Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 413 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Έννοια. Στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 191/2010, ΑΠ 2005/2009, ΑΠ 173/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Επί ψευδορκίας για την πληρότητα πρέπει να αναφέρονται ποια τα ψευδή, ποια τα αληθινά και από πού γνώριζε ο κατηγορούμενος τα αληθινά, δηλ. ότι τελούσε σε γνώση της αναληθείας, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συμπέρανε τούτο το Δικαστήριο. Επί ψευδούς καταμηνύσεως πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης (ΑΠ 962/2008, ΑΠ 806/2001). Καταδικαστική για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα απόφαση χωρίς να αναφέρονται τα αληθή και να αιτιολογείται, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, η γνώση της αναληθείας από τις κατηγορούμενες, ως και η γνώση του ψευδούς της μηνύσεως. Δεκτός πρώτος λόγος και πρόσθετος λόγος ελλείψεως αιτιολογίας. Αναιρεί. Παύει οριστικά για ψευδή καταμήνυση και μερικότερη πράξη ψευδορκίας λόγω παραγραφής. Παραπέμπει για λοιπές πράξεις ψευδορκίας. Αριθμός 413/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτόπουλο, για αναίρεση της 916, 917, 918/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, ως και στο από 29 Δεκεμβρίου 2009, δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1258/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για ψευδή καταμήνυση πρέπει να εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποβολή της μήνυσης ή της αναφοράς ενώπιον της αρχής, την καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, την γνώση της αναλήθειας των καταγγελλόμενων περιστατικών από το δράστη και τον σκοπό αυτού να προκληθεί καταδίωξη του ψευδώς καταγγελλόμενου προσώπου, ενώ επί καταδίκης για ψευδορκία πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται τα ψευδή και τα αληθή περιστατικά και από που προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα αληθινά, δηλαδή ότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας και να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην περί τούτου κρίση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες στις αναιρεσείουσες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και κατ εξακολούθηση ψευδορκίας (πρώτη) και ψευδορκίας (δεύτερη): Οι κατηγορούμενες και η μηνύτρια είχαν αντιδικία πολλών ετών σχετικά με τα όρια των όμορων ιδιοκτησιών τους στη ..., συνεπεία των οποίων έχουν ασκηθεί εκατέρωθεν πολλές αγωγές και μηνύσεις. Την 23-2-2000 εκδικάσθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Ναυπλίου υπόθεση με κατηγορουμένη την νυν κατηγορουμένη Χ2 για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, με την οποία η τελευταία κρίθηκε ένοχη για τις πράξεις αυτές. Συγκεκριμένα στην ψευδή καταμήνυση κατά της νυν μηνύτριας και αντιστοίχως στην ψευδορκία για τις οποίες κρίθηκε ένοχη η νυν κατηγορουμένη ανεφέροντο ότι η νυν μηνύτρια την 5-10-94 προέβη στην καταστροφή του στηθαίου που βρισκόταν στη νοτιοανατολική πλευρά της κειμένης στη θέση ... της ..., ιδιοκτησίας της, σπάζοντας αυτό σε μήκος 1,5 μέτρο περίπου, έτσι ώστε τμήμα αυτού να αποχωρισθεί από το υπόλοιπο, ενώ στη συνέχεια το τμήμα αυτό διαμόρφωσε, διαπλατύνοντάς το με τσιμέντο κατά 8 περίπου πόντους, με συνέπεια το πλάτος του να φθάσει τους 22 πόντους από 14 πόντους που ήταν αρχικά και να μην παρουσιάζεται πλέον ομοιόμορφο με το υπόλοιπο, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 232/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, όπως επίσης ότι κάτω από το στηθαίο και στην οπή που σχηματίζεται λόγω της διέλευσης του χωμάτινου υδραύλακος σε μήκος 1,5 μέτρο περίπου προς τη νοτιοανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας της νυν κατηγορουμένης είχε τοποθετήσει η νυν μηνύτρια πέτρες και τούβλα που είχε συνδέσει στερεώς με το στηθαίο, χρησιμοποιώντας τσιμέντο και ότι επί πλέον στη βόρεια όχθη του χωμάτινου υδραύλακος και σε μήκος 5 μέτρων από το ανατολικό άκρο αυτού προς δυσμάς έσκαψε αυτό και αφαίρεσε (η νυν μηνύτρια) το χώμα, με αποτέλεσμα να δια-πλατυνθεί η γράνα κατά 40 πόντους περίπου και να κινδυνεύσει η στατικότητα του στηθαίου στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ εγνώριζε ότι όλα τα καταγγελθέντα ήταν ψευδή. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προαναφερθείσας υπ' αριθμούς 199/2000 και 200/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ναυπλίου προσεκόμισε, μεταξύ άλλων, η κατηγορουμένη Χ2 την υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια της νυν μηνύτριας Ψ. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου δεν προσεβλήθησαν ως πλαστά, και επομένως αποδεικνύουν κατ' άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠολΔ όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, δηλαδή ότι η νυν κατηγορουμένη προσεκόμισε την ανωτέρω άδεια. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η υπ' αριθμόν Ψ οικοδομική άδεια έχει ανακληθεί με την υπ' αριθμόν ... απόφαση της Πολεοδομικής Υπηρεσίας ..., επειδή στηρίχθηκε σε εσφαλμένο ως προς τις διαστάσεις τοπογραφικό διάγραμμα... Ακολούθως η νυν κατηγορουμένη υπέβαλε την από 12-10-2001 μήνυση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης κατά της νυν μηνύτριας, στην οποία εξέθετε ότι η τελευταία "προσεκόμισε και κατέθεσε την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια, εκδοθείσα από την Πολεοδομία ..., ήδη ανακληθείσα, πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το πιο πάνω δικαστήριο. Το νοθευμένο αυτό έγγραφο ενσωματώθηκε στη δικογραφία της δίκης επί τής οποίας εξεδόθη η υπ' αρ. 199-200/2000 ανωτέρω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκα...". Με αφορμή την μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης σε βάρος της νυν μηνύτριας για πλαστογραφία μετά χρήσεως και για απάτη επί δικαστηρίου. Επί της μηνύσεως αυτής εξεδόθη το υπ' αριθμόν 22/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Σπάρτης, με το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της νυν μηνύτριας για τις πράξεις αυτές. Περαιτέρω ο Αντιεισαγγελέας του Εφετείου Ναυπλίου άσκησε έφεση κατά του ανωτέρω βουλεύματος επί της οποίας εξεδόθη το υπ' αριθμόν 208/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση και επικυρώθηκε το υπ' αρ. 22/2003 βούλευμα που απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της Ψ (νυν μηνύτριας για τις πράξεις της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως και της απάτης επί δικαστηρίου. Αντιστοίχως η Ψ λόγω της ανωτέρω μηνύσεως και των αντιστοίχων ενόρκων καταθέσεων των νυν κατηγορουμένων υπέβαλε μήνυση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Οι κατηγορούμενες τέλεσαν η μεν πρώτη την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, η δε δεύτερη της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως οι πράξεις αυτές αναλυτικά αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Ειδικότερα όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμόν 119 και 200/2000 αποφάσεως του Εφετείου Πλημ/των Ναυπλίου την οικοδομική άδεια της Ψ προσεκόμισε η ίδια η κατηγορουμένη Χ2, έτσι δε είχε κριθεί αμετάκλητα και με τα προαναφερθέντα υπ' αριθμούς 22/2003 και 208/2003 βουλεύματα. Εξάλλου η υπόθεση που εκδικάσθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου την 23-2-2000 αφορούσε σπάσιμο τοιχείου σε μήκος 1,5 μ. και ακολούθως διαπλάτυνση του κατά 8 εκατοστά ώστε να μην παρουσιάζεται πλέον ομοιόμορφο με το υπόλοιπο, σύμφωνα με την υπ' αρ. 232/94 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, και σκάψιμο υδραυλικά και αφαίρεση χώματος με αποτέλεσμα να διαπλατυνθεί η γράνα κατά 40 εκατοστά, πράξεις που εφέρετο να έκανε η Ψ, και τις αναφερόμενες σε αυτές πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας, δηλαδή κατ' ουδένα τρόπο η προσκομιδή και κατάθεση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας θα μπορούσε να επιδράσει στην έκβαση της ανωτέρω δίκης. Εξάλλου πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η οικοδομική άδεια είχε ανακληθεί από το έτος 1990 ακριβώς επειδή στηρίχθηκε σε εσφαλμένο ως προς τις διαστάσεις τοπογραφικό διάγραμμα. Πλέον τούτων χαρακτηριστικό είναι ότι η μηνύτρια Ψ ουδεμία μνεία έκανε στη κατάθεσή της την 23-2-2000, ακριβώς επειδή δεν προσεκόμισε και δεν κατέθεσε αυτή την οικοδομική άδεια και ουδεμία επιρροή θα είχε στη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου η άδεια αυτή, ούτε άλλωστε γίνεται στο σκεπτικό της υπ' αριθμόν 119, 200/2000 απόφασης οποιαδήποτε μνεία αυτής της άδειας, και κατ' ακολουθίαν η καταδικαστική απόφαση εις βάρος της πρώτης κατηγορουμένης ουδεμία σχέση έχει με την άδεια αυτή. Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε η μηνύτρια Ψ, όπως εκρίθη αμετάκλητα με τα ανωτέρω υπ' αριθμούς 22/2003 και 208/2009 βουλεύματα, δεν ετέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης επί δικαστηρίου, πράξεις σχετιζόμενες όπως προαναφέρθηκε με την κατάθεση της ανωτέρω άδειας στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου την 23-2-
- Εκτός αυτών οι προσθήκες λέξεως και αριθμών στην ανωτέρω οικοδομική άδεια ξεχωρίζουν και διαφοροποιούνται απόλυτα από το αρχικό γνήσιο περιεχόμενο της άδειας με γυμνό οφθαλμό και κατ' ουδένα τρόπο θα μπορούσαν οι προσθήκες αυτές να θεωρηθούν περιεχόμενο της επίμαχης οικοδομικής άδειας, δηλαδή ήταν τόσο κραυγαλέα η εκ των υστέρων προσθήκη τους, ώστε να αποκλείεται η παραπλάνηση οποιουδήποτε για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω είναι μεν αληθές ότι με την υπ' αριθμόν 602/2009 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου διετάχθη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί το αδίκημα της πλαστογραφίας της οικοδομικής άδειας από την Ψ και διεξήχθη αυτή από την πραγματογνώμονα γραφολόγο ... Η τελευταία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσθήκες στην άδεια έχουν γίνει από την Ψ. Όμως, όπως ρητώς αναγράφεται στην έκθεση του γραφολόγου ... που προσεκόμισε η ανωτέρω (Ψ), η πραγματογνωμοσύνη έγινε βάση φωτοτυπίας και όχι επί του πρωτοτύπου της υπό έλεγχο γραφής, πρακτική η οποία "αντιτίθεται πλήρως στα διεθνώς διδασκόμενα και διεθνώς αποδεκτά από τη δικαστική γραφολογία". Άλλωστε εάν ήθελε να επηρεάσει τη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου με την κατάθεση της ανακληθείσας και παραποιημένης άδειας η Ψ θα προσπαθούσε να μη διαφοροποιείται η προσθήκη από το αρχικό και γνήσιο περιεχόμενο της άδειας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία σχέση έχει ο γραφικός χαρακτήρας της προσθήκης με το γνήσιο περιεχόμενο. Επομένως τα αντίθετα αναγραφόμενα στην από 13-11-2001 μήνυση της πρώτης κατηγορουμένης κατατεθείσα στην ... ήσαν ψευδή, η κατηγορουμένη που η ίδια κατέθεσε την οικοδομική άδεια, γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτήν ήταν ψευδείς και ότι η μηνύτρια Ψ δεν είχε τελέσει τα αποδιδόμενα σ' αυτήν εγκλήματα και παρά ταύτα υπέβαλε την ψευδή καταμήνυση με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της ανωτέρω μηνύτριας. Επίσης στη ... η πρώτη κατηγορουμένη την 13-11-2001, ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μηνύτρια ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημ/κών Σπάρτης επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της μηνύσεως ως αληθές αν και τελούσε εν γνώση του ψεύδους του και στις 15-7-2002 εξετάσθηκε ενόρκως ως μηνύτρια ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης, κατέθεσε τα αναλυτικά στο διατακτικό αναγραφόμενα, τα οποία ήσαν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης στη Σπάρτη την 15-7-2002 κατέθεσε ενόρκως τα αναλυτικά στο διατακτικό αναγραφόμενα, τα οποία ήσαν ψευδή, και αυτή (δεύτερη κατηγορουμένη) τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Πρέπει λοιπόν "να κηρυχθούν ένοχες οι κατηγορούμενες, η μεν πρώτη για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, η δε δεύτερη κατηγορουμένη, αδελφή της πρώτης, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, κατά πλειοψηφία ένοχες τις κατηγορούμενες των ανωτέρω πράξεων και επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα
(9)μηνών στην πρώτη και έξι
(6)μηνών, στην δεύτερη, ποινές τις οποίες μετέτρεψε, προς πέντε
(5)€ ημερησίως. Ειδικότερα τις κήρυξε ένοχες του ότι : A.
- Στον ανωτέρω τόπο στις 13 Νοεμβρίου 2001 η πρώτη κατηγορουμένη Χ2 τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως καθώς εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την δίωξη του για αυτήν. Συγκεκριμένα, υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης την από 12-10-2001 μήνυση της στις 13-10-2001 σύμφωνα με την πράξη κατάθεσης (πλην όμως η αναγραφή της ημερομηνίας αυτής είναι εσφαλμένη, αντί της ορθής 13-11-2001, όπως προκύπτει από την αυθημερόν ένορκη εξέταση μηνυτή και επαλήθευση των στοιχείων της Εισαγγελίας) σε βάρος της μηνυτρίας Ψ, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Α01/1470 και στην οποία αναφέρει ότι η μηνύτρια τέλεσε σε βάρος της τα αδικήματα: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και β) της απάτης επί δικαστηρίου. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ψευδώς με την ανωτέρω μήνυση της ότι: (" ... Στις 23-2-2000, κατά την εκδίκαση της μηνύσεως της εναντίον μου, στο Τριμελές Πλημμελημάτων Ναυπλίου (δικάζοντος κατ' έφεσιν) προσκόμισε και κατέθεσε εκεί, την υπ' αριθμόν ... ήδη ανακληθείσα ... άδεια της πολεοδομίας ..., πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια, και με τον τρόπο αυτόν, παραπλάνησε το πιο πάνω δικαστήριο. Το νοθευμένο αυτό έγγραφο, ενσωματώθηκε στη δικογραφία της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η 199-200 απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκα ...". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδής και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι η νυν μηνύτρια δεν είχε τελέσει τα αποδιδόμενα σε αυτήν εγκλήματα. Παρά ταύτα την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της ανωτέρω μηνυτρίας).
- Στον ανωτέρω τόπο και στους κατωτέρω χρόνους η πρώτη κατηγορουμένη Χ2, τέλεσε με πρόθεση, με περισσότερες επιμέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, καθώς, ενώ εξετάστηκε περισσότερες φορές ένορκα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα: α) Στις 13-11-2001, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μηνύτρια κατ' άρθρα 218 και 219 Κ.Π.Δ. ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σπάρτης, επιβεβαίωσε το (υπό στοιχείο Α.1) περιεχόμενο της προαναφερθείσας μηνύσεως της ως αληθές, αν και ήταν ψευδές και τελούσε σε γνώση του ψεύδους του και β) Στις 15-7-2002 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μηνύτρια ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης κατά την διενέργεια προκαταρτικής εξέτασης επί της από 12-10-2001 μηνύσεως της κατά της νυν εγκαλούσης, κατέθεσε ψευδώς ότι: "Στην παραποιημένη και ανακληθείσα υπ' αριθμ. ... άδεια οικοδομής έχουν προστεθεί καινούρια πράγματα. Δηλαδή η μηνυόμενη προέκτεινε τα όρια του ακινήτου της μέσα στην ιδιοκτησία μας ... Ανατολικά επί πλευράς Α-Ζ επί της Ε.Ο. ...-... αναγράφει το στοιχείο 21,15 ... Επίσης εντός της ιδιοκτησίας μας αναγράφει διαστάσεις που δεν αναφέρονται στην ανακληθείσα άδεια ... επί της ίδιας ανατολικής πλευράς αναγράφει τα στοιχεία 50 και 1,
- Δυτικότερα δε το στοιχείο 1,73 και ακόμη δυτικότερα το στοιχείο 1,
- Επίσης έχει απεικονίσει οριογραμμή μέσα στην ιδιοκτησία μας ... η οποία ... δεν υπάρχει στο σκαρίφημα της ανακληθείσας αδείας ... Βορειότερα απ' αυτήν ... αναγράφει τη λέξη "επίδικο" καθώς και τις λέξεις "ιδιοκτησία Χ1 και Χ2" για να εμφανίσει ότι δήθεν εκεί ευρίσκεται το επίδικο παρουσιάζοντας δήθεν ως επίδικη την ιδιοκτησία μου ... χρησιμοποιεί την ήδη ανακληθείσα άδεια ενώπιον δικαστηρίου πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια και με βάση το νοθευμένο αυτό έγγραφο πέτυχε καταδικαστική σε βάρος μου απόφαση. Με βάση την ίδια ανακληθείσα άδεια έχει καταθέσει εις βάρος μας την από 4 Μαρτίου 2002 αγωγή της όπου αναφέρει διάσταση της ανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας της 21,70 μ. παρά το δεδικασμένο προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων ... σύροντας μας κακώς και αδίκως σε ... δικαστικούς αγώνες ...". Όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και η κατηγορούμενη τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Β) Κατά τον ανωτέρω τόπο, στις 15 Ιουλίου 2002 η δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 με πρόθεση τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης, κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης επί της από 12-10-2001 μηνύσεως της πρώτης κατηγορουμένης Χ2 κατά της νυν μηνυτρίας Ψ, κατέθεσε ψευδώς ότι: "... Το 1983 η μηνυόμενη πήρε οικοδομική άδεια από την Πολεοδομία ... με αριθμό ... αλλά περιελάμβανε και δικό μας έδαφος. Σε αυτήν και στο σκαρίφημα η ιδιοκτησία της φέρεται ότι έχει ανατολική πλευρά προς την οδό ...-... 21,70 μέτρα ενώ αυτή είναι 19,60 (9,10 + 10,50) σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια της και με το από 15 Δεκεμβρίου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... ... Δηλαδή εισήρχετο μέσα στο ακίνητό μας 2,10 μ. επί μήκους 30 μ ... Κατά την συνεδρίαση της 23-2-2000 ... αυτή προσεκόμισε και κατέθεσε την ανακληθείσα (... άδεια πλαστογραφημένη και παραποιημένη με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να πετύχει την καταδίκη της αδελφής μου ... η αντίδικος στην παραποιημένη και ανακληθείσα άδεια προέκτεινε τα όρια του ακινήτου της μέσα στην ιδιοκτησία μας κατά 1,10 μέτρα στην ανατολική πλευρά (πρόσοψη) 1,73 Δυτικά και 1,75 ακόμη Δυτικότερα, οριοθέτησε με γραμμή και έγραψε βορειότερα τη λέξη "επίδικο" και βορειότερα τις λέξεις "ιδιοκτησία Χ1 και Χ2" για να παρουσιάσει δήθεν ως επίδικη την ιδιοκτησία μας ... Με βάση την ανακληθείσα αυτή άδεια .. έχει καταθέσει εις βάρος μας την από 4 Μαρτίου 2002 αγωγή της όπου ... αναφέρει ότι η ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας της είναι 21,70 δηλαδή την ίδια διάσταση που αναφέρει στην ανακληθείσα άδεια. Μας ταλαιπωρεί και μας βασανίζει συνεχώς σύροντας μας στα Δικαστήρια αδίκως με αποτέλεσμα να υποβάλλει σε μεγάλα έξοδα και ψυχική οδύνη ...". Όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχες οι αναιρεσείουσες κατηγορούμενες. Ειδικότερα, με τις ως άνω παραδοχές της, η προσβαλλομένη δεν αναφέρει ποια ήσαν τα γνωστά στις αναιρεσείουσες αληθή περιστατικά, ούτε διευκρινίζει πως γνώριζαν την αναλήθεια αυτών περί των οποίων κατέθεσαν ως μάρτυρες, η δε πρώτη εξ αυτών και την αναλήθεια του περιεχομένου της από 13-11-2001 μηνύσεώς της κατά της Ψ, πολιτικώς ενάγουσας στην αναφερομένη ανωτέρω δίκη, στην οποία εκδόθηκε η καταδικαστική 199, 200/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η πρώτη αναιρεσείουσα και κατηγορουμένη στο δικαστήριο εκείνο, με την από 13-11-2001 μήνυση της κατάγγειλε την πολιτικώς ενάγουσα για τις πράξεις της απάτης στο Δικαστήριο και της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως, διότι, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι το όμορο ακίνητό της είχε μεγαλύτερο εμβαδό, προσκόμισε στην δίκη εκείνη την ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομικής Υπηρεσίας ..., την οποία είχε η ίδια νοθεύσει, ως προς τα όρια και τα μήκη πλευρών του ακινήτου της. Επί της μηνύσεως, μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για τις ανωτέρω πράξεις και την διενέργεια προανακρίσεως, εκδόθηκαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό τα ανωτέρω απαλλακτικά βουλεύματα. Επακολούθησε η υποβολή από την Ψ εγκλήσεως σε βάρος της πρώτης για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρος και σε βάρος της δεύτερης για ψευδορκία μάρτυρος, η οποία κατέληξε στην καταδίκη τους με την προσβαλλομένη απόφαση, για τις ανωτέρω πράξεις, όπως εξειδικεύονται στο διατακτικό αυτής. Στην αναιρεσειβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογείται το ψευδές της ανωτέρω από 13-11-2001 μηνύσεως ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) της οικοδομικής αδείας, με το οποίο συνδέεται και το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου και της γνώσεως του ψευδούς κατά τούτο περιεχομένου της από την πρώτη αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, αλλά και την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του 208/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, η απαλλαγή της Ψ δεν έγινε, διότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι την πλαστογραφία (νόθευση) της ... οικοδομικής αδείας την έκανε η ως άνω κατηγορουμένη στην υπόθεση εκείνη, αλλά διότι η νόθευση με τις αναφερόμενες στο βούλευμα προσθήκες ήταν τόσο προφανείς και καταφανείς οι εκ των υστέρων προσθήκες, ώστε να αποκλείεται η παραπλάνηση οποιουδήποτε για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ελλείψει του στοιχείου αυτού, να μη στοιχειοθετείται, αντικειμενικά, η διωκόμενη πράξη και υπό την εκδοχή ακόμη, την οποία δεν απέκρουσε το Συμβούλιο, ότι την νόθευση την είχε κάνει η εν λόγω κατηγορουμένη. Έτσι το Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση για απόρριψη της αντίθετης έφεσης του εισαγγελέα, με την οποία πλήττονταν μόνον το κεφάλαιο αυτό της κατηγορίας, καθόσον για το άλλο της απάτης επί Δικαστηρίου δεν εκκλήθηκε το απαλλακτικό και για τις δύο κατηγορίες πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικυρώθηκε. Αλλά και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε σαφή θέση επί του ζητήματος νοθεύσεως της αδείας, αλλά περιορίστηκε να παραθέσει το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διέταξε το Δικαστήριο με προηγηθείσα απόφασή του, η οποία διενεργήθηκε από την γραφολόγο ..., κατά το οποίο η νόθευση είχε γίνει από την ως άνω εγκαλούσα. Επίσης παραθέτει και τις επί της πραγματογνωμοσύνης παρατηρήσεις του γραφολόγου τεχνικού συμβούλου της ..., ο οποίος αμφισβητεί την ορθότητα του πορίσματος, διότι η πραγματογνώμονας εξέτασε, όχι το πρωτότυπο του φερομένου ως νοθευμένου εγγράφου, αλλά φωτοτυπία αυτού, πράγμα το οποίο αποδοκιμάζεται διεθνώς. Τα προεκτέθεντα, κατά την μειοψηφία της αποφάσεως, δημιουργούν αμφιβολίες περί υπάρξεως του υποκειμενικού στοιχείου του αμέσου δόλου στο πρόσωπο, το μεν της πρώτης κατηγορουμένης, για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, και τις δύο πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος που της αποδίδονται, τελεσθείσες με την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του εισαγγελέως του περιεχομένου της μηνύσεως, και με την ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρος στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε επί της μηνύσεως της, το δε της δεύτερης κατηγορουμένης, αδελφής της πρώτης, που εξετάσθηκε ενόρκως, στο πλαίσιο της ίδιας προκαταρκτικής εξετάσεως. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω το Δικαστήριο της ουσίας, ήταν, κατά μείζονα λόγο, υποχρεωμένο, να παραθέσει στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της γνώσεως των κατηγορουμένων - αναιρεσειουσών των αληθών περιστατικών, τα οποία και δεν αναφέρονται στην απόφαση και του ότι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των όσων και οι δύο κατέθεσαν ενόρκως, αλλά και περιέλαβε η πρώτη στην μήνυσή της και, κατόπιν αξιολογήσεως τους, να διαλάβει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του υποκειμενικού στοιχείου του αμέσου δόλου των ως άνω πράξεων, ο οποίος, όπως λέχθηκε ανωτέρω, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Συνεπώς, εφόσον δεν διέλαβε τέτοια αιτιολογία, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. ΙΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 γ' ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ (ΑΠΟλ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, οι πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και η μερικότερη πράξη ψευδορκίας μάρτυρα για τις οποίες καταδικάσθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος ( άρθρα 18, 224 παρ.2, 229 παρ.1 Π.Κ.), φέρονται δε ότι τελέσθηκαν στις 13-11-
- Έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (19-1-2010) παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως και ο μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να αναιρεθεί αυτή, οπότε παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και την μερικότερη πράξη τους εγκλήματος της ψευδορκίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς την μια μερικότερη πράξη ψευδορκίας της πρώτης αναιρεσείουσας και την πράξη της ψευδορκίας της δεύτερης απ αυτές που φέρονται τελεσθείσες στις 15-7-2002, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η σύνθεση από άλλους δικαστές, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 916, 917 και 918/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη σε βάρος της Χ2 του ότι:
- Στη ... στις 13 Νοεμβρίου 2001 τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως. Συγκεκριμένα υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημ/κων Σπάρτης την με φερομένη ημερομηνία συντάξεως 12-10-2001 και καταθέσεως 13-10-2001, πραγματικά όμως 13-11-2001, μήνυση σε βάρος της Ψ, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Α01/1470 και στην οποία αναφέρει ότι η ανωτέρω τέλεσε σε βάρος της τα αδικήματα: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και β) της απάτης επί δικαστηρίου. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ψευδώς με την ανωτέρω μήνυσή της ότι: "... Στις 23-2-2000, κατά την εκδίκαση της μηνύσεως της εναντίον μου, στο Τριμελές Πλημμελημάτων Ναυπλίου (δικάζοντος κατ' έφεσιν) προσκόμισε και κατέθεσε εκεί, την υπ' αριθμόν ... ήδη ανακληθείσα ... άδεια της πολεοδομίας ..., πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια, και με τον τρόπο αυτόν, παραπλάνησε το πιο πάνω δικαστήριο. Το νοθευμένο αυτό έγγραφο, ενσωματώθηκε στη δικογραφία της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η 199-200 απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκα ...". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδής και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι η νυν μηνύτρια δεν είχε τελέσει τα αποδιδόμενα σε αυτήν εγκλήματα. Παρά ταύτα την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της ανωτέρω μηνυτρίας.
- Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Συγκεκριμένα στις 13-11-2001, ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μηνύτρια κατ άρθρα 218 και 219 ΚΠΔ, ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημ/κων Σπάρτης, επιβεβαίωσε το ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιεχόμενο της προαναφερθείσας μηνύσεως της ως αληθές, αν και ήταν ψευδές και τελούσε σε γνώση του ψεύδους του. Παραπέμπει στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, την υπόθεση, για εκ νέου συζήτηση, κατά τις λοιπές πράξεις, για τις οποίες δεν έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη και δη για την υπό στοιχείο β' πράξη ψευδορκίας της πρώτης αναιρεσείουσας και την υπό στοιχείο Β' πράξη ψευδορκίας της δεύτερης απ αυτές Χ1, όπως περιγράφονται στο διατακτικό της αναιρεθείσης αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ