← Ελλάδα

ΑΠ 376/2015 — Εφέσεως απαράδεκτο, Έφεση Εισαγγελέα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 376 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Εφέσεως απαράδεκτο, Έφεση Εισαγγελέα. Περίληψη: Αθωωτική απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για πλαστογραφία με χρήση. Έφεση εισαγγελέα. Πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αναίρεση προσβαλλόμενης αποφάσεως για θετική υπέρβαση εξουσίας, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το ότι η έφεση του εισαγγελέα δεν ήταν ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και σε καταδικαστική κρίση. Δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ' άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση, γιατί η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική και ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη. Αριθμός 376/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Αγγελική Αλειφεροπούλου, (σύμφωνα με την υπ' αριθμό 48/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηνικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 558/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, με πολιτικώς ενάγουσα την Γ. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χαρίκλεια Μιχαλοπούλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2014 αίτηση αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 792/2014. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 558/2014 απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης δέχθηκε, ως τυπικά παραδεκτή, την έφεση της Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ξάνθης κατά της 1687/2013 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ

(8)μηνών, ανασταλείσα. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, με αριθμό 341/1.11.2013, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι η εν λόγω Αντεισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Από εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα, της καταθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας και των προσκομισθεισών υπεύθυνων δηλώσεων, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος για την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, ενώ θα έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξης. Ειδικότερα, από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Γ. Κ. του Σ., προέκυψε ότι όταν αυτή έθεσε την υπογραφή της στο έγγραφο που της επέδειξε ο κατηγορούμενος, δεν γνώριζε ότι η υπογραφή της θα χρησιμοποιούνταν για την υποβολή καταγγελίας σε βάρος του Ν. Β., καθώς ο κατηγορούμενος της έκανε λόγο γενικά για τα προβλήματα και τη φθίνουσα πορεία του οικισμού Μάνδρας, δίχως ωστόσο να της αναφέρει ο,τιδήποτε σχετικό με τη λειτουργία των κτηνοτροφικών μονάδων του Ν. Β.. Όπως μάλιστα η ίδια δήλωσε, ένεκα των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε με την οικογένεια του Ν. Β., στην επιχείρηση του οποίου είχε εργαστεί ο πατέρας της, ουδέποτε θα έθετε την υπογραφή της για την υποβολή κάποιας καταγγελίας σε βάρος του. Περαιτέρω δε, από τις υπεύθυνες δηλώσεις που προσκομίστηκαν από την πολιτικώς ενάγουσα προκύπτει ότι υπήρξαν και άλλοι κάτοικοι του οικισμού Μάνδρας των οποίων οι υπογραφές τους, ενώ είχαν αρχικά τεθεί στο κείμενο που τους επεδείχθη από τον κατηγορούμενο σχετικά με την υποβάθμιση του οικισμού τους και τον χαρακτηρισμό του ως φθίνοντος, ακολούθως επισυνάφθηκαν εν αγνοία τους σε άλλο έγγραφο απευθυνόμενο προς διάφορες δημόσιες υπηρεσίες που αφορούσε τον Ν. Β.. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος του ποινικού αδικήματος της πλαστογραφίας με χρήση, που του αποδίδεται". Η πιο πάνω αιτιολογία της εφέσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος για την πιο πάνω πράξη και, επιπλέον, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων της ως άνω αξιόποινης πράξεως. Ειδικότερα: α) Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της εκκαλουμένης αποφάσεως και των πρακτικών της, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, προκειμένου να οδηγηθεί στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη του την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων (πολιτικής αγωγής και υπερασπίσεως) που εξετάστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, ο οποίος ήταν παρών κατά την διαδικασία. Έπρεπε, λοιπόν, στην έφεση να μνημονεύονται, έστω και κατ' είδος, τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και τα κατ' ορθή εκτίμηση αυτών πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων της αξιόποινης πράξεως για την οποία κρίθηκε αθώος ο κατηγορούμενος. Όμως, σ’ αυτήν δεν μνημονεύονται οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο (πλην της καταθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας Γ. Κ. και των 17 υπευθύνων δηλώσεων, που φέρουν στον πίνακα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν αύξ. αριθ. 1 ), ούτε γίνεται αναφορά ότι με βάση τις αποδείξεις αυτές προκύπτουν περιστατικά που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση και ότι, επομένως, αυτός, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κρίθηκε αθώος. Το Μονομελές, όμως, Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του, εκτός από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, και τις καταθέσεις των μαρτύρων πολιτικής αγωγής Χ. Β. και υπερασπίσεως Α. Β., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα οποία αναφέρονται στις σελίδες 3 - 4 της εκκαλουμένης αποφάσεως με τους αριθμούς 1-19, που προσκομίστηκαν, και την απολογία του κατηγορουμένου. Τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του προέκυπταν από το σύνολο των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στην έφεση που ασκήθηκε από την εκκαλούσα Αντεισαγγελέα, ούτε αυτή αντικρούει με συλλογισμούς την περί της αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά αυτά μέσα. β) Η εκκαλούσα Αντεισαγγελέας δεν αντικρούει την παραδοχή της εκκαλούμενης αποφάσεως ότι η συγκέντρωση υπογραφών, προκειμένου να αρθεί ο χαρακτηρισμός του χωριού ως φθίνοντος, έγινε πολύ αργότερα από τότε που φέρεται ότι τελέστηκε η ένδικη πράξη (με το 13/2013 πρακτικό του ΔΣ του Δήμου Αβδήρων), οπότε δημιουργήθηκε νέα κατάσταση υπογραφών. γ) Δεν αντικρούει την παραδοχή ότι, όταν η εγκαλούσα, στα μέσα του 2011, πληροφορήθηκε ότι το επίμαχο έγγραφο θα χρησιμοποιείτο σε βάρος του B., δεν απέσυρε την υπογραφή της, όπως έπραξαν άλλοι, αλλά υπέβαλε τη μήνυση κατά του κατηγορουμένου το Φεβρουάριο του 2013 (11/2 περίπου έτος αργότερα). Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση (την οποία, από παραδρομή, αναφέρει ως εάν να ήταν αυτή του κατηγορουμένου), χωρίς καν να ερευνήσει αν αυτή είχε την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους της, και να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερέβη θετικά την εξουσία του και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Αφού δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως της Αντεισαγγελέως και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ' άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και πρέπει ο Άρειος Πάγος να απορρίψει την έφεση της Εισαγγελέως κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως ως απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 558/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ’ αριθ. εκθ. 341/1.11.2013 έφεση της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Ξάνθης κατά της 1687/2013 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης ως απαράδεκτη. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2015. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.