Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 357 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Ειδική παροχή. Περίληψη: Ο πρώτος λόγος για παθητική νομιμοποίηση, απαράδεκτος κατ’ άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ο δεύτερος λόγος αβάσιμος, διότι δεν τίθεται ζήτημα ισονομίας για τους μη αμειβόμενους με το ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, όπως οι ενάγοντες κατά το χρόνο που μετείχαν στο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας. Ο τέταρτος λόγος αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι κατά το χρόνο της συμμετοχής στο πρόγραμμα η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και όχι ως παραγραμμένη. Αναστέλλει κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ για τρίτο λόγο, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη ΟλΑΠ επί ετέρας δίκης, για τη νομιμότητα ή μη της κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισονομίας επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 (των 176 ευρώ), αδιακρίτως. Αριθμός 357/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ά. Β., 2) Α. Κ., 3) Α. Κ., 4) Ρ. Μ., 5) Μ. Μ., 6) Α. Π. και 7) Α. Τ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σωτηρακόπουλου. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Περιστερίου", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σιουρούνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 87/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3012/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9-3-2012 αίτησή τους, που συνεκδικάσθηκε με την από 7-3-2012 αίτηση του αναιρεσίβλητου. Εκδόθηκε η 975/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε την πρόοδο της δίκης προς συμπλήρωση από τον αναιρεσίβλητο της έλλειψης που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 22-7-2013 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-10-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, εσφαλμένως δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από την πρόσληψή τους (1-1-2002), στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, μέχρι την επακολουθήσασα κατάταξή τους (27-7-2006) σε οργανικές θέσεις της υπηρεσίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, δεν είχαν ως αντισυμβαλλόμενο εργοδότη τον τελευταίο, αλλά την "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ", που ήταν ο φορέας του προγράμματος, και γι' αυτό απέρριψε την από 10-7-2007 αγωγή, ως προς τα κονδύλια του εν λόγω χρονικού διαστήματος, ως στερούμενη παθητικής νομιμοποίησης και, εκ τούτου, κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν στοιχειοθετείται κατ' αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων και επιτρέπεται να προσβληθούν μόνο για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όχι, όμως, και για παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων, όπως είναι η ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αγωγή, ως προς τα κονδύλια του ως άνω χρονικού διαστήματος, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τη λήψη της ειδικής παροχής των 176 ευρώ μηνιαίως, που είχε χορηγηθεί κατά νομοθετική εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 σε πλείστες όσες κατηγορίες υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης, διότι, μέχρι την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις με την 411665/28-7-2006 πράξη του εναγομένου, δεν ενέπιπταν στο αντίστοιχο, ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, που ίσχυε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ.
- Με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, εσφαλμένως δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες μέχρι την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις της υπηρεσίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, που ίσχυε για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την αντιμετώπιση της ανεργίας και την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, χρηματοδοτούμενο από τον ΟΑΕΔ, και για το σκοπό αυτό απασχολήθηκαν ως φύλακες σε σχολικά κτίρια της ευθύνης του εναγομένου, που, επίσης, συμμετείχε στο πρόγραμμα. Και μόνο όταν η εν λόγω απασχόληση, παρά τον αρχικώς προβλεφθέντα παροδικό και εκπαιδευτικό της χαρακτήρα, ανανεώθηκε κατ' επανάληψη και εκ λόγων επιείκειας κατέληξε στην ένταξη των εναγόντων στην υπηρεσία του εναγομένου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, ακολούθησε η υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο και τέθηκε ζήτημα καταβολής ή μη προς αυτούς, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισονομίας, της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, την οποία προηγουμένως, ως συμμετέχοντες στο ειδικό πρόγραμμα, δεν δικαιούνταν.
- Με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, εσφαλμένως δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", η οποία, κατ' επέκταση, έχει εφαρμογή και επί των ΟΤΑ (άρθρο 304 του π.δ. 410/1995) και σύμφωνα με την οποία οι απαιτήσεις των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες οιασδήποτε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών από τη γέννησή τους, ήτοι μετά την πάροδο χρόνου συντομότερου από τον γενικώς οριζόμενο τόσο στις λοιπές διατάξεις του ίδιου νόμου όσο και σ' αυτές του άρθρου 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, [εσφαλμένως δέχθηκε ότι η εν λόγω διάταξη] δεν έρχεται σε αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Παρατηρείται, όμως, ότι, αν και το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικές σκέψεις περί του ζητήματος της ως άνω βραχυπρόθεσμης παραγραφής, δεν στήριξε την απόφασή του επί των σκέψεων αυτών, διότι, προεχόντως, έκρινε, όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.1 και 2), ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ουδόλως είχαν αποκτήσει τις ένδικες αξιώσεις για τον προ της κατατάξεώς τους χρόνο, ήτοι και για χρόνο από του οποίου, εφ' όσον οι ένδικες αξιώσεις είχαν γεννηθεί, θα είχε συμπληρωθεί η παραγραφή. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται αβάσιμος, ως αλυσιτελής.
- Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. ΚΠολΔ 575). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί.
- Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, που είχαν προσληφθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά το μέρος του ενδίκου χρονικού διαστήματος, από την κατάταξή τους στην υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου και μετέπειτα (ήτοι, από 28-7-2006 μέχρι 31-1-2007), κατά το οποίο είχαν υπαχθεί στο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, που ίσχυε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, δικαιούνται τη λήψη της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, διότι η παράλειψη του εναγομένου να τη χορηγήσει και προς αυτούς παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισονομίας, σύμφωνα με τις εκτενείς σκέψεις που ειδικότερα αναφέρονται στις αιτιολογίες του. Περαιτέρω, όμως, δέχθηκε ότι η εν λόγω παροχή δεν προσαυξάνει το βασικό μισθό των εναγόντων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συνυπολογισθεί κατά τον προσδιορισμό των καταβαλλόμενων σ' αυτούς δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως μη νόμιμα τα αντίστοιχα κονδύλια της αγωγής.
- Την ως άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλουν ήδη οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ισχυριζόμενοι ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 28 του ν. 3205/2003, σύμφωνα με τις οποίες (πάντοτε κατά την άποψή τους) η εν λόγω ειδική παροχή είναι μισθολογική και προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων, προς τους οποίους καταβάλλεται. Προκύπτει, όμως, ότι η ευδοκίμηση ή μη του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα της αδιάκριτης επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισονομίας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), της χορήγησης της μηνιαίας ειδικής παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, για τους οποίους δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 3016/
- Το ζήτημα αυτό, ως αναφερόμενο σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και, εντεύθεν, χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας (επί του οποίου έχουν γίνει ήδη διαφορετικές προσεγγίσεις από Τμήματα του παρόντος δικαστηρίου), έχει παραπεμφθεί ήδη στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2233/2013 απόφαση του Β1 τμήματος αυτού. Μετά το γενόμενο προσδιορισμό, η παραπεμφθείσα υπόθεση εκκρεμεί προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια κατά τη δικάσιμο της 10ης Απριλίου
- Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης επί του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση επί του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 2233/2013 απόφαση του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου
- -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Φεβρουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ