← Ελλάδα

ΑΠ 38/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Απόπειρα, Πολιτική αγωγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 38 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Απόπειρα, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Α. Πλαστογραφία με χρήση κατ΄ εξακολούθηση. Β. Απόπειρα απάτης επί Δικαστηρίου. 1) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Α) Απορριπτέος ο λόγος (α΄ σκέλος) ότι δεν αναγνώσθηκαν και δεν επιδείχθηκαν στην κατηγορουμένη η οικοδομική άδεια και το επισυναπτόμενο σε αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα για να προβάλει τις τυχόν παρατηρήσεις και αντιρρήσεις της, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά προκύπτει ότι αναγνώσθηκε η οικοδομική άδεια, έστω αορίστως, αλλ’ όμως αυτή με το σχεδιάγραμμα αποτελούσαν το σώμα του εξεταζόμενου εγκλήματος πλαστογραφίας, με νόθευση αυτών εκ μέρους της κατηγορουμένης και εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία καν η ανάγνωσή τους και η κατηγορουμένη μπορούσε οποτεδήποτε να ζητήσει και να λάβει γνώση αυτών και να αντικρούσει την κατηγορία προβάλλοντας τις παρατηρήσεις της, από δε τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι αυτή ζήτησε την επίδειξή τους (ΑΠ 110/2008). Β) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρότητας (β΄ και γ΄ σκέλος) για απόλυτη ακυρότητα, ότι παράνομα παρέστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η πολιτικώς ενάγουσα, γιατί αυτή δεν αναφέρει τους λόγους που στηρίζει το δικαίωμά της, γιατί στο Β βαθμό παρέστη και για το δεύτερο αδίκημα που δικαζόταν η κατηγορουμένη, αθωωθείσα στον Α βαθμό, κατόπιν εφέσεως του εισαγγελέως και γιατί επιδικάστηκαν κονδύλια χρηματικής ικανοποίησης, εξόδων και αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας, αόριστα αιτηθέντα και πλέον των αιτηθέντων, διότι:

  1. i)στη δήλωση παράστασης, αρκεί, κατ΄ άρθρο 84 ΚΠΔ, έκθεση συνοπτική αν πρόκειται για υλική ζημιά ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως,
  2. ii)διότι η δήλωση αυτή πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1506/07, 1433/06) και Γ) διότι το υποβληθέν αίτημα δεν ήταν αόριστο, ούτε και επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση, πλέον της αιτηθείσης, ούτε επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας πλέον των νομίμων, κατά τα άρθρα 583 ΚΠΔ και 176, 183 ΚΠΔ. 2) Απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης από έλλειψη νόμιμης βάσης. Αριθμός 38/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τσόη, για αναίρεση της με αριθμό 3.333/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.307/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες ή σχεδιαγράμματα που δεν επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Τούτο, όμως, δεν ισχύει για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο εχώρησε η καταδίκη του κατηγορουμένου, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, κατά το άρθρ. 358 ΚΠοινΔ. Διαφορετικά, αν δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθμό 3333/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας για πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση, με νόθευση στοιχείων της με αριθμό ..... οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και του επισυναπτόμενου σε αυτή τοπογραφικού διαγράμματος, ως και για απόπειρα απάτης σε Δικαστήριο, αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν κάποια έγγραφα, μεταξύ των οποίων και "η ..... άδεια οικοδομής". Ενόψει, όμως, του ότι η άνω αναγνωσθείσα οικοδομική άδεια μετά του επισυναπτόμενου σε αυτή τοπογραφικού διαγράμματος αποτελούσαν το σώμα του εξεταζόμενου εγκλήματος, δεν ήταν καν αναγκαία η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο δεν ήταν αναγκαίος ο ακριβέστερος προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων αυτών, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτά τα έγγραφα και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε και επισκοπήθηκε αντίστοιχα στη συγκεκριμένη δίκη, η δε αναιρεσείουσα κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτών οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε, ώστε να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις της, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ο διευθύνων τη συζήτηση, χωρίς αυτή να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτήν τα άνω έγγραφα, που αποτελούσαν και το σώμα του εγκλήματος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρώτος λόγος αναιρέσεως(Α σκέλος), με την αιτίαση ότι "δεν της επεδείχθη κανένα από τα παραπάνω έγγραφα ή σχεδιάγραμμα, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις και αντιρρήσεις της", είναι αποριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως, αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο Ποινικό δικαστήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να έχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ που ορίζει ότι το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, όσον αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης καθώς και η δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκαν πρωτοδίκως, όχι μόνον όταν εμφανίζεται ο πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Εφετείου, αλλά ακόμη και όταν αυτός απουσιάζει. Το Εφετείο δε ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δύναται μάλιστα να αυξήσει το ποσό, το οποίο επιδικάστηκε πρωτοδίκως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της κατηγορουμένης (Β σκέλος), πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο, α) παρά το νόμο, δέχθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής της εγκαλούσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς η εν λόγω παθούσα στη δήλωση παραστάσεως να εξειδικεύει τους λόγους που αυτή στηρίζει το δικαίωμά της και γιατί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η παράσταση επεκτάθηκε και για τη δεύτερη κατηγορία της πλαστογραφίας, για την οποία είχε απαλλαγεί στον πρώτο βαθμό και δικαζόταν και για αυτήν, λόγω εφέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, β) παρά το νόμο υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα εκτός από χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ποσού 30 ευρώ και σε δικαστική δαπάνη αυτής ποσού 131,03 ευρώ και σε αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής 477 ευρώ, ποσά πλέον των αιτηθέντων και κονδύλια αόριστα. Από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, τόσον του πρώτου, όσον και του δεύτερου βαθμού, προκύπτει ότι η εγκαλούσα Ψ, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, στον μεν πρώτο βαθμό παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε χρηματική ικανοποίηση ποσού 30 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα και τη δικαστική της δαπάνη, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη μόνο για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο της επιδίκασε ποσό 30 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση και 149,60 ευρώ για δικαστική δαπάνη-αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ενώ στο δεύτερο βαθμό, που δικαζόταν η υπόθεση για την άνω πράξη της πλαστογραφίας, κατόπιν εφέσεως της κατηγορουμένης, αλλά, κατόπιν εφέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, και για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, για την οποίαν είχε αθωωθεί η κατηγορουμένη στον πρώτο βαθμό, δήλωσε η εγκαλούσα ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τα αδικήματα αυτά το ίδιο επιδικασθέν ποσό των 30 ευρώ με επιφύλαξη, ζήτησε δε επί πλέον τα έξοδα και την αμοιβή του πληρεξουσίου της δικηγόρου για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και για τις δύο ως άνω πράξεις, επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα ποσό 30 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης και για δικαστική έξοδα ποσό 131,03 ευρώ ως και 477 ευρώ για αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, της δευτεροβάθμιας δίκης. Επομένως η ως άνω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ήταν παραδεκτή, ορισμένη και σύννομη κατά τα πιο πάνω αναπτυχθέντα, η πολιτική αγωγή στο δεύτερο βαθμό κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε και έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την καταδίκη της κατηγορουμένης και δεν επεκτάθηκε και στο αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε η κατηγορουμένη, αδιάφορα του ότι η πολιτικώς ενάγουσα δε διευκρίνισε ότι παρίσταται και γι αυτό, προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας (ΑΠ 1433/2006). Επίσης τα αιτηθέντα κονδύλια δεν ήταν αόριστα, τα δε ποσά που επιδικάστηκαν στην πολιτικώς ενάγουσα ως άνω, πέραν των 30 ευρώ χρηματικής ικανοποίησης, αφορούν τα αιτηθέντα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, που είναι σύννομα κατά τα άρθρα 583 ΚΠοινΔ και 176 ΚΠολ.Δ και οι παραπάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιάφορου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται όταν ο δράστης με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος πείθει κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποίαν βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης. Με την έννοια αυτή η απάτη συντελείται και επί δικαστηρίου όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη προβαίνει σε ψευδείς εν γνώσει του ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου, τους οποίους υποστηρίζει όχι μόνον με την εν γνώσει επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και με την επίκληση και προσαγωγή γνησίων εγγράφων με αναληθές περιεχόμενο και παραπλανά έτσι το δικαστή και το δικαστήριο προβαίνει στην έκδοση αποφάσεως υπέρ των απόψεων του και σε βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του. Όταν όμως παρά ταύτα απορριφθεί η αγωγή του ιδίου ή η αγωγή του αντιδίκου του, χωρίς παραδοχή των ψευδών αυτών ισχυρισμών, πραγματώνεται το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανοίγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 3333/2007 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την κατάθεση ανωμοτί της πολιτικώς ενάγουσας, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα: Α. ι) Με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημέρα περί τέλη του έτους 2000 έως 8-2-2001, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στις 8-2-2ΟΟ1, έκανε χρήση αυτών. Συγκεκριμένα, ευρισκόμενη σε αντιδικία με την εγκαλούσα αδελφή της Ψ, σε σχέση με ακίνητο στην περιοχή ..... και θέλοντας να παρουσιάσει διαφορετική εικόνα της επίδικης ιδιοκτησίας σύμφωνα με τα συμφέροντα της, αφού μετέβη στην Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και ειδικότερα στο τμήμα χορηγήσεως αδειών, και έλαβε από τον σχετικό φάκελο αντίγραφο της υπ' αριθμ. ..... άδειας οικοδομής με τα επισυναπτόμενα σε αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης και διαμόρφωσης ακάλυπτου χώρου με αριθμ. Α2, επενέβη στα παραπάνω έγγραφα νοθεύοντας σε αυτά τα εξής στοιχεία: ι. Στην υπ' αριθμ ..... οικοδομική άδεια και το τοπογραφικό διάγραμμα νόθευσε α) τον αριθμό του οικοδομικού τετραγώνου "..." τον παράλλαξε σε "...", β) τον αριθμό του οικοδομικού τετραγώνου "..." σε "...", γ) στην υπό στοιχείο ... όμορη ιδιοκτησία του οικοπέδου ... παραποίησε το όνομα του ιδιοκτήτη από το ορθό "Α" σε "Α1", δ) παραποίησε στην υπό στοιχείο ... όμορη ιδιοκτησία του επιδίκου το όνομα του ιδιοκτήτη από "Α1" σε "Α", ε) στην υπό στοιχ. ... ιδιοκτησία νόθευσε το τοπογραφικό διάγραμμα ως προς την απεικόνιση τον εντός αυτής κτισμάτων, αφού εμφανίζει μόνο ένα κτίσμα, προφανώς σβήνοντας (διαγράφοντας) τα λοιπά κτίσματα, στ) παραποίησε το όνομα του μελετητή του τοπογραφικού διαγράμματος από "Β" σε "Β1" και το έτος σύνταξης της μελέτης που αναγράφεται στο λήμμα "ΧΡΟΝΟΣ" από "....." σε ".....". Τέλος, διέγραψε όλες τις αναθεωρήσεις της αδείας που ήταν σημειωμένες στην τέταρτη σελίδα αυτής. 2. Κατά τους ίδιους προαναφερόμενους χρόνους και τόπο, με τον ίδιο τρόπο προέβη σε κατάρτιση πλαστού εγγράφου και νόθευση γνησίου εγγράφου, α) συρράπτοντας στο διάγραμμα κάλυψης του επίδικου οικοπέδου ένα σκαρίφημα του οικοδομικού τετραγώνου με αριθμ. ... που περιέχει το επίδικο ακίνητο, το οποίο με ιδιόχειρο σημείωμα χαρακτηρίζει ως τοπογραφικό διάγραμμα της προαναφερόμενης οικοδομικής άδειας, ενώ στην πραγματικότητα το γνήσιο διάγραμμα κάλυψης δεν συνοδεύεται από κανένα σκαρίφημα και β) στο υπάρχον γνήσιο διάγραμμα κάλυψης και διαμόρφωσης ακάλυπτου χώρου με αριθμ. Α2, διαγράμμισε με φωσφορίζοντα μαρκαδόρο το επίδικο ακίνητο, παρουσιάζοντας σε αυτό δύο χωριστές, διακριτές ιδιοκτησίες. Αφού προέβη στις παραπάνω παραποιήσεις των εγγράφων, αντικατέστησε τα γνήσια έγγραφα με τα νοθευμένα και τα παρέδωσε στον αρμόδιο υπάλληλο της άνω Υπηρεσίας, προκειμένου να εκδώσει επίσημα αντίγραφα από τα νοθευμένα πλέον έγγραφα, πράγμα που ο τελευταίος έπραξε αφού εκείνη τη στιγμή δεν πρόσεξε την αντικατάσταση των γνησίων εγγράφων. Στη συνέχεια δε, έκανε χρήση των πλαστογραφημένων (νοθευμένων) εγγράφων προσκομίζοντας αυτά ως σχετικά έγγραφα στις 8-2-2ΟΟ1 κατά τη συζήτηση αγωγής της εγκαλούσας, Ψ, αντιδίκου της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς επίρρωση των ισχυρισμών της, Β). Με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος με περιουσιακή βλάβη άλλου, δια της καταπείσεως άλλου σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης του αδικήματος της απάτης, το οποίο δεν ολοκλήρωσε από αιτία εξωτερική και ανεξάρτητη της θελήσεως της. Συγκεκριμένα, στις 8-2-2001, κατά την συζήτηση της με αριθμ. καταθ. 38775/24-1O-2OOO αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας της εγκαλούσας, Ψ κατά της κατηγορουμένης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσεκόμισε και επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων, τα υπό στοιχ. ΑΙ και 2, αναλυτικώς περιγραφόμενα, νοθευμένα έγγραφα, τα οποία παρουσίαζαν ψευδή εικόνα του επίδικου ακινήτου, των ομόρων ιδιοκτησιών, των ανοικοδομηθέντων κτισμάτων επ' αυτού καθώς και του γενικότερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος μεταξύ των διαδίκων, με σκοπό να παραπείσει τους δικαστές του παραπάνω δικαστηρίου να κάνουν δεκτούς τους ισχυρισμούς που προέβαλε με τις προτάσεις της σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και να προκαλέσει περιουσιακή βλάβη της παραπάνω εγκαλούσας από την απόρριψη των αγωγικών της αιτημάτων, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη της, καθόσον οι δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δια της υπ'αριθμ. 22424/2001 δικαστικής αποφάσεως, απέρριψαν μεν την προαναφερόμενη αγωγή, όχι όμως για το λόγο ότι πείσθηκαν από τις άνω ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουμένης, λαμβάνοντας υπόψη τα προσκομιζόμενα πλαστά (νοθευμένα) έγγραφα και τα λοιπά προσεπικαλούμενα ψευδή στοιχεία, αλλά για άλλο λόγο που συνίστατο στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας - εγκαλούσας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και β) απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, αμφοτέρων σε βαθμό πλημμελήματος, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1 α, 42 παρ.1,2, 94 παρ.1, 98, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι επιλεκτική, ούτε ενδοιαστική, αναφέρεται σαφώς περί ποίου γεγονότος σκόπευε η κατηγορουμένη να παραπλανήσει με την πράξη της πλαστογραφίας και δη για να παρουσιάσει ως εναγόμενη στο Δικαστήριο, με ψευδείς ισχυρισμούς, άλλη ψευδή εικόνα του επιδίκου ακινήτου, ως προς τις όμορες ιδιοκτησίες, τα οικοδομηθέντα σε αυτήν κτίσματα και το εν γένει ιδιοκτησιακό καθεστώς μεταξύ αυτής και της αδελφής της εγκαλούσας- πολιτικώς ενάγουσας, ποίες έννομες συνέπειες μπορούσε να έχει το γεγονός αυτό και ποίο το σκοπούμενο όφελος αυτής και η αντίστοιχη βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας, αν απορριπτόταν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η από 24-10-2000 ασκηθείσα αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, της εγκαλούσας- ενάγουσας κατά της κατηγορουμένης- εναγομένης, ως ουσία αβάσιμη, στηριζόμενο το Δικαστήριο στα προσκομισθέντα και νοθευμένα ως άνω έγγραφα (οικοδομική άδεια και επισυναπτόμενο σε αυτή τοπογραφικό διάγραμμα), έγγραφα που αντικειμενικά ήταν ενδεχόμενο να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, αν εισερχόταν στην κατ'ουσία έρευνα της πιο πάνω αγωγής κυριότητας, που τελικά απορρίφθηκε για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφεται εσφαλμένα, στη σελίδα 1 ότι η έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών στρέφεται κατά της με αριθμό 8328 /2004 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στη σελίδα 2 των πρακτικών ότι η γραμματέας ανέγνωσε τα πρακτικά της με αριθμό 183288/2004 πρωτοβαθμίου αποφάσεως, ενώ ο αληθής αριθμός της άνω πρωτοβαθμίου αποφάσεως είναι ο 18328, είναι απορριπτέες καθόσον η εσφαλμένη ως άνω αναγραφή του αριθμού της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή, ουδεμία ακυρότητα επέφερε και δε δημιουργείται αβεβαιότητα ότι αναγνώσθηκαν τα αληθή πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και αναπτύχθηκε η έφεση του εισαγγελέα κατά της πραγματικής πρωτοβαθμίου αποφάσεως. Μετά ταύτα, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι συναφείς τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση, α) ελλείψεως της επιβαλλόμενης πιο πάνω αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2008 (με αριθμό 43/16-7-2008 εκθέσεως) αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 3333/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ποσού πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.