Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 37 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Καταδολίευση δανειστών. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, λόγω ασαφούς και ελλιπούς αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρει στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό για να συμπληρωθεί, ότι κατά το χρόνο της απαλλοτριωτικής πράξεως ο κατηγορούμενος δεν είχε άλλα επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να ικανοποιηθεί ο δανειστής του, πράγμα αναγκαίο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του κατ΄ άρθρο 397 παρ. 1 ΠΚ εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών (ΑΠ 951/2008, 544/2007). ΑΡΙΘΜΟΣ 37/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη Μυλωνά, περί αναιρέσεως της 5597/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1870/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 397 του ΠΚ "ο οφειλέτης, που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς, η ολικώς ή μερικώς ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της καταδολιεύσεως δανειστών, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επί τριετία. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεων στο ακροατήριο ανωμοτί και ενόρκως, μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, του αναιρεσείοντος εκπροσωπηθέντος δια συνηγόρων), στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα έλαβε γνώση της τελεσθείσας από τον κατηγορούμενο μεταβιβάσεως των περιουσιακών του στοιχείων τον Ιούνιο του
- Ειδικότερα η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, ήτοι η εδρεύουσα στην Αθήνα και επί της λεωφόρου ..... εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ανώνυμη εταιρεία παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών", συνδεόταν με τον κατηγορούμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από 23-10-1972, η οποία καταγγέλθηκε στις 27-9-2002 μηνύσεων της εγκαλούσας (που κατατέθηκαν στις 17-4-2002 και 26-9-2002 αντίστοιχα), για σειρά αξιοποίνων πράξεων, όπως της κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία τελέσεως των πράξεων της υπεξαιρέσεως, της απάτης, της πλαστογραφίας κ.λ.π., συνεπεία των οποίων, κατά τα εκτιθέμενα στην μήνυση της 24-9-2002 και το ήδη εκδοθέν υπ' αριθμ. 26/19-1-2005 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (βλ. αυτά αναγνωσθ.), η εγκαλούσα και οι εκπροσωπούμενες από αυτήν υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείες υπέστησαν ζημία 33.455.612,62 ευρώ (11.400.000.000 δρχ.) Η εγκαλούσα προς εξασφάλιση της επικαλούμενης απαιτήσεώς της και μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησαν οι υπηρεσίες της, κίνησε τη διαδικασία για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης περιουσίας και κατηγορουμένου. Σε σχετικό έλεγχο που έγινε κατά τον Απρίλιο του 2002, ήτοι πριν από την απόλυσή του, διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσίας και στις 6-12-2003 υποβλήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η σχετική αίτηση, η οποία συζητήθηκε στις 3-2-2003 και απορρίφθηκε από το δικαστήριο, για λόγους μη ουσιαστικούς, με απόφαση που εκδόθηκε τον Μάϊο του 2003 (βλ. κατάθ. πολιτικώς ενάγοντος). Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής έγινε από την αρμόδια υπηρεσία της εγκαλούσας επανέλεγχος των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου, οπότε διαπιστώθηκε ότι αυτός στις 2-10-2002 είχε μεταβιβάσει περιουσιακά του στοιχεία στα παιδιά του. Ο έλεγχος αυτός έγινε το δεύτερο 10ήμερο του Ιουνίου του 2003, οπότε και υποβλήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο η από 18 Ιουνίου 2003 και με αριθμό πράξ. κατάθ. ... νέα αίτηση προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, ενώ στις 11-7-2003 υποβλήθηκε η από 10-7-2003 ένδικη έγκληση για το αποδιδόμενο στον κατηγορ. Αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών του άρθρου 397 του Ποιν. Κώδ. Ήτοι η έγκληση αυτή υποβλήθηκε μέσα στην οριζόμενη στο άρθρο 117 παρ. 1 του Ποιν. Κ. τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία και συνακόλουθα είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή και ο οικείος περί του αντιθέτου ισχυρισμός, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ως εργαζόμενος κατείχε τη σημαντική θέση του Υπευθύνου του Λογιστηρίου της εγκαλούσας, αν και γνώριζε τις αξιώσεις που η εγκαλούσα προέβαλε εναντίον του, τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 2002 που περατώθηκε ο σχετικός έλεγχος του ΣΔΟΕ (βλ. αναγν. Από 7-3-2002 Πορισματική Αναφορά ΣΔΟΕ), έχοντας λάβει γνώση και την εναντίον του από 17-4-2002 και 24-9-2002 μηνύσεων, που απετέλεσαν εξάλλου και το λόγο του αναποζημίωτου της απολύσεώς του, θέλοντας να αποφύγει την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, με πρόθεση ματαίωση εν μέρει την εν λόγω ικανοποίηση καθόσον στις 2-10-2002 και όχι στις 3.10.02 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο στην Αθήνα (.....), σύμφωνα με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά ..., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, παραχώρησε και μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα δύο παιδιά του Α και Β, κατά 1/2 αξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτά, μία διώροφη οικία, που βρίσκεται στη ..... και επί της οδού ..... και είναι κτισμένη σε οικόπεδο 230,625 τ.μ., ματαιώνοντας έτσι την μερική έστω, ικανοποίηση των αξιώσεων της εγκαλούσας. Ενόψει τούτων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμού του. Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 του ΠΚ συγγνωστή νομική πλάνη υπάρχει και μόνο όταν ο δράστης αγνοούσε, αλλά και όταν δεν μπορούσε με βάση τις πνευματικές και επαγγελματικές του δυνατότητες να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και να κατέβαλε και κατά συνέπεια πίστευε ότι είχε δικαίωμα να προβεί στην πράξη που τέλεσε από σφαλερή αντίληψη ή ερμηνεία των διατάξεων των σχετικών με τον άδικο χαρακτήρα της πράξης (βλ. ΑΠ 1714/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ, 499). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη, για το λόγο ότι ως τελειόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου και μόνο, αγνοούσε ότι η ένδικη μεταβίβαση ήτα επιλήψιμη και ότι πληροφορήθηκε για τις αξιώσεις που ήγειρε εναντίον του η εγκαλούσα μετά την κλήση του σε απολογία στον Ανακριτή, εξαιτίας της ασκηθείσας εναντίον του ποινικής διώξεως, λόγω των αναφερομένων παραπάνω από 17-4-2002 και 24-9-2002 μηνύσεων, που ήταν σε μεταγενέστερο της ένδικης μεταβιβάσεως δεν είχε πρόθεση τελέσεως του αδικήματος που του αποδίδεται. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ο κατηγορ. όπως έχει ήδη αναφερθεί γνώριζε ήδη από τον Μάρτιο του 2002, που διενεργήθηκε ο έλεγχος της ΣΔΟΕ, τις εναντίον του αξιώσεις της εγκαλούσας, ενώ αυτός και τυπικά προσόντα διέθετε, αλλά και ως μέσος κοινωνικός άνθρωπος, που μάλιστα κατείχε την αναφερομένη παραπάνω υπεύθυνη θέση και είχε 30ετή εμπειρία εργαζομένου (βλ. την από 27-9-2002 καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως), γνώριζε ότι απαγορεύεται να μεταβιβάζουμε την περιουσία μας όταν οφείλουμε, ο δε κατηγορούμενος προέβη στην ένδικη μεταβίβαση με σκοπό να ματαίωση την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εγκαλούσας. Ενόψει τούτων ο οικείος περί συγγνωστής πλάνης ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής και ελλιπής, αφού για την πληρότητά της, δεν αναφέρει, ούτε και στο διατακτικό της για να συμπληρωθεί, ότι ο κατηγορούμενος κατά την 2-10-2002 που προέβη στην απαλλοτριωτική πράξη της γονικής παροχής της οικίας του στα δύο τέκνα του, μοναδικό περιουσιακό στοιχείο είχε την παραχωρηθείσα οικία ή ότι δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία επαρκή για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας δανείστριας τράπεζας, ώστε να θεμελιωθεί ο δόλος αυτού. Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5597/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ