← Ελλάδα

ΑΠ 383/2008 — Αναβολή συζήτησης, Έκδοση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 383 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναβολή συζήτησης, Έκδοση. Περίληψη: Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Αναβάλλεται (κατά πλειοψηφία) η έκδοση οριστικής αποφάσεως για την εκτέλεση του, προκειμένου να προσκομιστούν, με επιμέλεια της Εισαγγελικής Αρχής, αναγκαία στοιχεία, σχετικά με τον ακριβή χρόνο τέλεσης των πράξεων στην αλλοδαπή από ημεδαπό, ενόψει του ότι προκύπτει ζήτημα παραγραφής των μερικότερων πράξεων κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Αριθμός 383/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 και 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, κατά της με αριθμό 3/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με τη με αριθμό 3/2008 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από ........ Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας Ούλμ Γερμανίας, που εκδόθηκε σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 1/2008 και ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας Μαγδαληνής Γκιτέρσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος - εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να αναβληθεί η υπό κρίση έφεση, προκειμένου να ζητηθούν διευκρινίσεις από το Κράτος της Γερμανίας, για το χρόνο τελέσεως εκάστης αξιοποίνου πράξεως και της οριστικοποίησης εκάστης σχετικής φορολογικής εγγραφής. . ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 " Για το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση, από 9 Ιανουαρίου 2008, με αριθμό έκθεσης 1/2008, έφεση του Χ1, κατά της 3/8-1-2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του από ...... ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας ULM Γερμανίας, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του παραπάνω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από το ένδικο ένταλμα σύλληψης, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα προκύπτει, ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος προς άσκηση κατ' αυτού ποινικής δίωξης, και οι οποίες φέρονται τελεσθείσες κατά τα έτη 1999 έως Νοέμβριο του 2005, στην πόλη ULM της Γερμανίας, συνίστανται σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι " για τον διωκόμενο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι δεν καταχώρησε μεγάλο μέρος του τζίρου για τα έτη από 1999 έως Νοέμβριο του 2005, στα βιβλία του εστιατορίου που διατηρούσε στο ΟΥΛΜ, με την επωνυμία "........", ομοίως δεν ανέφερε τα μεγέθη αυτά στις φορολογικές αρχές του ΟΥΛΜ, διαφεύγοντας έτσι φόρους από εισόδημα, εμπόριο και τζίρο για περισσότερα των 385.000 ευρώ". "Φύση και νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξεως και εφαρμοστέα νομική διάταξη: Υπεξαίρεση φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 370 εδ.1 αριθμός 2 του Φορολογικού Κώδικα. Κατά δε την τελευταία διάταξη, "

(1)Με ποινή στερητική της ελευθερίας έως και πέντε ετών ή με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος......... 2. κατά παράβαση καθήκοντος δεν πληροφορεί τις ΔΟΥ σχετικά με σημαντικά γεγονότα σε σχέση με την υποχρέωση καταβολής φόρου με αυτό τον τρόπο μειώνει φόρους ή αποκτά για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλο αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα" Ο εκζητούμενος συνεπώς, φέρεται στο εν λόγω ένταλμα σύλληψης, ως αυτουργός της πιο πάνω πράξεως, η οποία χαρακτηρίζεται από το Γερμανικό δίκαιο ως " Υπεξαίρεση φόρου" που, όπως προαναφέρθηκε, τιμωρείται στο Κράτος έκδοσης του ενδίκου εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ανώτατο όριο της οποίας είναι ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε
(5)ετών, ενώ η αξιόποινη αυτή πράξη συνιστά, λαμβανομένης υπόψη και της διάταξης του άρθρου 10 οπαρ.1 στοιχ. α εδ.β του ν.3251/2004, έγκλημα, σύμφωνα και με τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, που τιμωρείται με στερητικές της ελευθερίας ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. Συνεπώς, ανήκει σε εκείνες τις πράξεις που, κατά το άρθρο 10 παρ.1α του ν.3251/2004 επιτρέπεται, κατ' αρχήν, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Κατά τις διατάξεις του Ελληνικού ποινικού νόμου, δηλαδή από τα άρθρα 17, και 18, του Ν. 2523/1997, το προβλεπόμενο σε αυτές αδίκημα της φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλει ανακριβή δήλωση αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος(άρθρο 17), ή δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς στο Δημόσιο τους φόρους, τέλη κ.λ.π, που προβλέπονται στο άρθρο 18 του νόμου αυτού. Κατά δε το άρθρο 21 παρ.10 εδ.α' του ίδιου νόμου (2523/1997) "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου (3251/2004), καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στοιχ. δ' του άρθρου τούτου, κατά την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Π.Κ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη, που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό , αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε. Αποκλείεται όμως, κατά το άρθρο 9 παρ.1 περ. β' του Π.Κ, η ποινική δίωξη, αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί (ΑΠ 1059/2001 Π.Χ ΝΒ- 356). Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου υποστήριξε με όσα ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης, διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, τόσο κατά το Γερμανικό, όσο και κατά το Ελληνικό δίκαιο, και ως εκ τούτου, προκύπτει η συνδρομή της πιο πάνω περιπτώσεως δ του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 απαγορεύσεως εκτελέσεως του, έχει δε υποκύψει σε παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ.3 του Π.Κ. Ειδικότερα, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο παραστάς συνήγορός του προφορικώς, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του, από ......., Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία ULM Γερμανίας, κατά του εκκαλούντος Χ1, Έλληνος υπηκόου, ο οποίος γεννήθηκε στις 17-2-1957 στην........, όπου και κατοικεί. Ειδικότερα, με το υπ' αριθμό ....... έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας το από ........ ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Γερμανικών Αρχών, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία ULM Γερμανίας και αφορά τον εκζητούμενο με τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, προκειμένου να συζητηθεί η εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος σε βάρος του, ο οποίος κρατείται από 8-1-2008 στις δικαστικές φυλακές Λάρισας, μετά την έκδοση του εκκαλούμενου βουλεύματος. Η Εισαγγελική Αρχή του ULM της Γερμανίας εξέδωσε το πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε δυνάμει του από ....... εντάλματος σύλληψης του Εισαγγελέα της BISCHOFBERGER, σε βάρος του εκκαλούντος-εκζητουμένου, ο οποίος διώκεται, για δέκα επτά
(17)περιπτώσεις, για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από το Γερμανικό Ποινικό Νόμο (άρθρο 370 του Κώδικα περί Οικονομικών και άρθρο 53 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα), με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε
(5)ετών (για κάθε επί μέρους πράξη), η δε πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά του Ελληνικούς Ποινικούς νόμους (άρθρα 17 και 18 του Ν. 2523/1997 και 93 Ν.2238/1994), τιμωρούμενη με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε
(5)ετών ή καθείρξεως μέχρι δέκα
(10)ετών, ανάλογα με την βαρύτητα της φορολογικής παραβάσεως. Με το ένταλμα αυτό ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του εκζητουμένου, ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε, με σκοπό την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης, για παράβαση των προαναφερόμενων ποινικών διατάξεων του Γερμανικού Ποινικού Νόμου. Για την περίπτωση δε που αυτός κριθεί ένοχος και επιβληθεί σε βάρος του ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει παρασχεθεί η διαβεβαίωση της Γερμανικής Δικαστικής Αρχής (Ο Διοικών Ανώτερος Εισαγγελέας της ULM), ότι ο εκζητούμενος θα διαμεταχθεί για την έκτιση αυτής στην Ελλάδα. Ενόψει δε της μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος (Γερμανία), αρμόδια Δικαστική Αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί ο εκζητούμενος, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση. Από το ένδικο ένταλμα σύλληψης, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, προς άσκηση εναντίον του της ποινικής δίωξης, φέρονται να έχουν τελεστεί, από το έτος 1999 έως Νοέμβριο του έτους 2005 στην πόλη ULM της Γερμανίας, όπου διατηρούσε εστιατόριο με την επωνυμία "........". Συνίστανται δε οι πράξεις αυτές, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι, "για τον διωκόμενο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι δεν καταχώρησε μεγάλο μέρος του τζίρου για τα έτη από 1999 έως και το Νοέμβριο 2005 στα βιβλία του εστιατορίου που διατηρούσε στο ULM Γερμανίας, με την επωνυμία "........", όπως επίσης, δεν ανέφερε τα μεγέθη αυτά στις φορολογικές αρχές του ULM Γερμανίας, διαφεύγοντας με τον τρόπο αυτό φόρους από εισόδημα, εμπόριο και τζίρο περισσότερα από 385.000 ευρώ". Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του, από ........, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Εισαγγελία του ULM, οι αποδιδόμενες στον εκκαλούντα - εκζητούμενο πράξεις, φέρονται να έχουν τελεστεί στην πόλη ULM της Γερμανίας, από τα έτη 1999 έως το Νοέμβριο του έτους 2005, και φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του ν.3251/2004, αν η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την προσαγωγή, ζητεί, μέσω του εισαγγελέα εφετών, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραιτήτων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 2 και 11 έως 13 του παρόντος και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 21 του παρόντος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκζητούμενος είναι Έλληνας υπήκοος και διώκεται για πλημμέλημα που τέλεσε στην αλλοδαπή. Συνεπώς, εφόσον, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 6 του ΠΚ), η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στην εκζητούμενη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. δ' του ν.3251/2004, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος αρνείται την εκτέλεσή του, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Κατά τους ελληνικούς νόμους, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη (αρ. 111 παρ. 3 ΠΚ), αρχίζει δε η παραγραφή, προκειμένου για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, για το οποίο ζητείται η έκδοση της εκκαλούσας, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρ. 21 παρ. 10 του ν.2523/1997, από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Σύμφωνα δε με τη γενόμενη περιγραφή της πράξεως στο ένταλμα σύλληψης, όπως προαναφέρθηκε, η αποδιδόμενη στον εκζητούμενο πράξη φέρεται ότι τελέστηκε κατά το διάστημα 1999 έως το Νοέμβριο το 2005 στην πόλη ULM Γερμανίας. Από την περιγραφή όμως των επί μέρους πράξεων στο ένταλμα, δεν προκύπτει αν έχει οριστικοποιηθεί η σχετική φορολογική εγγραφή, κατά την οποία ο εκζητούμενος έχει την υποχρέωση να καταβάλει το πιο πάνω ποσό φόρων ούτε ότι αυτός άσκησε προσφυγή κατά της σχετικής απόφασης των αρμόδιων φορολογικών αρχών, προκειμένου να κριθεί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αν η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση, έχει παραγραφεί και συνακόλουθα, αν συντρέχει η αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ' του ν.3251/2004 περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επίσης δεν προκύπτει, αν ο εκζητούμενος φέρεται ότι τέλεσε μία ή περισσότερες πράξεις φοροδιαφυγής (κατά συρροή ή κατ' εξακολούθηση) και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν προσδιορίζεται η κάθε επί μέρους πράξη (ποσό και είδος φοροδιαφυγής, χρόνος οριστικοποίησης κάθε επί μέρους φορολογικής εγγραφής), προκειμένου να κριθεί η τυχόν παραγραφή επί μέρους πράξεων. Το Δικαστήριο, προκειμένου να διευκρινιστούν τα κρίσιμα για την εκτέλεση του εντάλματος πιο πάνω ζητήματα των πράξεων, για τις οποίες σκοπείται η άσκηση ποινικής δίωξης από τις Γερμανικές Αρχές, κρίνει, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.3251/2004, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τις Γερμανικές Αρχές δεν αρκούν, ώστε να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης και για το λόγο αυτό πρέπει να ζητηθεί, μέσω του εισαγγελέα εφετών, η προσκόμιση των απαραιτήτων συμπληρωματικών στοιχείων και συγκεκριμένα, προκειμένου να παρασχεθούν διευκρινίσεις από τις οικείες Γερμανικές Δικαστικές Αρχές για τα ακόλουθα ζητήματα: α) να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος τέλεσης καθεμιάς από τις επί μέρους πράξεις, β) αν και από ποιό χρονικό σημείο, έχουν βεβαιωθεί τελεσιδίκως οι οφειλές του εκζητουμένου, γ) εάν έχουν οριστικοποιηθεί ή όχι οι οφειλές του και, σε καταφατική περίπτωση, από ποιό χρονικό σημείο, έχει οριστικοποιηθεί εκάστη οφειλή και δ) εάν έχει ασκήσει ή όχι ο εκζητούμενος προσφυγή κατά της φορολογικής εγγραφής και σε καταφατική περίπτωση, να προσδιοριστεί ο χρόνος της τελεσίδικης δικαστικής κρίσης επί της προσφυγής. Επομένως, και σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.2 του Ν.3251/2004, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο αυτό γνώμη, πρέπει να αναβληθεί η έκδοση της αποφάσεως επί της υπό κρίση εφέσεως, για να ζητηθούν και προσκομισθούν από το εκζητούν κράτος, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και εντός προθεσμίας τριάντα
(30)ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας, συμπληρωματικές πληροφορίες και ειδικότερα: α) να προσκομισθεί σε νόμιμη μετάφραση το κείμενο της διατάξεως του άρθρου 370 εδ.1 αριθμός 2 του Γερμανικού Φορολογικού Κώδικα και να προσδιοριστεί ο αντίστοιχος χρόνος παραγραφής του αδικήματος τούτου, β) να διευρευνηθεί αν έχουν κριθεί τελεσιδίκως ή όχι οι ως άνω οφειλές του εκζητουμένου και, σε καταφατική περίπτωση, ποιο το χρονικό σημείο βεβαίωσης εκάστης οφειλής, γ) επίσης, αν έχουν οριστικοποιηθεί ή όχι οι ως άνω οφειλές και, σε καταφατική περίπτωση, ποιό το χρονικό σημείο οριστικοποιήσεως εκάστης οφειλής, δ) να προσκομισθεί βεβαίωση περί του αν ο εκζητούμενος, έχει ασκήσει ή όχι προσφυγή και, σε καταφατική περίπτωση, να προσδιοριστεί ο χρόνος της τελεσίδικης κρίσης επί της προσφυγής. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, δεν συντρέχει λόγος να ερευνηθεί αν η πράξη της φοροδιαφυγής έχει παραγραφεί κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους. Το αδίκημα της φοροδιαφυγής αφορά αξιόποινη πράξη, η οποία στρέφεται κατά εννόμων αγαθών, που ανήκουν αποκλειστικά στην Ελληνική έννομη τάξη και η προσβολή των εννόμων αυτών αγαθών πληροί την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος μόνον εφόσον είναι συνδεδεμένα με την ημεδαπή έννομη τάξη (Μυλωνόπουλος στην ΕλλΔνη 30, 1137 επ). Κατά συνέπεια, ο δράστης πράξης, η οποία συνιστά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας άλλου Κράτους δεν μπορεί να διωχθεί στην Ελλάδα, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται άλλο έγκλημα και, επομένως, δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως (άρθρο 11 περ.ν. 3251/2004). Αυτό έχει ως συνέπεια ότι δεν μπορεί να ερευνηθεί, αν η πράξη αυτή έχει παραγραφεί, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, και συνακόλουθα δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ' πιο πάνω περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το γεγονός δε, ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής, που τελέστηκε στην Γερμανία, δεν τιμωρείται στην Ελλάδα, δεν εμποδίζει την έκδοση του δράστη του αδικήματος αυτού, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ.1 περ. α' εδ. β' του ν.3251/2004, αλλά των διατάξεων του ν.1017/1980 για αμοιβαία δικαστική αρωγή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος. Τέλος το Δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη του και τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1-3 του ίδιου νόμου(3251/2004), ότι η νόμιμη, στις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 3 του Ν. 3251/2004 και 449 Κ.Π.Δ στηριζόμενη, αίτηση του εκζητουμένου, η οποία υποβλήθηκε από αυτόν προφορικά στο ακροατήριο και με την οποία αυτός ζητεί την αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους, είναι βάσιμη και κατ' ουσία, διότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αιτών έχει γνωστή διαμονή στην Χώρα(διαμένει με την οικογένειά του στην .........), δεν υπήρξε φυγόδικος ή φυγόποινος και γενικά δεν κρίνεται ότι είναι ύποπτος φυγής, ούτε πιθανολογείται ότι, αν αφεθεί ελεύθερος, θα διαπράξει άλλα εγκλήματα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να διαταχθεί η αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεώς του με τους αναφερόμενους στο διατακτικό περιοριστικούς όρους, κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης αυτού του Συμβουλίου επί της εφέσεως του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της υπ' αριθμ.1/9-1-2008 εφέσεως του εκζητουμένου Χ1, κατά της υπ' αριθμό 3/8-1-2008 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, για να προσκομισθούν, στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία τριάντα
(30)ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, οι αναφερόμενες στο σκεπτικό συμπληρωματικές πληροφορίες. Δέχεται τη σχετική προφορική, στο ακροατήριο, αίτηση του εκζητουμένου. Αντικαθιστά την προσωρινή του κράτηση, δυνάμει της 3/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με τους εξής περιοριστικούς όρους: Α). Απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, Β). Εμφάνιση στο Α.Τ. κατοικίας ή προσωρινής διαμονής τους το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, Γ). Χρηματική εγγύηση δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, καταβλητέα μέσα σε προθεσμία πέντε
(5)εργασίμων ημερών. . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.