← Ελλάδα

ΑΠ 379/2014 — Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, Μισθός σε είδος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 379 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, Μισθός σε είδος. Περίληψη: Η καθιέρωση γεύματος στο προσωπικό μιας επιχείρησης, που παρέχεται ως αντάλλαγμα για την εργασία του και ως εκ τούτου αποτελεί μισθό, σε είδος, εφόσον παρέχεται κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορεί να αποτελέσει οικειοθελή παροχή, που δεν μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα από τον εργοδότη. Αριθμός 379/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου (κατόπιν συγχωνεύσεως) των ανωνύμων εταιρειών με την επωνυμία: α) "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (ΕΒΟ) ΑΕ", που έδρευε στον ... και εκπροσωπείτο νόμιμα και β) "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ (ΠΥΡΚΑΛ) ΑΕ", που έδρευε στον ... και εκπροσωπείτο νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπαϊωάννου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 4) Α. Σ. του Α., κατοίκου .. .. Οι 3η και 4ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Σπυράτο, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της, ενώ η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3034/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/12-3-2012), 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 18-2-2013 αίτησης, για αναίρεση της 3034/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η πρώτη αναιρεσίβλητη, Φ. Α., δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος Γεράσιμος Σπυράτος, που φέρεται ότι επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης και για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, είχε διοριστεί νόμιμα πληρεξούσιός της, προκειμένου να προβεί σ' αυτήν τη διαδικαστική πράξη, ούτε αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η ίδια κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο από την αντίδικό της αναιρεσείουσα ή τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προσκομίζουν, την οικεία έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς την παραπάνω αναιρεσίβλητη. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ως μισθός νοείται και κάθε επιπλέον παρεχόμενη από τον εργοδότη του συμφωνημένου ή του νόμιμου μισθού, ιδιαίτερη αμοιβή στον εργαζόμενο με βάση το νόμο ή τη σύμβαση, προκειμένου να έχει αυτός μεγαλύτερη παραγωγική εργασία. Εάν δε στον εργαζόμενο καταβάλλεται παροχή σε είδος, ως μισθός, η αποτίμηση αυτή για τον καθορισμό του συνολικού μισθού γίνεται με βάση την αξία την οποία έχει η παροχή αυτή για τον εργαζόμενο, δηλαδή το τίμημα που θα καταβάλει αυτός στην ελεύθερη αγορά για να προμηθευτεί το είδος. Η οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δεν μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή. Έτσι, η οικειοθελής παροχή από τη στιγµή που γίνεται αποδεκτή, δεν στηρίζεται πια στη µονοµερή θέληση του εργοδότη, αλλά στη σύµβαση που έστω και σιωπηρώς καταρτίσθηκε, µε συνέπεια να µην δύναται να την αναζητήσει, αφού την κατέβαλε. Η καθιέρωση γεύµατος στο προσωπικό µιας επιχείρησης, που παρέχεται ως αντάλλαγµα για την εργασία του και ως εκ τούτου αποτελεί µισθό, σε είδος, εφόσον παρέχεται κάτω από τις προεκτεθείσες συνθήκες µπορεί να αποτελέσει οικειοθελή παροχή, που δεν µπορεί να ανακληθεί ελεύθερα από τον εργοδότη. Περαιτέρω, από τα άρθρα 3 του ν. 3239/1955 (που ίσχυσε µέχρι 8-5-1990) και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, µε τα οποία ορίζεται ότι οι ευνοϊκότεροι και οι παρέχοντες µεγαλύτερη προστασία στους εργαζοµένους όροι των ατοµικών συµβάσεων είναι επικρατέστεροι εκείνων που διαλαμβάνονται στη συλλογική σύµβαση (ή διαιτητική απόφαση) συνάγεται ότι, όταν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας καθορίστηκαν το είδος και οι συνθήκες παροχής της εργασίας και συµφωνήθηκε µισθός µεγαλύτερος του συνόλου των αποδοχών που προβλέπονται από την οικεία συλλογική σύµβαση ή διαιτητική απόφαση (δηλαδή του αθροίσματος βασικού µισθού και επιδοµάτων), τότε συγκεκριμένο επίδοµα, προβλεπόµενο από τη συλλογική σύµβαση ή διαιτητική απόφαση για την παροχή εργασίας του αυτού είδους και µε τις ίδιες συνθήκες (που καθορίστηκαν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας), δεν οφείλεται στον εργαζόμενο επιπλέον του συµφωνηµένου µεγαλύτερου µισθού, γιατί καλύπτεται από αυτόν, αφού οι όροι αµοιβής της ίδιας ποιοτικά εργασίας, οι περιεχόμενοι στην ατοµική και στη συλλογική σύµβαση δεν ισχύουν παράλληλα, αλλά επικρατεί η ευνοϊκότερη ρύθµιση, η οποία αποκλείει την εφαρµογή της δυσμενέστερης. Από το συνδυασµό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο υπέρτερος καταβαλλόμενος µισθός καλύπτει και συμψηφίζεται µε τις τυχόν αυξήσεις που χορηγούνται από Σ.Σ.Ε., Δ.Α. ή άλλη διάταξη νόµου και όχι όταν απορρέει από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από επιχειρησιακή συνήθεια του εργοδότη ή, τέλος, αποτελεί δεσμευτική οικειοθελή παροχή της οποίας η διακοπή χορήγησης αποτελεί ανεπίτρεπτη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (Ε.Β.Ο.)" η οποία αποτελεί επιχείρηση υπαγόμενη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, συγχωνευθείσα από 28-12-2003 δυνάμει της .../2003 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρώς Σεργάκη -Παπαδογιάννη, με την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟ (ΠΥΡΚΑΛ)" δια συστάσεως νέας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ", η οποία υπεισήλθε, αυτοδικαίως, ως καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των ως άνω συγχωνευθεισών εταιρειών. Η 1η εκ των εναγόντων προσελήφθη από το έτος 1985, η 2η το έτος 1997, η 3η το έτος 1987 και ο 4ος εξ αυτών το έτος

  1. Το έτος 1983 η αρχική ως άνω εργοδότριά τους αποφάσισε να χορηγήσει σε όλο το προσωπικό των κεντρικών εγκαταστάσεων στην Αθήνα, που ευρίσκοντο επί της ... αριθμ. 160, πλήρες γεύμα αποτελούμενο από κύριο πιάτο, σαλάτα, τυρί, φρούτο εποχής ή γλυκό, που παρασκεύαζε η ίδια σε ειδικό χώρο των υπογείων του, επί της ανωτέρω διεύθυνσης, κτιρίου, όπου στεγαζόταν και ήταν τότε η έδρα της, τον οποίο είχε διαμορφώσει σε οργανωμένο μαγειρείο. Το γεύμα αυτό, το οποίο διέθετε στους εργαζομένους της σε χώρο διαμορφωμένο ως εστιατόριο, προσέφερε ως οικειοθελή εκ μέρους της παροχή προς τους εργαζομένους της και ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία τους, το οποίο οι τελευταίοι αποδέχθηκαν να αποτελεί μισθό, καταβαλλόμενο σε είδος, ανέλαβε δε η ίδια την πλήρη κάλυψη της σχετικής δαπάνης, χωρίς επιβάρυνση των εργαζομένων. Η παροχή του ανωτέρω γεύματος γινόταν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1983 μέχρι το έτος 1991, οπότε, η εργοδότρια, επικαλούμενη οικονομικές δυσχέρειες, έπαυσε προσωρινά, παρά τις διαμαρτυρίες των εργαζομένων, τη χορήγησή του, αντικαθιστώντας το με πρόχειρη τροφή (σάντουιτς) διατηρώντας, ωστόσο, τη λειτουργία του χώρου εστιατορίου, με την υπόσχεση της επαναφοράς στο μέλλον της παροχής πλήρους γεύματος. Το έτος 1994, μετά από έντονες διαμαρτυρίες από το συνδικαλιστικό σωματείο των εργαζομένων για την επαναλειτουργία του μαγειρείου, η ανωτέρω εταιρεία αποφάσισε να χορηγεί πλήρες γεύμα, παρασκευαζόμενο από την εταιρεία "Olympic Catering", ενώ, το έτος 2000, αποφάσισε, προς το σκοπό μείωσης του κόστους, να επαναλειτουργήσει το μαγειρείο και να επαναχορηγήσει πλήρες γεύμα, παρασκευαζόμενο από αυτό. Έκτοτε, σε εκτέλεση της υποχρέωσής της αυτής, χορηγούσε πλήρες γεύμα στους εργαζομένους της, που παρασκευαζόταν στις εγκαταστάσεις της, μέχρι και την 16-12-2001, καθόσον από την 17-12-2001, οπότε πραγματοποιήθηκε και η µετεγκατάσταση των γραφείων της στον Υµηττό, έπαυσε, µονοµερώς, τη λειτουργία του µαγειρείου και του εστιατορίου και τη χορήγηση γεύµατος στους εργαζομένους της, µεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγοντες, αρχικά επικαλούµενη έλλειψη κατάλληλων χώρων και στη συνέχεια αμφισβητώντας την υποχρέωσή της προς παροχή γεύµατος στο προσωπικό της, όλα δε τα ανωτέρω συνέβησαν, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των εργαζοµένων. Η επί 18 έτη συνεχής και αδιάλειπτη χορήγηση από την εναγοµένη γεύµατος στους ενάγοντες κατέληξε, µε τον ανωτέρω τρόπο, σε σιωπηρή σύµβαση για τακτική καταβολή του µε την έννοια του µισθού, σε είδος, χωρίς να δύναται η παροχή να διακοπεί ελεύθερα από αυτήν, καθόσον, από την αρχή δεν είχε κάνει ρητή επιφύλαξη γι' αυτήν. Η τελευταία δεν στηριζόταν πλέον στη µονοµερή θέλησή της, αλλά στη σύµβαση που, έστω και σιωπηρά, είχε καταρτισθεί και συμπλήρωνε τους όρους των ατοµικών συµβάσεων εργασίας των εναγόντων. Η από µέρους της εναγοµένης διακοπή της χορήγησης της ένδικης παροχής, ήτοι η µονοµερής ανάκλησή της, συνιστά ανεπίτρεπτη µονοµερή βλαπτική µεταβολή των όρων των εργασιακών τους συµβάσεων από την οποία απορρέει δικαίωµα αποζηµίωσής τους για τη µη χορήγησή της. Τα ανωτέρω δέχθηκε και η 1088/2005 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 3-12-2002 αγωγής άλλων εργαζομένων στην εναγοµένη, κατά αυτής, µε το αυτό, µεταξύ άλλων, αίτηµα καταβολής αποζηµίωσης λόγω διακοπής της χορήγησης γεύµατος για το χρονικό διάστηµα από 17-12-2001 µέχρι τις 3-12-2002, έχει δε καταστεί ήδη αµετάκλητη µετά την απόρριψη της ασκηθείσας έφεσης και αναίρεσης µε τις 4946/2006 και 95/2009 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Η εναγοµένη ισχυρίστηκε, ότι οι ατομικές συμβάσεις των εναγόντων περιέχουν ευνοϊκότερους όρους, οι οποίοι παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους και για το λόγο αυτό είναι επικρατέστεροι αυτών που τυχόν διαλαμβάνονται στη συλλογική σύμβαση εργασίας. Ότι η εν λόγω παροχή δεν οφείλεται στους ενάγοντες επιπλέον του συµφωνηµένου µεγαλύτερου µισθού τους, δεδοµένου ότι καλύπτεται από αυτόν. Ο ισχυρισµός αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον ακόµη και αν υποτεθεί ότι είναι αληθές ότι ο καταβαλλόμενος µε βάση τις ατοµικές συµβάσεις τους µισθός είναι υπέρτερος του προβλεπομένου από ΣΣΕ ή Δ.Α. ή άλλη διάταξη νόµου, η χορήγηση γεύµατος από µέρους της εναγοµένης, δεν απορρέει από διατάξεις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ή άλλης διάταξης νόµου, αλλά αποτελεί όρο των ατοµικών συµβάσεων εργασίας των εναγόντων και ως εκ τούτου δεν καλύπτεται, ούτε, άλλωστε, κατά µείζονα λόγο, συμψηφίζεται µε τον καταβαλλόµενο από την εναγομένη µισθό. Περαιτέρω δέχθηκε το δικαστήριο, ότι, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, τους προσκοµιζόµενους τιμοκαταλόγους των επιχειρήσεων εστίασης και ετοίµου φαγητού που προσκοµίζουν οι ενάγοντες, σε συνδυασµό και µε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύεται ότι το ελάχιστο ποσό που θα δαπανούσε, κατά µέσον όρο, κάθε ενάγων για να προµηθεύεται τροφή, αντίστοιχη της ένδικης παροχής που χορηγείτο από την εναγοµένη, ανερχόταν κατά το έτος 2002 στο ποσό των 6 ευρώ, για το έτος 2003 στο ποσό των 7,5 ευρώ, για το έτος 2004 στο ποσό των 9 ευρώ, για το έτος 2005 στο ποσό των 10,5 ευρώ και για το έτος 2006 στο ποσό των 12 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι 1) Η χορήγηση από την αναιρεσείουσα πλήρους γεύματος στους αναιρεσίβλητους εργαζομένους της, η οποία συνεχιζόταν με οποιονδήποτε τρόπο είτε με την παρασκευή του στους διαμορφωμένους χώρους των μαγειρείων της, είτε με την προμήθειά του από την εταιρία Catering, για μακρό χρόνο διάστημα και δη επί δεκαοκτώ και πλέον έτη, με μικρή μόνο διακοπή κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1991 - 1994, κατά το οποίο όμως και πάλι χορηγείτο πρόχειρη τροφή (σάντουϊτς), είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξει σε σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή του με την έννοια του μισθού σε είδος, χωρίς να δύναται η παροχή του να διακοπεί ελεύθερα από την εργοδότρια, καθόσον μάλιστα η τελευταία, από την αρχή δεν είχε κάνει ρητή επιφύλαξη γι' αυτήν (παροχή) και συνεπώς η οικειοθελής αυτή παροχή, από τη στιγμή που έγινε αποδεκτή από τους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, δεν στηριζόταν πλέον στη μονομερή θέληση της εργοδότριάς τους, αλλά στη σύμβαση, που, έστω και σιωπηρά, είχε καταρτισθεί και συμπλήρωνε τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων. 2) Η εργοδότριά τους κατέβαλε την επίδικη παροχή με τις προαναφερθείσες συνθήκες, και δεν μπορούσε να την ανακαλέσει μονομερώς, διότι δημιουργήθηκε πλέον δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων για τη συνέχισή της, που δεσμεύει ως συμβατική εργοδοτική υποχρέωση και την προαναφερθείσα καθολική διάδοχό της, κατ' άρθρο 3 § 2 του ΠΔ 572/1988 και ήδη αναιρεσείουσα. Και 3) Η ανάκληση της πιο πάνω παροχής γεύματος από την αρχική εργοδότρια των ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά και η άρνηση στη συνέχεια της καθολικής διαδόχου της και ήδη αναιρεσείουσας να συνεχίσει η ίδια την επίδικη αυτή παροχή στους αναιρεσίβλητους συνιστά οπωσδήποτε ανεπίτρεπτη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των εργασιακών τους συμβάσεων και δοθέντος ότι οι αναιρεσίβλητοι διαμαρτυρήθηκαν και δεν αποδέχτηκαν την εν λόγω μεταβολή, δεν επήλθε σιωπηρή τροποποίηση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και επιδίκασε στους ενάγοντες τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτά που δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, (α) εσφαλμένα δέχθηκε ότι η παροχή πλήρους γεύματος στους ενάγοντες νοείται ως μισθός ή ως ιδιαίτερη αμοιβή για την παρεχομένη εργασία τους και αποτελεί όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, ενώ αυτή εδίδετο αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης, (β) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 3 ν. 3239/1955 και 7 § 2 ν. 1876/1990 απέρριψε την προταθείσα απ' αυτήν ως άνω ένσταση συμψηφισμού και (γ) προς υπολογισμό του αντιτίμου κάθε γεύματος (και συνακόλουθα της οφειλομένης γι' αυτό αποζημίωσης) έλαβε ως βάση το ποσό που θα κατέβαλλε, κατά μέσο όρο, κάθε ενάγων και όχι, όπως έπρεπε, το ποσό που θα δαπανούσε η αναιρεσείουσα για την παρασκευή και διάθεση του γεύματος, πρέπει ν' απορριφθεί, κατά τα συναφή μέρη του, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς την ειδικότερη αιτίαση περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατ' εκτίμηση αυτής, ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης για τη μη παροχή του γεύματος, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί το ύψος της ζημίας των εργαζομένων, το δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, αλλά για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα για τον προσδιορισμό του ποσού που απαιτείται να δαπανήσει κάθε ενάγων, για την προμήθεια τροφής, αντίστοιχης της παρεχόμενης από την εναγομένη, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, τη συζήτηση της, από 18-2-2013, αίτησης της αναιρεσείουσας, για την αναίρεση της 3034/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου
  2. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.