← Ελλάδα

ΑΠ 412/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 412 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία. Περίληψη: Χρήση πλαστού εγγράφου. Στοιχεία εγκλήματος. Απορρίπτει λόγο αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ΑΡΙΘΜΟΣ 412/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαρακτινιώτη, περί αναιρέσεως της 1207/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 649/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού της, αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στην Αθήνα στις 19-3-1999 χρησιμοποίησε εν γνώσει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η μηνύτρια εταιρεία, με την επωνυμία "..... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ......, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο μάρτυρας Γ1, έχουσα ως αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία κυτίων εκ χάρτου και χαρτοκυτίων, είχε συναλλαγές με την εταιρεία ".......... ΕΠΕ", η οποία έχει ως αντικείμενο την εμπορία, παραγωγή και εν γένει εκμετάλλευση τηλεοπτικών και κινηματογραφικών ταινιών, καθώς και βιντεοταινιών, και της οποίας μέλος είναι η κατηγορουμένη Χ
  2. Στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των ανωτέρω εταιρειών, η μηνύτρια εκτέλεσε παραγγελίες της .......... ΕΠΕ, δηλαδή προέβη σε κατασκευή κυτίων, για τις οποίες εξέδωσε κατά μήνα Ιανουάριο και Φεβρουάριο 1999 τιμολόγια-δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 5.131.639 δραχμών. Για την πληρωμή μέρους των τιμολογίων αυτών η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε την υπ' αριθ. ...... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 3.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα στις 19-3-1999 οπισθογράφησε υπέρ της μηνύτριας εταιρείας την παραπάνω επιταγή, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ...... λογαριασμού, που εκδόθηκε από τον Ζ1, νόμιμο εκπρόσωπο της ΟΕ ".......... ΟΕ", σε διαταγή της ιδίας και της οποίας η κατηγορουμένη έγινε κάτοχος δι' οπισθογραφήσεως. αν και γνώριζε ότι η εκδότρια εταιρεία ήταν ανύπαρκτη, δεδομένου ότι ο μεν αναγραφόμενος στη φερόμενη ως σφραγίδα της ΑΦ Μ δεν αντιστοιχεί, ο δε λογαριασμός στον οποίο συρόταν η επιταγή δεν ανήκε σε εταιρεία με αυτά τα στοιχεία, προέβη δε η κατηγορουμένη στην πράξη αυτή, δηλαδή στην οπισθογράφηση της επιταγής υπέρ της εγκαλούσας εταιρείας, με σκοπό να δημιουργήσει την εντύπωση στους αρμόδιους υπαλλήλους της μηνύτριας εταιρείας, στους οποίους την παρέδωσε δια χειρών του υιού της Χ, ότι πρόκειται για έγκυρη επιταγή. ... Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της χρήσης πλαστού εγγράφου...". Εξάλλου, από το διατακτικό της ίδιας ως άνω αποφάσεως προκύπτει ότι κηρύχθηκε η ίδια ως άνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχη για το ότι "Στην Αθήνα την 19η Μαρτίου 1999 χρησιμοποίησε εν γνώσει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο οπισθογράφησε υπέρ της ήδη εγκαλούσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με τον διακριτικό τίτλο "......... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ....... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γ1, την με αριθμό ...... επιταγή πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σε χρέωση του με αριθμό ......... λογαριασμού, που εκδόθηκε την 30-6-1999 από τον Ζ1 νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "........ ΟΕ" σε διαταγή τα ίδιας για δραχμές τρία εκατομμύρια (3.000.000) γνωρίζοντας ότι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία είναι ανύπαρκτη, δεδομένου ότι ο μεν αναγραφόμενος στη φερόμενη ως σφραγίδα της ΑΦΜ δεν αντιστοιχεί, ο δε λογαριασμός στον οποίο συρόταν η επιταγή δεν ανήκει σε εταιρεία με αυτά τα στοιχεία, με σκοπό να δημιουργήσει την εντύπωση στους αρμόδιους υπαλλήλους της υπέρ ης η οπισθογράφηση εταιρείας, ότι πρόκειται για έγκυρη επιταγή. Την επιταγή αυτή την παρέδωσε στους υπαλλήλους της υπέρ ης η οπισθογράφηση εταιρείας, δια χειρών του υιού της Χ. Με αυτά που δέχθηκε στην προκειμένη περίπτωση το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται στην απόφαση αυτή όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η ήδη αναιρεσείουσα Χ1, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 § 2 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι τυπική όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Έχει η προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το δόλο της αναιρεσείουσας, αφού αιτιολογείται επαρκώς στο σκεπτικό και στο διατακτικό της, αφενός μεν η γνώση της ότι ήταν πλαστή η υπ' αριθμ. ....... τραπεζική επιταγή, και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων αυτή (γνώση) στηρίζεται, (μη αντίστοιχος Α.Φ.Μ, λογαριασμός που δεν ανήκει στην εταιρεία), την οποία (επιταγή) οπισθογράφησε η ίδια και την παρέδωσε δια των χειρών του υιού της Χ στους υπαλλήλους της εταιρείας ....... ΕΠΕ, αφετέρου δε ο σκοπός της να παραπλανήσει με τη χρήση της πλαστής αυτής επιταγής, τους τελευταίους ως προς το ότι ήταν δήθεν γνήσια και έγκυρη η ως άνω πλαστή επιταγή. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση πως οπισθογράφησε αυτή την επίδική επιταγή και ότι την παρέδωσε δια χειρός του υιού της στην εκκαλούσα εταιρεία, όπως και το γεγονός ότι ήταν ανύπαρκτη η επιχείρηση που φερόταν ότι την είχε εκδώσει είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίκληση των ως άνω λόγων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 23 Μαρτίου 2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1207/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.