Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 379 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως παραδοχή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου. Περίληψη: Υπεξαίρεση κατ'εξακολ. Αντικ. Ιδ. Μεγ. Αξίας από συνδιαχειριστή ΕΠΕ. Δέχεται Αίτηση Αναίρεσης Εισαγγ. ΑΠ, κατά Αθωωτικής Α/θμιας απόφασης Τριμ. Εφετ. Πειραιώς, ως βάσιμη. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του Εισαγγ. ΑΠ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης Αριθμός 379/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Αγγελική Αλειφεροπούλου ( σύμφωνα με την υπ' αριθμό 48/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 680, 704, 710/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενο τον Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παπαχρήστου. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 41/1-12-2014 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1215/
- Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε, καταδικαστικής ή αθωωτικής, απόφασης οποιουδήποτε πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα, του άρθρου 479 παρ.2 του ΚΠΔ, από της καταχωρήσεώς της δηλαδή καθαρογραμμένης στο ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου που την εξέδωσε και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός υπό στοιχ. Δ', της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο, δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι χρόνος τελέσεως της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωματώσεώς του στην περιουσία του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να το έχουν εμπιστευθεί στο δράστη, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες τούτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές αλλά, και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται, να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Υπεξαίρεση διαπράττει δε και ο συνδιαχειριστής ΕΠΕ. Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 721 και 719 ΑΚ ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, ο δε εντολοδόχος- διαχειριστής δεν αποκτά κυριότητα επί των προκαταβαλλομένων σε αυτόν χρημάτων, ούτε επί των εισπραττομένων υπ' αυτού για λογαριασμό του εντολέα του χρημάτων. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει καθ' εαυτό ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Ειδικά όμως προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρωθείσα με το ν. δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 3/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και παραδεκτά η κρινόμενη με αρ. εκθ. 41/1-12-2014 αναίρεση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά της με αρ. 680, 704, 710/2014 προσβαλλόμενης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Π. Σ. της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου την 31-10-2014, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα πάνω στο σώμα της αποφάσεως. Όπως δε προκύπτει από τη προσβαλλόμενη με αρ. 680, 704, 710/2014 απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν σε πρώτο βαθμό Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Π. Σ. της αποδιδόμενης σε αυτήν αξιόποινης πράξεως της υπεξαίρεσης ποσού ιδιάιτερας μεγάλης αξίας από συνδιαχειριστή ξένης περιουσίας. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση των μελών του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορούμενου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Οι διάδικοι είχαν συστήσει από το έτος 1988 εταιρεία πρακτόρευσης πλοίων, μεταξύ των καθηκόντων της οποίας ήταν και η έκδοση ατμοπλοϊκών εισιτηρίων. Μέχρι το έτος 2009 η ως άνω εταιρεία διέθετε λογιστή, που διευθετούσε τα εν γένει οικονομικά της επιχείρησης. Έκτοτε όμως για λόγους οικονομίας το λογιστικό έλεγχο ανέλαβαν από κοινού οι σύζυγοι των διαδίκων, χωρίς όμως να διαθέτουν ιδιαίτερες γνώσεις προς τούτο. Περί το Σεπτέμβριο του έτους 2011, ενώ μέχρι τότε η δραστηριότητα της εν λόγω εταιρείας ήταν ομαλή, ανέκυψαν οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων, για τις οποίες καθένας εξ αυτών θεωρεί υπεύθυνο τον άλλο και οφειλέτη, χωρίς όμως να καθίσταται σαφής, εν προκειμένω, η πρόθεση (δόλος) του κατηγορουμένου για τέλεση της υπεξαίρεσης, που του αποδίδεται. Επομένως, λόγω των ανακυψασών αμφιβολιών, που ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo), πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος κατά το διατακτικό." Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, κήρυξε τον άνω κατηγορούμενο συνδιαχειριστή ξένης περιουσίας ΕΠΕ, που κατηγορείτο για κακουργηματική υπεξαίρεση συνολικού ποσού 119.384,72 ευρώ, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αθώο ελλείψει δόλου, περιέλαβε ελλιπή αιτιολογία. Πλέον συγκεκριμένα, στην παραπάνω προσβαλλόμενη απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, παντελώς συνοπτικά και με ανεπαρκή αιτιολογία ότι μεταξύ των δύο αντιδίκων συνδιαχειριστών της συγκεκριμένης ΕΠΕ, από το Νοέμβριο του 2011 ανέκυψαν οικονομικές διαφορές, για τις οποίες καθένας από αυτούς θεωρεί υπεύθυνο οφειλέτη τον άλλο, χωρίς να καθίσταται σαφής η πρόθεση, ο δόλος του κατηγορουμένου για τέλεση της πράξης της υπεξαίρεσης, γι’ αυτό και λόγω αμφιβολιών, πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Όμως, όπως προκύπτει από το παραπάνω παρατιθέμενο απαλλακτικό αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής, δεν παρατίθενται σε αυτό τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να αιτιολογείται, γιατί το δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου συνδιαχειριστή και δεν εξηγούνται με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και σημειώνονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και δη του δόλου αυτού και δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία που να θεμελιώνουν τη μη συνδρομή της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω αξιόποινης πράξης της υπεξαιρέσεως, συνολικού ποσού 119.384,72 ευρώ, και δη της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο συνδιαχειριστή ιδιοποιήσεως εισπραχθέντων υπ' αυτού για λογαριασμό της ΕΠΕ χρημάτων, κατά το διάστημα από 27-5-2002 μέχρι 18-9-
- Δεν αναφέρεται δηλαδή καθόλου αν ο κατηγορούμενος εισέπραξε ή όχι τα χρήματα που κατηγορείται ότι εισέπραξε από έκδοση εισιτηρίων της ΕΠΕ, από πελάτες της ΕΠΕ και αν απέδωσε ή όχι αυτά και γιατί δεν τα απέδωσε στην ΕΠΕ, αλλά χωρίς καμία ειδική αιτιολόγηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "δεν καθίσταται σαφής ο δόλος του κατηγορουμένου για τέλεση της υπεξαίρεσης που του αποδίδεται". Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμ. 680, 704, 710/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς. Και. Παραπέμπει την υπόθεση του για κακουργηματική υπεξαίρεση κατηγορουμένου του Π. Σ. του Α., για νέα συζήτηση στο ίδιο παραπάνω Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ