← Ελλάδα

ΑΠ 394/2008 — Αναβολή συζήτησης, Έκδοση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 394 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναβολή συζήτησης, Έκδοση. Περίληψη: Αναβάλλει τη συζήτηση για την έκδοση αποφάσεως για να ζητηθούν και προσκομισθούν μέσα σε προθεσμία 30 ημερών συμπληρωματικές πληροφορίες με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Διατηρεί την ισχύ της προηγούμενης αποφάσεως μέχρι της πιο πάνω ημερομηνίας. Αριθμός 394/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 και 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσης-εκζητουμένης Χ1, ήδη κρατουμένης στη Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πήττα, κατά της υπ'αριθμ. 335/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από ....... Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Διευθύνοντα Γενικό Εισαγγελέα του Μονάχου, σε βάρος της ανωτέρω εκζητουμένης. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητουμένη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 18/23-11-2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Μαγδαληνής Γκιτέρσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2020/2007. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε την εκζητουμένη και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση της εκζητουμένης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αποφάσισε την εκτέλεση του από ....... Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Διευθύνοντα Γενικό Εισαγγελέα Μονάχου II κατά της εκκαλούσας Χ1, Ελληνίδας υπηκόου, η οποία γεννήθηκε στις 16.2.1959 στον .........., όπου και κατοικεί. Η Εισαγγελική Αρχή του Μονάχου Γερμανίας εξέδωσε το πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δυνάμει του ......... εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου του Μονάχου, σε βάρος της εκκαλούσας - εκζητουμένης, η οποία διώκεται για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τον Γερμανικό Ποινικό Νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε

(5)ετών (για κάθε επιμέρους πράξη), σύμφωνα με την παράγραφο 370 εδ. 1 αριθ. 2 Φορολογικού Κανονισμού, η δε πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 17 και 18 Ν 2523/1997 και 93 Ν. 2238/1994), τιμωρουμένη με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε
(5)ετών ή καθείρξεως μέχρι δέκα
(10)ετών, ανάλογα με τη βαρύτητα της φορολογικής παραβάσεως (ΑΠ 2483/2005). Με το Ένταλμα αυτό, ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή της εκζητουμένης ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε, με σκοπό την άσκηση εναντίον της ποινικής δίωξης για παράβαση των προαναφερομένων ποινικών διατάξεων του Γερμανικού Νόμου. Για την περίπτωση δε που αυτή κριθεί ένοχη και επιβληθεί σε βάρος της ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει παρασχεθεί η διαβεβαίωση της Γερμανικής Δικαστικής Αρχής (Διευθύνων Γενικός Εισαγγελέας Μονάχου II), ότι η εκζητούμενη θα διαμεταχθεί για την έκτιση αυτής στην Ελλάδα. Ενόψει δε της μη συγκατάθεσης της εκζητουμένης να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος (Γερμανία), αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος είναι, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 3251/2005 , το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί η εκζητούμενη, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως η κρινόμενη έφεση, η οποία πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. II. Από το ένδικο ένταλμα συλλήψεως, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται η εκζητούμενη προς άσκηση κατ' αυτής ποινικής διώξεως, και οι οποίες φέρονται τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 30.04.2001 στην πόλη Νταχάου Γερμανίας, συνίστανται, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι: "Η κατηγορούμενη είχε στο Νταχάου (Dachau) μία εμπορική επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων. Κατά την χρονική περίοδο 01.01.2000-30.04.2001 είχε έναν σημαντικό κύκλο εργασιών και απασχολούσε αρκετούς εργαζόμενους. Η κατηγορούμενη δεν έκανε έως σήμερα καμία φορολογική δήλωση, παρόλο που ήταν υποχρεωμένη. Επομένως δεν έκανε στις Δ.Ο.Υ, κατά παράβαση καθήκοντος,τις απαιτούμενες δηλώσεις και, με αυτόν τον τρόπο, μείωσε τους οφειλόμενους φόρους κατά 1.211.487 Γερμανικά Μάρκα (φόρος εισοδήματος 2000, φόρος ελευθέρων επαγγελμάτων 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2001 και φόρος μισθών και ημερομισθίων Ιούλιος 2000 - Απρίλιος 2001). Φύση και νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης και εφαρμοστέα νομική διάταξη: Υπεξαίρεση φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 370 εδάφιο 1 αριθμός 2 του Φορολογικού Κώδικα". Κατά δε την τελευταία αυτή διάταξη, "
(1)Με ποινή στερητική της ελευθερίας έως και πέντε ετών ή με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος..... 2. κατά παράβαση καθήκοντος, δεν πληροφορεί τις Δ.Ο.Υ. σχετικά με σημαντικά γεγονότα σε σχέση με την υποχρέωση καταβολής φόρου με αυτόν το τρόπο μειώνει φόρους ή αποκτά για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλο αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα". Η εκζητούμενη, συνεπώς, φέρεται στο εν λόγω ένταλμα σύλληψης ως αυτουργός της πιο πάνω πράξεως, η οποία χαρακτηρίζεται από το Γερμανικό Δίκαιο ως "Υπεξαίρεση φόρου", που, όπως προαναφέρθηκε, τιμωρείται στο Κράτος έκδοσης του ενδίκου Εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ανώτατο όριο της οποίας είναι ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε
(5)ετών, ενώ η αξιόποινη αυτή πράξη συνιστά, λαμβανομένης υπόψη και της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 1 στοιχ. α εδ. β του Ν. 3251/04, έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, που τιμωρείται με στερητικές της ελευθερίας ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. Συνεπώς, ανήκει σ' εκείνες τις πράξεις που, κατά το άρθρο 10 § 1α του ν. 3251/2004 επιτρέπεται, καταρχήν, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. III. Κατά τις διατάξεις του Ελληνικού ποινικού νόμου, δηλαδή από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2593/1997, το προβλεπόμενο σε αυτές αδίκημα της φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος (άρθρο 17), η δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς στο Δημόσιο τους φόρους, τέλη κλπ, που προβλέπονται στο άρθρο 18 του νόμου αυτού. Κατά δε το άρθρο 21 παρ. 10 εδ. α του ίδιου νόμου (2523/1997) "Η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου (3251/2004), καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στοιχ. δ' του άρθρου τούτου, κατά την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, "αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ΠΚ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη, που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στη αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε. Αποκλείεται όμως, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περίπτ. β' ΠΚ, η ποινική δίωξη, αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, υποστήριξε, με όσα ανέπτυξε προφορικώς στο ακροατήριο, καθώς και με το υπόμνημα που κατέθεσε, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, τόσο κατά το Γερμανικό όσο και κατά το Ελληνικό Δίκαιο και ότι, αφού ο χρόνος που φέρεται ότι τελέστηκε το έγκλημα είναι η περίοδος από 1-1-2000 έως 30-4- 2001 και η πράξη διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, προκύπτει η συνδρομή της πιο πάνω περιπτώσεως δ του άρθρου 11 ν. 32517/2004, απαγορεύσεως εκτελέσεως του εντάλματος, δεδομένου ότι η παραγγελία για εκτέλεση του εντάλματος διαβιβάστηκε στον αρμόδιο, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3251/2004, Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, στις 18-10-2007 και εκζητούμενη συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιόν του στις 6-11- 2007, δηλαδή, μετά την παρέλευση πενταετίας από την τέλεση του αποδιδόμενου σε αυτήν εγκλήματος. IV. Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3251/2004, αν η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την προσαγωγή, ζητεί, μέσω του εισαγγελέα εφετών, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραιτήτων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 2 και 11 έως 13 του παρόντος και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 21 του παρόντος. Στην προκειμένη περίπτωση η εκζητούμενη είναι Ελληνίδα υπήκοος και διώκεται για πλημμέλημα που τέλεσε στην αλλοδαπή. Συνεπώς, εφόσον, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 6 του ΠΚ), η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στην εκζητούμενη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, κατά την διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. δ του ν. 3251/2004, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος αρνείται την εκτέλεσή του, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη (αρ. 111 παρ. 3 ΠΚ), αρχίζει δε η παραγραφή, προκειμένου για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, για το οποίο ζητείται η έκδοση της εκκαλούσας, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του αρ. 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Σύμφωνα δε με τη γενόμενη περιγραφή της πράξεως στο ένταλμα σύλληψης, η αποδιδόμενη στην εκζητούμενη πράξη φέρεται ότι τελέστηκε κατά το διάστημα 1.1.2000 έως 30.04.2001 στην πόλη Νταχάου Γερμανίας, και ειδικότερα η εκζητούμενη "δεν έκανε στις Δ.Ο.Υ κατά παράβαση καθήκοντος τις απαιτούμενες δηλώσεις και με αυτόν τον τρόπο μείωσε τους οφειλόμενους φόρους κατά 1.211.487 Γερμανικά Μάρκα (φόρος εισοδήματος 2000, φόρος ελευθέρων επαγγελμάτων 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2001 και φόρος μισθών και ημερομισθίων Ιούλιος 2000 - Απρίλιος 2001)". Δεν προκύπτει, όμως από την πιο πάνω περιγραφή, αν έχει οριστικοποιηθεί η σχετική φορολογική εγγραφή, κατά την οποία η εκζητούμενη έχει την υποχρέωση να καταβάλει το πιο πάνω ποσό φόρων (η ίδια δεν ισχυρίζεται ότι έχει ασκήσει οποιαδήποτε προσφυγή κατά της σχετικής αποφάσεως των αρμόδιων φορολογικών αρχών), προκειμένου να κριθεί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αν η πράξη για την ζητείται η έκδοση, έχει παραγραφεί και, συνακόλουθα, αν συντρέχει η αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ του ν. 3251/2004 περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης . Επίσης δεν προκύπτει, αν η εκζητούμενη φέρεται ότι τέλεσε μία ή περισσότερες πράξεις φοροδιαφυγής (κατά συρροή ή κατ' εξακολούθηση) και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν προσδιορίζεται η κάθε επί μέρους πράξη (ποσό και είδος φοροδιαφυγής, χρόνος οριστικοποίησης κάθε επί μέρους φορολογικής εγγραφής), προκειμένου να κριθεί η τυχόν παραγραφή επί μέρους πράξεων. Το Δικαστήριο, προκειμένου να διευκρινιστούν τα κρίσιμα για την εκτέλεση του εντάλματος πιο πάνω ζητήματα των πράξεων, για τις οποίες σκοπείται η άσκηση ποινικής δίωξης από τις Γερμανικές Αρχές, κρίνει, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3251/2004, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τις Γερμανικές Αρχές δεν αρκούν, ώστε να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, και για το λόγο αυτό πρέπει να ζητηθούν, μέσω του εισαγγελέα εφετών, η προσκόμιση των απαραιτήτων συμπληρωματικών στοιχείων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό, αναβαλλομένης της έκδοσης της οριστικής απόφασής του επί της έφεσης. Κατά την άποψη ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, δεν συντρέχει λόγος να ερευνηθεί αν η πράξη της φοροδιαφυγής έχει παραγραφεί κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους. Το αδίκημα της φοροδιαφυγής αφορά αξιόποινη πράξη, η οποία στρέφεται κατά εννόμων αγαθών, που ανήκουν αποκλειστικά στην Ελληνική έννομη τάξη και η προσβολή των εννόμων αυτών αγαθών πληροί την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος μόνο εφόσον είναι συνδεδεμένα με την ημεδαπή έννομη τάξη. Κατά συνέπεια, ο δράστης πράξης, η οποία συνιστά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας άλλου κράτους δεν μπορεί να διωχθεί στην Ελλάδα, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται άλλο έγκλημα και, επομένως, δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως (αρ. 11 περ. ν. 3251/2004). Αυτό έχει ως συνέπεια ότι δεν δύναται να ερευνηθεί, αν η πράξη αυτή έχει παραγραφεί, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ πιο πάνω περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το γεγονός δε, ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής που τελέστηκε στην Γερμανία, δεν τιμωρείται στην Ελλάδα, δεν εμποδίζει την έκδοση του δράστη του αδικήματος αυτού, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α εδ. β του ν. 3251/2004, αλλά των διατάξεων ν. 1017/1980 για αμοιβαία δικαστική αρωγή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη του και τις διατάξεις του αρ. 16 παρ. 1-3 του ίδιου νόμου, (3251/2004), ότι πρέπει να διατηρηθεί η ισχύς της 281/2008 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία έγινε αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως της εκζητουμένης με τους αναφερόμενους σε αυτήν περιοριστικούς όρους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της 18/2007, εφέσεως της Χ1, για να ζητηθούν και να προσκομισθούν, μέσα σε προθεσμία τριάντα
(30)ημερών, από τη δημοσίευση της παρούσας, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, οι αναφερόμενες στο σκεπτικό συμπληρωματικές πληροφορίες και συγκεκριμένα, 1) αν και πότε έχει οριστικοποιηθεί η αναφερόμενη στο σκεπτικό φορολογική εγγραφή, κατά την οποία η εκζητούμενη δεν κατέβαλε οφειλόμενους φόρους ποσού 1.211.487 Γερμανικών Μάρκων και, 2) αν η εκζητούμενη φέρεται ότι τέλεσε μία ή περισσότερες πράξεις φοροδιαφυγής (κατά συρροή ή κατ' εξακολούθηση), και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να προσδιοριστεί η κάθε επί μέρους πράξη (ποσό και είδος φοροδιαφυγής, χρόνος οριστικοποίησης κάθε επί μέρους φορολογικής εγγραφής). Διατηρεί την ισχύ της 281/2008 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την έκδοση της οριστικής του απόφασης επί της έφεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.