← Ελλάδα

ΑΠ 39/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 39 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Κακουργηματική απάτη κατ’ επάγγελμα, κατά συνήθεια και άνω 15.000 ευρώ. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου με εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1403/2008). 2) Απορριπτέος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της απόφασης που απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για τα αιτηθέντα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά, αφενός δεν είχε ζητήσει το ελαφρυντικό υπό στοιχ. ε΄, αφετέρου είχε ζητήσει αόριστα το ελαφρυντικό υπό στοιχ. β΄, αναφέροντας μόνο τη σχετική διάταξη χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών και το Δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε μη υποβληθέν αίτημα και σε υποβληθέν αόριστο αίτημα (ΑΠ131/2008). 3) Εφαρμογή επιεικέστερου νόμου. Άρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999 - 2 § 1 ΠΚ. 4) Επί απάτης κατ’ εξακολούθηση, κατά το 98 παρ. 4 ΠΚ, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος - ζημία και όχι τα επί μέρους ποσά (ΑΠ 1403/2007, 1318, 1917/2001). ΑΡΙΘΜΟΣ 39/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 2197/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 121/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 386 παρ.1 εδ.α Π.Κ. ορίζει, ότι "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δολία παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, είτε με αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Έτσι η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τρεις απαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος (αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών) συντελείται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει στο ίδιο είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, είτε από προηγουμένη ενέργειά του. Η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Όμως δεν δημιουργείται τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται περισσότεροι από έναν τρόποι, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εξάλλου η παράγραφος 3 του άρθρου 386 Π.Κ., όπως ίσχυε μέχρι το 1996, όριζε, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν ο περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη τελέστηκε μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Όμως αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή αρχικώς από το άρθρο 1 παρ.11 του ν.2408/1996, που καθόριζε, ότι "
  2. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και ακολούθως η προαναφερθείσα διάταξη από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999, που αναφέρει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Η δε παράγραφος 2 του άρθρου 98 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 ν.2721/1999, καθορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση αμφοτέρων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος της απάτης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως πιο πάνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Έτσι η διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν.2721/1999 θα εφαρμοσθεί αναδρομικά (άρθρο 2 παρ.1 Π.Κ.) και επί της αξιόποινης πράξεως της απάτης, της τελεσθείσας προ της ισχύος του ανωτέρω νόμου 2721/1999, (3-6-1999), γιατί είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη, μη υποκείμενη σε διάσπαση. Η δε ορθότητα του ως άνω συμπεράσματος, επιβεβαιώθηκε και από τη διατύπωση αφενός της προαναφερθείσας νεότερης διατάξεως του άρθρου 14 παρ.4 ν.2721/1999 και αφετέρου της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου αυτού, που αναφέρει, ότι λαμβάνεται υπόψη και αθροίζεται η επιμέρους βλάβη, όφελος ή αξία, όπως ισχύει και με το ν.1608/1950.(ΑΠ 1403/2007,1318,1917/2001). Τέλος το άρθρο 13 περ.στ ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 ν.2408/1996, ορίζει, ότι "Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράση για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί και από περισσότερους από έναν δράστη κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο 'από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μετά από διάρρηξη που έγινε στις 3-12-91 στο αυτοκίνητο του Α, εκλάπη το υπ' αριθ. Ζ. 302784/80 δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας το οποόο με άγνωστο τρόπο περιήλθε στην κατοχή του δεύτερου κατηγ/νου Χ, ο οποίος επιδιώκοντας την κτήση παράνομου περιουσιακού οφέλους, με το εις χείρας του δελτίο ταυτότητας του Αεμφανίστηκε στις 5.5.92 στο υποκατάστημα ..... της Τράπεζας ..... και επιδεικνύοντας την ταυτότητα του Α έπεισε τον αρμόδιο υπάλληλο της ως άνω τραπέζης ότι είναι νόμιμος κομιστής του δελτίου ταυτότητας και καταθέτοντας το χρηματικό ποσό των 250.000 δρχ. πέτυχε να ανοίξει στο όνομα του Α τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό όψεως και να χορηγηθεί και ένα μπλοκ επιταγών με 10 φύλλα. Στη συνέχεια ο ίδιος κατηγορούμενος, το χρονικό διάστημα από τέλη Μαΐου μέχρι 15-12-92 πλαστογράφησε ως προς τα μη έντυπα στοιχεία τις αναφερόμενς στο διατακτικό εξ

(6)επιταγές στις οποίες στη θέση του εκδότη έθεσε τύπο υπογραφής ως δήθεν ανήκοντα στον, κατ' επίφαση δικαιούχο του λογαριασμού Α. Στην συνέχεια ο ίδιος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στα γραφεία της εταιρείας ΙΝΦΟΤΡΑΒΕΛ ΕΠΕ και για την εξόφληση οικονομικών του υποχρεώσεων στην ως άνω εταιρεία παρέστησε στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι είναι γνήσιες και αυτός νόμιμος κομιστής των υπ' αριθμ. ....., ....., ..... τραπεζικών επιταγών συνολικού ποσού 3.000.000 δρχ. και με λευκή οπισθογράφηση μεταβίβασε τις επιταγές αυτές στην ως άνω εταιρεία, οι οποίοι όμως όταν εμφανίστηκαν προς πληρωμή δεν εξοφλήθησαν και σφραγίστηκαν και με τον τρόπο αυτό ζημιώθηκε η ως άνω εταιρεία κατά το ποσό των 3.000.000 δρχ. αλλά και ο ως εκδότης φερόμενος μηνυτής Α ο οποίος έχει καταδικασθεί για την έκδοση των ως άνω ακαλύπτων επιταγών. Περαιτέρω τον μήνα Μάϊο 1992 ο ίδιος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον νόμιμο αντιπρόσωπο της εταιρείας εμπορίας ποδηλάτων με την επωνυμία "Χρ. Χριστοφορίδης ΑΕΒΕ" Β, του δήλωσε ότι ονομάζεται Α, ότι είναι πρόσωπο φερέγγυο με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι διατηρεί στη ..... επιχείρηση ενοικιάσεως μοτοποδηλάτων. Στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις πείστηκε ο εκπρόσωπος της εταιρείας, δέχθηκε να πωλήσει μοτοποδήλατα και την καταβολή του τιμήματος με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ετσι επωλήθησαν και παρεδόθησαν τμηματικά στις 19-5-92, 1-6-92, 3-6-92, 12-6-92 και 15-6-92 διαφόρων τύπων μοτοποδήλατα συνολικού τιμήματος 10.546.088 δρχ. και για το τίμημα αυτό έλαβε από τον δήθεν αγοραστή Α χάριν καταβολής του πιστωθέντος τιμήματος της υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... επιταγές ίσον προς το τίμημα χρηματικού ποσού. Για την αγοραπωλησία αυτή, ο ως μάρτυς εξετασθείς Γ κατέθεσε στο ακροατήριο με σαφήνεια "Δούλευα στον Β". Είδα τον Χ να φορτώνει σε φορτηγάκι ποδήλατα δεν ξέρω που τα πήγαινε. Τον παρόντα (δηλ. τον κατηγορούμενο Δ) δεν τον ξέρω". (Ιδετε κατάθεση ως άνω μάρτυρος). Εξεταζόμενος στο ακροατήριο ο Α αφού περιγράφει τον τρόπο απωλείας της ταυτότητάς του αναφέρεται στις κατ' επανάληψη συναντήσεις του με τους κατηγορουμένους και αναφέρει ότι κατά την γνώμη του ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε καμία ανάμειξη σε βάρος του απάτη, δεν έχω τίποτε σε βάρος του Δ" καταθέτει χαρακτηριστικά και κατά την γνώμη του υπαίτιος είναι ο Ε, ο οποίος όπως του εξομολογήθηκε όταν πληροφορήθηκε ότι πάσχει από καρκίνο "τρελάθηκε" λέγει χαρακτηριστικά "όλα σε γιατρούς πήγαν". Η μητέρα του δεύτερου κατηγορουμένου ΣΤ που εξετάστηκε στο ακροατήριο κατέθεσε σχετικά "Επαθε καρκίνο και έκανε αυτό το λάθος" (ιδέτε κατάθεσή της). Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα περιστατικά δεν απεδείχθη δεν πληρούται το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο Δ και θα πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της κακουργηματικής απάτης. Αντίθετα θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ της κακουργηματικής απάτης με προκκληθείσα συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος αυτού που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. διέπραξε δε το έγκλημα αυτό κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού εξαπάτησε διαδοχικά της προαναφερόμενης εταιρείας και υπό περιστάσεις (παραπλάνηση υπαλλήλων Τράπεζας, προμήθεια μπλοκ επιταγών, πλαστογράφηση αυτών) που μαρτυρούν ότι, προκειμένου να προσπορίσει οικονομικό όφελος είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή για την εξαπάτηση τρίτων, αποδεκτής κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης προκύπτει ροπή στη τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος. Πρέπει όμως να αναγνωρισθεί ότι ο κατηγορούμενος αυτός επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει τις συνέπειες των πράξεών του όπως κατέθεσε εξεταζόμενος ο παθών Α, και να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνώρισης σε αυτόν της ελαφρυντικής περιπτώσεως του άρθρου 84 παρ. 25 Π.Κ.". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το κατ' έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε, αθώο τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Δ, ένοχο όμως τον αναιρεσείοντα για απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησε, που το συνολικό ποσό υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και αφού αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ. δ του ΠΚ, επέβαλε σε αυτόν για την κακουργηματική πράξη αυτή της απάτης, ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα πιο πάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 13 περ. στ, 98, 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, τις οποίες διατάξεις ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρεται ότι από τη διάπραξη ως άνω της απάτης κατ'εξακολούθηση, το συνολικό όφελος του κατηγορουμένου και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος Α υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών(σελίδα 22 του σκεπτικού), ενώ δε δημιουργείται αντίφαση εκ του ότι αναφέρει στη σελίδα 20 ότι με το να παραδώσει τρεις πλαστές ακάλυπτες επιταγές στην εταιρεία "ΙΝΦΟΤΡΑΒΕΛ ΕΠΕ", σε εξόφληση χρεών του, η άνω εταιρεία ζημιώθηκε κατά το ποσό μόνο των 3.000.000 δραχμών, όσο και το ύψος των άνω τριών επιταγών, που σφραγίστηκαν και δεν πλήρωσε, με αντίστοιχη ισόποση ζημία και του Α, παθόντος, φερομένου ως εκδότη των άνω πλαστών ακάλυπτων επιταγών, αφού στη συνέχεια το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξαπάτησε τον Μάϊο του 1992 και το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας " Χρ. Χριστοφορίδης ΑΕΒΕ",αγοράζοντας μοτοποδήλατα συνολικού τιμήματος 13.546.088 δραχμών, που ωφελήθηκε, γιατί πλήρωσε το τίμημα χωρίς χρήματα, με παράδοση άλλων τριών πλαστών μεταχρονολογημένων επιταγών από το μπλόκ που με απάτη είχε εκδώσει στο όνομα του ιδιοκτήτη του διαρρηχθέντος το 1991 ΙΧΕ αυτοκινήτου του Α, με χρήση στην τράπεζα του κλαπέντος από αυτό Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας αυτού, επιταγές που ουδέποτε πληρώθηκαν με αντίστοιχη ζημία των εκπροσώπων της πωλήτριας εταιρείας Β και Ζ, σε διαταγή των οποίων παραδόθηκαν οι τρεις ως άνω ακάλυπτες επιταγές, ενώ ζημιωθείς αντίστοιχου ποσού είναι και ο παθών- εγκαλών στη δίκη Α, που εναντίον του, ως εκδότη, έχει ασκήσει σχετική αγωγή η άνω πωλήτρια των μοτοποδηλάτων εταιρεία, διότι φέρεται ως δικαιούχος του με την κλεμμένη ταυτότητά του ανοιγέντος από τον κατηγορούμενο στις 5-5-1992 στην τράπεζα ΧΙΟΥ λογαριασμού, επί του οποίου έλαβε μπλόκ επιταγών και κυκλοφόρησε τις άνω επιταγές ως πιο πάνω ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με δήθεν εκδότη τον εν λόγω Α, επιταγές που παρέδωσε στους εκπροσώπους της πωλήτριας εταιρείας αυτής. Επίσης ουδεμία ασάφεια προκύπτει ως προς το χρόνο τελέσεως καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις της απάτης, αφού με την απόφαση γίνεται δεκτό ότι η μεν μερικότερη πρώτη πράξη σε βάρος της εταιρείας " ΙΝΦΟΤΡΑΒΕΛ ΕΠΕ" τελέστηκε κατά το διάστημα από τέλος Μαϊου 1992 μέχρι 15-12-1992, σε βάρος του Α στις 5-5-1992, η δε πράξη σε βάρος της εταιρείας που εκπροσωπούσε ο Β τελέστηκε περί τα τέλη Μαϊου 1992. Επίσης αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η συνδρομή σωρευτικά των επιβαρυντικών περιστάσεων, α) της κατ'επάγγελμα τέλεσης, αφού εξαπάτησε διαδοχικά τις προαναφερόμενες εταιρείες και υπό περιστάσεις(παραπλάνηση υπαλλήλου της τράπεζας που εξέδωσε και του προμήθευσε το μπλόκ των επιταγών στο όνομα του ανύποπτου Α, επιταγές που στη συνέχεια πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε), που μαρτυρούν ότι προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο οικονομικό όφελος, είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή για την εξαπάτηση τρίτων και β) της κατά συνήθεια τέλεσης, αφού από την κατ'επανάληψη ως πιο πάνω τέλεση της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή αυτού στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σε αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία β, δ και ε, ήτοι 1) ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης (στοιχ. β), 2) ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ. δ), και 3) ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Για το ορισμένο των στηριζομένων στις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών και ιδιαίτερα, 1)της ελαφρυντικής περιστάσεως υπό στοιχ. β της άνω παραγράφου, πρέπει να επικαλεσθεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν και ποία από τις άνω ιδιαίτερες περιστάσεις συντρέχει στο πρόσωπό του για να διερευνηθούν από το Δικαστήριο και 2)της ελαφρυντικής περιστάσεως υπό στοιχ. ε της άνω παραγράφου, δεν αρκεί η καλή συμπεριφορά στις φυλακές και μόνο, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του δράστη μετά την πράξη, που πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, με ανάπτυξη προφορική κατά την αγόρευσή του, (σελίδα 19 πρακτικών), ζήτησε να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις " του άρθρου 84 παρ. 2 β και δ ΠΚ", αναφέροντας μόνο τη σχετική διάταξη, χωρίς παράθεση οιουδήποτε πραγματικού περιστατικού και ουδόλως ζήτησε και την ελαφρυντική περίσταση υπό στοιχ.ε. Το Δικαστήριο, αναγνώρισε στον καταδικασθέντα αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την ελαφρυντική περίσταση της περιπτώσεως του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ. δ ΠΚ, ενώ απέρριψε σιγή, χωρίς καμία αιτιολογία την άλλη ως άνω αιτούμενη ελαφρυντική περίσταση υπό στοιχ. β της παρ. 2 του άνω άρθρου. Στον παραπάνω όμως σιγή απορριφθέντα ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, όσον αφορά της περίσταση β, γιατί δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος, ενώ για την ελαφρυντική περίσταση υπό στοιχ. ε, δεν είχε υποβληθεί καν σχετικό αίτημα. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για αναγνώριση και των άλλων δύο ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-12- 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 2197/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.