← Ελλάδα

ΑΠ 358/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 358 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για εξακολουθητική πλαστογραφία με χρήση και απάτη (πλημμεληματικές πράξεις). Επανάληψη της διαδικασίας (Νέο στοιχείο). Απορρίπτεται ως αβάσιμη στην ουσία. Αριθμός 358/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Τραυλό, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9709/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.9.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1355/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 368/6.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 23-9-2009 αίτηση του Χ, ... ετών, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 9709/11-12-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση καθώς και για απάτη κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,94,98,216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 84 παρ. 2α του Π.Κ.) Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται τόσο από ουσιαστική όσο και από νομική πλευρά ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας που στρέφεται εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ'896, Α.Π. 1269/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ'507). Εν προκειμένω η ανωτέρω υπ' αριθμ. 9709/11-12-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, όπως τούτο προκύπτει από το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, καθώς και από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Η ανωτέρω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών δέχθηκε τα εξής: Κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2001 ο Ζ, ο οποίος συνυπηρετούσε με τον νυν αιτούντα στο Ειδικό Κατάστημα Κρατήσεως ... ως σωφρονιστικός υπάλληλος, με τον οποίο διατηρούσε τότε φιλικές σχέσεις, τον ενημέρωσε ότι προτίθεται να προβεί στην αγορά αυτοκινήτου. Ο αιτών έδειξε να ενδιαφέρεται λέγοντάς του ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την εν λόγω αγορά με τραπεζική χρηματοδότηση μέσω πιστωτικής κάρτας από την Τράπεζα EUROBANK, στην οποία εργαζόταν ο αδελφός του. Για τον λόγο αυτό ζήτησε από τον συνάδελφό του Ζ να του δώσει την αστυνομική του ταυτότητα καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας. Μετά όμως από λίγες ημέρες του επέστρεψε ο αιτών την αστυνομική του ταυτότητα, όχι όμως και το εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας, προφασιζόμενος ότι το κράτησε η Τράπεζα και ότι δεν δικαιούται χρηματοδοτήσεως λόγω των εισοδημάτων του. Όπως όμως διαπιστώθηκε στη συνέχεια ο εν λόγω αιτών έχοντας στη κατοχή του τα προαναφερόμενα έγγραφα, προφανώς φωτοτυπίες αυτών, κατάρτισε τις από 10-8-2001 και 21-8-2001 αιτήσεις για χορήγηση πιστωτικών καρτών που απηύθυνε αντιστοίχως στην "Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε." και στην Τράπεζα "EUROBANK", στις οποίες ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητας του εν λόγω Ζ. Και συγκεκριμένα, επώνυμο Ζ, αριθμό ταυτότητας ..., ημερομηνία εκδόσεως ..., Α.Τ. ..., ημερομηνία γεννήσεως ..., τόπος ... καθώς και τα λοιπά ατομικά στοιχεία του Ζ, του οποίου έθεσε στις εν λόγω αιτήσεις την υπογραφή κατ' απομίμηση αυτής και χωρίς την συναίνεση του ανωτέρω Ζ, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και να του χορηγήσουν στις 10-8-2001 την αιτηθείσα πιστωτική κάρτα. Με την οποία εν συνεχεία πραγματοποίησε αγορές ύψους 3.147 ΕΥΡΩ θέτοντας κάθε φορά που πραγματοποιούσε αγορά την υπογραφή του Ζκατ' απομίμηση αυτής, ζημιώνοντας έτσι την περιουσία του ανωτέρω κατά το προαναφερόμενο ποσό. Όταν δε αποκαλύφθηκε η έκνομη συμπεριφορά του αιτούντος σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε ο παθών Ζ και η οποία έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά της υπ'αριθμ. 9709/11-12-2006 αποφάσεως, χάθηκαν τα ίχνη του ακόμη και από την υπηρεσία. Σύμφωνα επίσης με την αυτή ως άνω κατάθεση ο αιτών προθυμοποιήθηκε να αποζημιώσει τον Ζ μία ή δύο περίπου ημέρες πριν εξετασθεί η περίπτωσή του από το πειθαρχικό συμβούλιο της υπηρεσίας, χωρίς όμως να πραγματοποιήσει ποτέ την υπόσχεση που του έδωσε. Νυν ο αιτών προκειμένου να υποστηρίξει την αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας προσκομίζει και επικαλείται ως νέο γεγονός που δεν είχε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... αμετάκλητη απόφαση την υπ'αριθμ. ... δήλωση του Φ και της ..., ... ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Ταρσία Ιωάννου Μιχαλοπούλου, στην οποία φέρεται να δηλώνει ότι το καλοκαίρι του 2001 συναντήθηκε συμπτωματικά με τον Χ (αιτούντα) στην πλατεία ..., και ότι κατά την συζήτηση που είχαν του ανέφερε ότι κάποιος συνάδελφός του επιθυμούσε να λάβει δάνειο για να αγοράσει με αυτό αυτοκίνητο και ότι προθυμοποιήθηκε να τον εξυπηρετήσει λόγω των γνωριμιών που είχε. Και για τον λόγο αυτό ο Χ για να τον διευκολύνει όπως ισχυρίζεται το εφωδίασε με φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του ... με τα ανωτέρω έγγραφα όπως δηλώνει ο Φ εμφανίσθηκε μετά από μερικές ημέρες στο κατάστημα πωλήσεως κινητών τηλεφώνων με τον διακριτικό τίτλο "MILLENIUM" στην Πλατεία ... και αγόρασε τρεις

(3)συσκευές κινητών τηλεφώνων δίνοντας στον καταστηματάρχη φωτοτυπίες της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του Ζ, προκειμένου όπως δηλώνει να ενεργήσει για την λήψη τραπεζικού δανείου καθώς και να παρακρατήσει το ποσό που αναλογούσε στην αγορά των κινητών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να χορηγηθεί το εν λόγω δάνειο, περιορισθείς μόνο στο να χρησιμοποιήσει τα ανωτέρω έγγραφα προς ίδιο όφελος. Η ανωτέρω εκδοχή του συμβάντος δεν είναι καθόλου πειστική, αδυνατώ να δεχθώ ότι ένας επιχειρηματίας, 52 ετών, χρησιμοποιεί προσωπικά έγγραφα (αστυνομική ταυτότητα - εκκαθαριστικό σημείωμα) του συναδέλφου ενός γνωστού του, δηλαδή του Χ, μόνο και μόνο για να αποκτήσει την κυριότητα τριών κινητών τηλεφώνων. Ή ότι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος πωλήσεως κινητών τηλεφώνων με τον διακριτικό τίτλο "MILLENIUM" στην Πλατεία ... κατάρτισε πλαστά έγγραφα για να προμηθευθεί πιστωτική κάρτα επ' ονόματι του Ζ, προκειμένου να αγοράσει πράγματα συνολικής αξίας 3.147 ΕΥΡΩ. Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ 'ουσία και να καταδικασθεί συγχρόνως ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω Α)Να απορριφθεί η από 23-9-2009 αίτηση του Χ, ... ετών, κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9709/11-12-2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Β)Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 26-10-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, και τον πληρεξούσιο του αιτούντος και έπειτα αποχώρησαν. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Επί του προκειμένου, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου η υπ' αριθμ. ... αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9709/11/12/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστών εγγράφων, κατ' εξακολούθηση, και για απάτη. Η αίτηση αυτή, με την οποία η αιτούσα επικαλείται ως νέες αποδείξεις την υπ' αριθμ. ... δήλωση του Φ στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Τ. Μιχαλοπούλου, από την οποία προκύπτει η αθωότητά του και η οποία ήταν άγνωστη στους δικαστές που δίκασαν, νομίμως κατατέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), και πρέπει να ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη. Σύμφωνα με το σκεπτικό και το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως, η οποία είναι αμετάκλητη (όπως προκύπτει από τα ... και ... πιστοποιητικά του γραμματέα του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών και του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), ο αιτών καταδικάστηκε διότι στην ... στις 10/8/2001 και 21/8/2001, α) εξακολουθητικά κατάρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, των εγγράφων δε αυτών ακολούθως έκανε χρήση, ειδικότερα δε έχοντας στην κατοχή του την αστυνομική ταυτότητα και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας του εγκαλούντος Ζ, κατάρτισε τις από 10/8/2001 και 21/8/2001 αιτήσεις για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας που απευθύνονται προς τις τράπεζες " Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και " Eurobank", αντίστοιχα, στις οποίες ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητος και λοιπά ατομικά στοιχεία του ανωτέρω εγκαλούντος (ονοματεπώνυμο, αριθμό και λοιπά στοιχεία ταυτότητος, ημερομηνία και τόπο γέννησης), και ακολούθως έθεσε σε κάθε μία από τις αιτήσεις αυτές δυσανάγνωστη υπογραφή του Ζ, χωρίς τη συναίνεσή του, ώστε να εμφανίζονται ότι προέρχονται από αυτόν, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους των τραπεζών και να χορηγήσουν σ' αυτόν, υπό τα ψευδή ως άνω στοιχεία, τις αιτούμενες πιστωτικές κάρτες, στη συνέχεια δε χρησιμοποίησε τα ως άνω έγγραφα προσκομίζοντας αυτά στις αντίστοιχες τράπεζες, προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος πιστωτικές κάρτες, εμφανιζόμενος ως Ζ, και β) με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ειδικότερα δε στην ... στις 10/8/2001 εμφανίστηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος της Τράπεζας " Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", στους οποίους, αφού υπέβαλε την προς το κατάστημα της τράπεζας απευθυνόμενη ως άνω πλαστή αίτηση με τα έχοντα σχέση με αυτή λοιπά δικαιολογητικά έγγραφα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι ονομάζεται Ζ και ζήτησε τη χορήγηση σ' αυτόν πιστωτικής κάρτας, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης, παραπλανηθέντες δε οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας από την απατηλή αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, χορήγησαν σ' αυτόν, υπό τα ψευδή ως άνω στοιχεία ταυτότητας, την αιτούμενη πιστωτική κάρτα, με την οποία αυτός πραγματοποίησε αγορές αξίας 3.147 ευρώ, αποκομίζοντας ο ίδιος ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, αφού οι χρεώσεις γίνονταν στο όνομά του.- Τώρα ο αιτών, προκειμένου να υποστηρίξει την αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας, προσκομίζει και επικαλείται ως νέο γεγονός που δεν είχε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση την 4350/4/9/2009 δήλωση του Φ, κατοίκου ..., στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ταρσία Μιχαλοπούλου, στην οποία φέρεται να δηλώνει τα εξής: "Με τον από πολλά χρόνια γνωστό μου Χ (που σημειωτέον υπηρετούσε στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης ...) συναντηθήκαμε τυχαία στην πλατεία ...., δίπλα στην ..., και συζητώντας μού ανέφερε ότι κάποιος συνάδελφός του επιθυμούσε να λάβει δάνειο για αγορά αυτοκινήτου και εγώ προσφέρθηκα να τον εξυπηρετήσω, και έτσι ο Χ μου έδωσε φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του Ζ. Μετά από λίγες ημέρες, προσήλθα στο κατάστημα πώλησης κινητών τηλεφώνων με τον διακριτικό τίτλο "MILLENIUM" και αγόρασα τρεις συσκευές κινητών τηλεφώνων, δίνοντας στον καταστηματάρχη φωτοτυπίες της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του Ζ, προκειμένου ο καταστηματάρχης να βγάλει τραπεζικό δάνειο και να παρακρατήσει το αναλογούν ποσό της αγοράς των κινητών τηλεφώνων. Σε μετέπειτα συνάντηση που είχα με τον Χ το ίδιο καλοκαίρι του 2001, του είπα ότι δεν μπόρεσα να βγάλω το δάνειο του συναδέλφου του και του απέκρυψα ότι έκανα προσωπική χρήση των φωτοτυπιών της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού του συναδέλφου του Ζ, προσφάτως δε σε συνάντηση μας πληροφορήθηκα ότι ο Χ διώχθηκε από την υπηρεσία του από τις παραπάνω ενέργειές μου, γι' αυτό από τύψεις προσήλθα να δηλώσω ότι έτσι έχουν τα πράγματα και να διευκρινίσω ότι ο Χ δεν είχε την παραμικρή σχέση με τα παραπάνω συμβάντα". Η δήλωση αυτή του ανωτέρω είναι μεν νέο στοιχείο, άγνωστο στους καταδικάσαντες τον αιτούντα δικαστές, αλλά κατά το περιεχόμενό της, είτε μόνη είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών καταδικάστηκε άδικα για τα παραπάνω εγκλήματα, αφού η δήλωση αυτή δεν κρίνεται πειστική, όχι μόνο διότι δόθηκε μετά παρέλευση εννέα
(9)ετών μετά την τέλεση των άνω εγκλημάτων από τον αιτούντα, παρότι συναντιόντουσαν, αφού συνδέονταν με μακροχρόνια φιλία, αλλά και διότι το δικαστήριο της ουσίας με την ως άνω απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, κήρυξε αθώο τον αιτούντα για τη μερικότερη πράξη της απάτης που τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος στις 21/8/2001, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, μετά την επ' ακροατηρίου κατάθεσή του (του εγκαλούντος) ότι ο αιτών τον ικανοποίησε (τον αποζημίωσε) πριν υποβάλει την μήνυση εναντίον του, ενώ υποσχέθηκε να τον ικανοποιήσει και για την άλλη ζημία δύο ημέρες πριν περάσει από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αλλά τελικά δεν το έπραξε, ενώ περαιτέρω ο αιτών, κατά την απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όχι μόνο δεν αναφέρει το όνομα, αλλά και οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση, του ως άνω μάρτυρα Φ, αλλά επί πλέον ομολογεί ότι δανειζόταν από πολλούς διότι είχε ανάγκη από χρήματα. Επομένως, ο επικαλούμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος και η υπό κρίση αίτησή του πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 7370/23/9/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9709/11/12/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου λημμελημάτων Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.