← Ελλάδα

ΑΠ 395/2010 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 395 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Βάσιμοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αριθμός 395/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανόπουλο, για αναίρεση της 42468/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη και διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση, ανάλογα του ύψους του χρέους. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 42468/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατ'εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "στην ...κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-02 έως 30-4-06, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ ..., όπου ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 1-11-06 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 83.500 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτά προς το Δημόσιο. Σημειωτέον, μετά από άσκηση προσφυγής εκ μέρους του το αρχικό οφειλόμενο ποσό των 123.522,07 ευρώ, μειώθηκε στο ποσό των 83.500 ευρώ. Πλην όμως, ο ισχυρισμός του ότι μετά την ακύρωση της υπ' αριθμ. 66 και 67/02 αποφάσεων επιβολής των δύο προστίμων για συνέργεια τα σε έκδοση και λήψη εικονικών τιμολογίων, δεν υφίσταται λόγος επιβολής και των ειδικών προστίμων βάσει των αποφάσεων 452 και 454/03 για ΦΠΑ, υπολογισθέντων επί των ποσών των εικονικών τιμολογίων αφού τα τρία αυτά πρόστιμα είναι παρεπόμενα αυτών, είναι αλυσιτελής, αφού όπου προέκυψε από την κατάθεση της μάρτυρος της Δ.Ο.Υ, δεν έχει ασκήσει ο κατηγορούμενος προσφυγή για το υπόλοιπο ποσό, για το οποίο κατηγορείται. Όσον αφορά δε στο αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, μέχρι εκδικάσεως της έφεσης που έχει ασκηθεί απορρίπτεται, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θ' αλλάξει το οφειλόμενο ποσό, ενόψει δε του χρόνου τέλεσης του αδικήματος, προβάλλεται παρελκυστικά". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο "για το ποσό των 83.500 €, του ότι: στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2002 έως 30-4-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δικαστηρίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ ... όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 1-11-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 83.500, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική προς το διατακτικό. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό (σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό): α) δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία και από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, αναφέρεται αόριστα σε βεβαιωμένα σε βάρος του κατηγορουμένου διάφορα επί μέρους μη αναλυόμενα χρέη, συνολικού ύψους 123.522,07 ευρώ, όπως φαίνονται σε συνημμένο πίνακα χρεών της ΔΟΥ... προσαρτημένο στην από 1-11-2006 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της άνω ΔΟΥ, χωρίς να προσαρτάται ο πίνακας αυτός στο αιτιολογικό ή στο διατακτικό της αποφάσεως, β) ενώ καταδικάστηκε για καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων μηνών ληξιπροθέσμων και βεβαιωμένων χρεών, κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2002 έως 30-4-2006, υπό την ισχύ του Ν. 3220/2004, κατ'εξακολούθηση και όχι για μία πράξη καθυστερούμενου συνολικού χρέους, δεν καθορίζει το ύψος και το χρόνο τελέσεως κάθε επί μέρους πράξεως στο αιτιολογικό, ούτε συνάγεται αυτός από το σύνολο των παραδοχών, ώστε να ελεγχθεί το τυχόν ανέγκλητο ορισμένων από αυτά, γ) ενώ δέχεται ότι μετά από άσκηση προσφυγής του κατηγορουμένου στα Διοικητικά δικαστήρια, το χρέος αυτού προς το Δημόσιο μειώθηκε, από το αρχικά ως άνω οφειλόμενο ποσό των 123.522,07 ευρώ σε 83.500 ευρώ, δε διευκρινίζει κατά ποίο ποσό και ποία ακριβώς επί μέρους πράξη αφορά η μείωση του χρέους και δ) ενώ δέχεται στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό χρέους ανέρχεται σε 83.500 ευρώ, στο διατακτικό τον καταδικάζει για οφειλόμενο ποσό χρέους, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνον τα 120.000 ευρώ, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 περ. γ του Ν. 3220/2004, που σημειώνεται στην απόφαση και προβλέπει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους, για χρέη υπερβαίνοντα τα 120.000 ευρώ, ενώ εφαρμοστέα ήταν η ιδία διάταξη, περ. β, κατά την οποία, για μη καταβολή χρέους υπερβαίνοντος τις 50.000 ευρώ όχι όμως και τα 120.000 ευρώ, προβλέπεται μικρότερη ποινή φυλακίσεως, τουλάχιστον έξι μηνών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚποινΔ σχετικοί μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. ακολούθως, κατά παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 42468/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και . Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου
  2. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου
  3. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.