικά μητρώα είναι αποσφραγισμένα, τα οποία η Πρόεδρος του Δικαστηρίου προ της περί ενοχής κρίσεως έλαβεν ανά χείρας, χωρίς μάλιστα να προβάλλει σαφώς ότι και τα ανέγνωσε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21/5/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4147/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι
(220)και την δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων
(500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.