← Ελλάδα

ΑΠ 400/2013 — Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 400 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια. Εργατικό Ατύχημα.

  1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
  2. Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 314 εδαφ. α του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 παρ. 1 ΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός. Τα ίδια, σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ. Αριθμός 400/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χριστοδουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 589/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του ανωτέρω αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, ορίζεται ότι "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ορίζεται ότι "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση σωματικής βλάβης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 589/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια ενός τραυματισθέντος προσώπου από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αυτής 589/2012 αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6-11-2004 στο ... του Δήμου ... και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης με την επωνυμία "Κρέτα Φάρμ ΑΒΕΕ" ο τέταρτος κατηγορούμενος Μ. Π. εργαζόμενος της επιχείρησης, ο οποίος προϊστατο του τεχνικού συνεργείου αυτής και είχε αναλάβει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοποθέτηση ενός διαχωριστικού συνθετικού παραπετάσματος από το δάπεδο έως την κορυφή του κτιρίου, σε ύψος 5,5 μ. περίπου, προκειμένου να απομονωθεί ο χώρος της παραγωγής από το χώρο όπου γίνονταν εργασίες επέκτασης του κτιρίου, έδωσε εντολή στον Ν. Λ., εργαζόμενο επίσης της επιχείρησης, ο οποίος ήταν υπεύθυνος του οικοδομικού συνεργείου, να προβεί άμεσα στην εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, καθόσον έπρεπε να. εγκατασταθεί στον ήδη υφιστάμενο χώρο ένα μηχάνημα, το οποίο η εταιρεία είχε παραλάβει ενωρίτερα από τον προκαθορισμένο χρόνο και το συνεργείο των Γερμανών τεχνικών ανέμενε να το τοποθετήσει. Οι εργασίες ξεκίνησαν στις 6-11-2004 ημέρα Σάββατο, μολονότι είχαν προγραμματιστεί για τη Δευτέρα 8-11-2004, παρά δε τις σαφείς εντολές και υποδείξεις που είχαν δοθεί από τον τεχνικό ασφαλείας της επιχείρησης Ν. Μ. (δεύτερο κατηγορούμενο) να χρησιμοποιηθούν μεταλλικό, ικριώματα προκειμένου να τοποθετηθεί με ασφάλεια το διαχωριστικό παραπέτασμα, ο τέταρτος κατηγορούμενος, ο οποίος προΐστατο ως προελέχθη των εργασιών, υπέδειξε στο Ν. Λ., για να μην υπάρξει καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου να τοποθετήσει το προαναφερθέν συνθετικό παραπέτασμα χρησιμοποιώντας ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (κλάρκ), που εκείνη τη στιγμή χειριζόταν ο εργαζόμενος στην επιχείρηση τρίτος κατηγορούμενος Δ. Κ., ο οποίος δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια χειρισμού ανυψωτικού μηχανήματος. Ο Ν. Λ. τοποθέτησε μία παλέτα στις περόνες του κλάρκ, ανέβηκε σε αυτή, ανυψώθηκε σε ύψος 4 μ. περίπου και στην προσπάθεια του να τοποθετήσει το παραπέτασμα υποχώρησε η παλέτα από τις περόνες του κλάρκ και ο ανωτέρω έπεσε από αυτό στο δάπεδο με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα επιγονατίδας και φτέρνας. Το ατύχημα οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των ανωτέρω δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι όντας υπόχρεοι λόγω της υπηρεσίας και του επαγγέλματος τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ο μεν Μ. Π. έδωσε εντολή στον παθόντα να, εκτελέσει την εργασία με την χρήση περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος, ο δε Δ. Κ. ανέλαβε το χειρισμό του ανωτέρω μηχανήματος μολονότι δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια, αν και αμφότεροι είχαν τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες τους να προβλέψουν και να αποφύγουν το επελθόν αποτέλεσμα. Συνυπαίτιος του ατυχήματος σε μεγάλο βαθμό είναι και ο παθών, ο οποίος λόγω της ιδιότητας του είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρία ώστε αφενός να γνωρίζει τον ασφαλή τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του ως μέσος συνετός εργαζόμενος του τομέα απασχόλησης του και αφετέρου να μπορεί να αντιληφθεί την επικινδυνότητα της ενέργειας στην οποία προέβη και να απέχει από αυτή. Αντίθετα καμία ποινική ευθύνη δεν βαρύνει τον πρώτο και τον δεύτερο των κατηγορουμένων, νόμιμο εκπρόσωπο και τεχνικό ασφαλείας της επιχείρησης αντίστοιχα. Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών είχε θέσει στη διάθεση του παθόντος φορτηγό αυτοκίνητο, μεταλλικές κλίμακες και όλα τα απαιτούμενα για τη μεταφορά, κατασκευή και τοποθέτηση οποιουδήποτε ικριώματος υλικά, τα οποία φυλάσσονταν σε χώρο που αυτός (παθών) είχε πρόσβαση, ώστε να προβεί στην απαιτούμενη για την ασφαλή εκτέλεση του έργου κατασκευή. Περαιτέρω είχε ορίσει ως επιβλέποντα μηχανικό του έργου τον Α. Μ., ο οποίος προΐστατο του οικοδομικού συνεργείου και είχε την ευθύνη για την τήρηση όλων των κανόνων ασφαλούς εκτέλεσης του έργου. Ο ίδιος (α ' κατηγορούμενος) εξάλλου δεν ήταν παρών κατά την εκτέλεση του έργου (ούτε άλλωστε υπείχε τέτοια υποχρέωση), ώστε να έχει τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες του να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα και να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την αποτροπή του. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο ο πρώτος είχε αναθέσει καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας είχε δώσει εγκαίρως όλες τις απαραίτητες οδηγίες για την ασφαλή τοποθέτηση του παραπετάσματος με τη χρήση κινητού μεταλλικού ικριώματος. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν αθώοι ο πρώτος και ο δεύτερος και ένοχοι ο τρίτος και ο τέταρτος των κατηγορουμένων της πράξης που τους αποδίδεται, απορριπτόμενων των προβληθέντων από τον τέταρτο των κατηγορουμένων αυτοτελών ισχυρισμών ως κατ'ουσίαν αβασίμων". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Κρήτης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 589/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1β, 28 και 314 παρ. 1 α', 315 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο άνω αιτιολογικό, αναφέρονται επαρκώς και ειδικώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που υπέπεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, εργαζόμενος στην επιχείρηση "Κρέτα Φάρμ ΑΒΕΕ", ως προϊστάμενος τεχνικού συνεργείου της εταιρείας, που είχε λάβει εντολή, κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στην επιχείρηση, να φροντίσει για την τοποθέτηση ενός διαχωριστικού συνθετικού παραπετάσματος, ύψους 5,5 μ., β) στο αιτιολογικό αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω εργατικό ατύχημα, η αιτία πτώσης στο δάπεδο από ψηλά του παθόντος εργάτη, το είδος της αμέλειας, ως μη συνειδητής αμέλειας. Επίσης, αναλύεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αποδείχθηκαν και προσδιορίζουν την αμέλεια αυτού, και δη ότι αυτός, από έλλειψη προσοχής που ήταν υπόχρεως, όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως προϊστάμενος τεχνικού συνεργείου της εταιρείας, έχοντας αναλάβει από την εταιρεία που εργαζόταν την υποχρέωση να φροντίσει για τη με ασφάλεια τοποθέτηση ενός διαχωριστικού συνθετικού παραπετάσματος από το δάπεδο έως την κορυφή του κτιρίου της εταιρείας αυτής, παρά τις σαφείς οδηγίες και υποδείξεις που του δόθηκαν από τον αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του τεχνικό ασφαλείας της ίδιας εταιρείας Ν. Μ., να χρησιμοποιήσει μεταλλικά κινητά προστατευτικά ικριώματα ασφαλείας, υπέδειξε στον εργαζόμενο στην ίδια εταιρεία Ν. Λ., να τοποθετήσει το συνθετικό παραπέτασμα, χρησιμοποιώντας ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα, χωρίς μάλιστα να κατέχει την απαιτούμενη άδεια χειρισμού τέτοιου ανυψωτικού μηχανήματος και χωρίς να λάβει ο αναιρεσείων τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα ο εργάτης Ν. Λ., τοποθετώντας μία παλέτα πάνω στο ανυψωτικό μηχάνημα στην οποία και ανέβηκε, όταν τον ανύψωσε ο άνω χειριστής του μηχανήματος σε ύψος 4μ. για να τοποθετήσει το παραπέτασμα, στην προσπάθειά του αυτή, λόγω υποχώρησης της παλέτας από τις περόνες του ανυψωτικού μηχανήματος και έλλειψης ικριωμάτων ή καλαθοφόρου οχήματος, έπεσε στο δάπεδο, υποστάς κάταγμα επιγονατίδας και φτέρνας, γ) αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της πτώσης και του επελθόντος τραυματισμού του παθόντος εργάτη, δ) αναφέρονται: 1) ο επιτακτικός κανόνας δικαίου (το άρ.15 ΠΚ), που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητάς του, ως προϊσταμένου του τεχνικού συνεργείου της εταιρείας και τις εντολές και οδηγίες που είχε λάβει από τον τεχνικό ασφαλείας της επιχείρησης, να τηρήσει τους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας και συγκεκριμένα να χρησιμοποιήσει μεταλλικά κινητά προστατευτικά ικριώματα ασφαλείας, για ασφαλή εκτέλεση του έργου τοποθέτησης του εν λόγω συνθετικού παραπετάσματος, πράγμα που αυτός αγνόησε και 2) οι συγκεκριμένες ενέργειες που ως εργαζόμενος στην άνω επιχείρηση πήρε εντολή να κάνει από τον τεχνικό ασφαλείας και που παρέλειψε, υποδεικνύοντας στον παθόντα εργάτη να ενεργήσει ως παραπάνω. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Έτσι, στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, το κλητήριο πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία και τη διάταξη του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την τιμωρεί (άρθρ. 28, 314 εδαφ. α ΠΚ). Όμως, όταν η αποδιδόμενη σε αυτόν αμέλεια δε συνίσταται απλά σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, οπότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του προαναφερθέντος άρθρου 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού, που προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί και συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, μπορεί να πηγάζει, όπως προαναφέρθηκε, α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην παραπάνω περίπτωση, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 314 εδαφ. α του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 παρ. 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός. Τα ίδια, σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ότι αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ. 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 1-11-2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και λοιποί τρεις συγκατηγορούμενοί του, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, προκειμένου να δικαστούν για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, αν και αυτοί είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος. Κατά την δικάσιμο της 8-10-2009, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πρόβαλε δια του συνηγόρου του αυτοτελή ισχυρισμό ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτόν ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους, α) ότι δεν αναφέρονταν σε αυτό τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιδίου να ενεργήσει για να αποτρέψει τον τραυματισμό του παθόντος και β) ότι περαιτέρω δεν προσδιοριζόταν σε αυτό ούτε ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική νομική υποχρέωσή του. Από την επισκόπηση του κλητηρίου αυτού θεσπίσματος προκύπτει, ότι τούτο, σε σχέση με την βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα (τέταρτο τότε) κατηγορούμενο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει και να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, κατά την περιγραφή της πράξης, που αποδίδεται σε αυτόν και τους λοιπούς τρεις συγκατηγορουμένους του, διέλαβε στο περιεχόμενό του, τα εξής: "Κατηγορούνται ως υπαίτιοι για το ότι: Στο ... του Δήμου ... και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης με την επωνυμία "Κρέτα Φαρμ ΑΒΕΕ", την 6η Νοεμβρίου του έτους 2004, από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη τους και προξένησαν σωματική βλάβη σε άλλο άνθρωπο. Ειδικότερα ο μεν πρώτος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως τεχνικός ασφαλείας, της επιχείρησης με την επωνυμία "Κρέτα Φαρμ ΑΒΕΕ", ενώ ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος και της προαναφερθείσας ιδιότητάς τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης των εργαζομένων στην ως άνω επιχείρηση και συγκεκριμένα δε φρόντισαν να εποπτεύσουν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και δεν έλαβαν τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα ώστε να χρησιμοποιηθούν από τους εργαζόμενους τα κατάλληλα μέσα προστασίας κατά την πραγματοποίηση των εργασιών τοποθέτησης συνθετικού παραπετάσματος σε ύψος 5,5 μέτρων, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο τραυματισμός τους, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας. Ειδικότερα αποτέλεσμα της ως άνω πλημμελούς επόπτευσης της τήρησης των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας καθώς και της μη χρησιμοποίησης των ενδεδειγμένων μέσων ανύψωσης προσωπικού (ήτοι δια της χρήσεως κατάλληλων μεταλλικών ικριωμάτων ή καλαθοφόρου οχήματος), υπήρξε η πρόκληση απλής σωματικής βλάβης στον εργαζόμενο στην ως άνω επιχείρηση, Ν. Λ. του Μ., ο οποίος και στην προσπάθεια του να τοποθετήσει το προαναφερθέν συνθετικό παραπέτασμα σε ύψος 5,5 μέτρων, ανυψώθηκε κατά ανεπίτρεπτο και παράνομο τρόπο (άρθρο 68 του Π.Δ. 1073/1981) από περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα, οδηγούμενο κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή από τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος και δεν κατείχε την απαιτουμένη άδεια χειρισμού ανυψωτικού μηχανήματος (Π.Δ. 31/1990) και κατόπιν σχετικής ρητής εντολής του τέταρτου κατηγορούμενου, ο οποίος επίσης εργάζεται στην ανωτέρω επιχείρηση, με άμεσο αποτέλεσμα να απολέσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος από ύψος περίπου τεσσάρων

(4)μέτρων. Συνακόλουθο αποτέλεσμα της προαναφερόμενης πτώσης του παθόντος, η οποία και υπήρξε απόρροια της προπεριγραφόμενης συγκλίνουσας αμέλειας των τεσσάρων κατηγορούμενων, ήταν ο τραυματισμός του καθόσον ο τελευταίος υπέστη κατάγματα επιγονατίδος και φτέρνας. Οι πράξεις αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 314 παρ.1α και 315 παρ.1β του ΠΚ, άρθρο 68 του ΠΔ 1073/1981 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 15, 16, 17, 18β, 26 παρ.1β, 28, 51, 53 και 79 ΠΚ". Ο εν λόγω προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, απορρίφθηκε με την με αριθ. 1821/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους τρεις συγκατηγορουμένους του ενόχους της αποδοθείσας σε αυτούς αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από συγκλίνουσα αμέλεια όλων, που τελέστηκε με παράλειψη, ως αποτέλεσμα, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, της συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος και δη λόγω εντολής που έδωσε στον παθόντα εργάτη να ανέλθει στο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα και να ανυψωθεί, ενώ χειριστής ήταν εργαζόμενος χωρίς σχετική άδεια χειρισμού τέτοιου οχήματος και χωρίς προηγουμένως να έχει λάβει ο αναιρεσείων, που προϊστατο του τεχνικού συνεργείου της επιχείρησης, τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που του υπέδειξεν ο αθωωθείς στο δεύτερο βαθμό συγκατηγορούμενός του τεχνικός ασφαλείας της ίδιας εταιρείας Ν. Μ. (άρθρα 15, 28, 314 εδαφ. α ΠΚ). Κατά της αποφάσεως αυτής, ο νυν αναιρεσείων (τέταρτος κατηγορούμενος), άσκησε έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη του νομοτύπως προβληθέντος στο πρωτόδικο δικαστήριο ισχυρισμού του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, κατά το άρθρ. 321 παρ 1 και 4 του ΚΠΔ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 589/2012 απόφασή του, με το προπαρατεθέν γενικό επί της ενοχής αιτιολογικό, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, που από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εκκαλών - νυν αναιρεσείων δεν τον επανέφερε στο ακροατήριο του Εφετείου, ως αβάσιμο, ενώ συμπεριέλαβε ειδικό αιτιολογικό απόρριψης ίδιου σχετικού ισχυρισμού ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που είχαν προβάλει και επαναφέρει στο Εφετείο, μόνον οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος Ε. Δ. και Δ. Κ.. Από το προπαρατεθέν κλητήριο θέσπισμα, προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του νυν αναιρεσείοντος τέταρτου στη σειρά κατηγορουμένου Μ. Π., να ενεργήσει για να αποτρέψει τον τραυματισμό του παθόντος εργάτη και προσδιορίζεται σε αυτό και ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική υποχρέωσή του, το αναφερόμενο ρητά σε αυτό άρθρο 15 του ΠΚ, που αναλύθηκε παραπάνω, τα μέτρα ασφαλείας που του υποδείχθηκαν και δεν έλαβε και η προηγούμενη συμπεριφορά του. Ήτοι, αποδιδόταν σε αυτόν, τέταρτο κατηγορούμενο, η αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από συγκλίνουσα, μη συνειδητή αμέλεια, όλων των κατηγορουμένων, που τελέστηκε με παράλειψη, ως αποτέλεσμα, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα (τέταρτο κατηγορούμενο), συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος και δη λόγω εντολής που έδωσε αυτός στον παθόντα εργάτη, να ανέλθει στο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα και να ανυψωθεί, ενώ χειριστής ήταν εργαζόμενος χωρίς σχετική άδεια χειρισμού τέτοιου οχήματος και χωρίς προηγουμένως να λάβει ο αναιρεσείων, που προϊστατο του τεχνικού συνεργείου της επιχείρησης, τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που του υπέδειξε ο συγκατηγορούμενός του τεχνικός ασφαλείας Ν. Μ.. Επίσης, από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου στο άνω επί της ενοχής προεκτεθέν αιτιολογικό του, προκύπτει ότι αιτιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος και αναφέρεται από πού πηγάζει αυτή. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, μη καλυφθείσα, λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και για αναιτιολόγητη απόρριψη του προβληθέντος σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 4/10-9-2012 αίτηση του Μ. Π. του Γ., περί αναιρέσεως της με αρ. 589/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.