← Ελλάδα

ΑΠ 416/2008 — Έκδοση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 416 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Δέχεται την έφεση κατά τους τύπους και στην ουσία της. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση. Γνωμοδοτεί κατά της εκδόσεως στο Κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αριθμός 416/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποιν. Τμήμα- (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 και 21 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 Ρώσσου υπήκοου, ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που παρέστη στο ακροατήριο με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, κατά της υπ' αριθμ. 63/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 259/14-11-2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Μαρίας Θεοτοκά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 80/

  1. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και επικουρικώς να αναβληθεί η έκδοση απόφασης για να ερευνηθεί εάν έχει τελεστεί το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών και εάν έχει υποβληθεί έγκληση γι'αυτό. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., ''κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών (με την οποία αυτό γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως), επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και τον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών'', στην οποία, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος εκζητούμενου Χ1 Ρώσου υπηκόου, κατά της υπ' αριθμ. 63/2007 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του, στις Αρχές του κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας , ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως την 14.11.2007 (η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται δημοσιευθείσα, κατά το σχετικό πρακτικό, την 14.11.2007), ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία.
  3. Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατ'άρθρο 451 παρ.1 ΚΠΔ αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών. Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση θα εξετασθεί μόνον ως προς το βάσιμο των με αυτή προβαλλομένων λόγων.
  4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 του ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 21-5-1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.1242/1982 και εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεώς της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς τη Ρωσική Ομοσπονδία (Ρ.Ο.), αφού δεν καταγγέλθηκε ούτε από αυτή μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ (ΑΠ 293/2004 155/2000 και 2015/2001), ορίζει στα άρθρα 37 και 42 αυτής, τα εξής: Τα Συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαίως πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφός τους, για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των δύο συμβαλλομένων μερών, αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή βαρύτερη (37 παρ.1, 2 εδ.α'), 2) Η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συντάσσεται εγγράφως και να περιλαμβάνει α) την ονομασία του οργάνου από το οποίο προέρχεται η αίτηση, β) το κείμενο του νόμου του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση που χαρακτηρίζει την πράξη ως έγκλημα, γ) το ονοματεπώνυμο του προσώπου του οποίου ζητείται η έκδοση, πληροφορίες για την υπηκοότητά του, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του και άλλες πληροφορίες για το πρόσωπο του όπως και, αν είναι δυνατό, περιγραφή της εξωτερικής του εμφανίσεως, φωτογραφία και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, δ) εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας, εφόσον το έγκλημα προκάλεσε υλική ζημία (42 παρ.1), 3) Στην αίτηση εκδόσεως για άσκηση ποινικής διώξεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που διατάσσει προσωρινή κράτηση και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εγκληματική πράξη (42 παρ.2). 4) Το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση, δεν υποχρεούται να επισυνάψει στην αίτηση εκδόσεως τις αποδείξεις ενοχής του εκζητουμένου (42 παρ.3). Τέλος η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν.4165/1961 και από την άλλοτε 'Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) με νόμο, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 7/11/1966, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την ευδοκίμηση του αιτήματος για την έκδοση αλλοδαπού είναι να πληρούνται στην πράξη που του αποδίδεται ο όρος της διπλής εγκληματικότητας ή του διττού αξιοποίνου, σύμφωνα με τον οποίο (όρο) η έκδοση με σκοπό τη δίωξη ή την επιβολή ποινής μπορεί να λάβει χώρα μόνο εφόσον η πράξη αυτή είναι αξιόποινη με βάση τη νομοθεσία όχι μόνο του εκζητούντος αλλά και του εκζητουμένου κράτους. Κατά συνέπεια, η κρίση για το αν η συγκεκριμένη πράξη που αποδίδεται στο πρόσωπο, του οποίου ζητείται η έκδοση, είναι αξιόποινη με βάση το δίκαιο τόσο του εκζητούντος, όσο και του εκζητουμένου κράτους, προϋποθέτει την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών αφενός στον κανόνα δικαίου που επικαλείται το εκζητούν κράτος, αφετέρου σε κάποιον από τους κανόνες δικαίου που τυποποιούν εγκληματική συμπεριφορά στο δίκαιο του εκζητουμένου κράτους. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθέντος μάρτυρα του εκζητουμένου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεώς του, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν ο παραστάς εκζητούμενος και οι συνήγοροί του προφορικώς και με το ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφο υπόμνημά τους, προκύπτει ότι το κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. με έγγραφη αίτηση του αρμοδίου οργάνου του, που διαβιβάστηκε με την διπλωματική οδό, ζητεί την έκδοση του υπηκόου του Χ1 προκειμένου να δικασθεί, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, δηλαδή κλοπής ξένης περιουσίας μέσω εξαπάτησης και κατάχρησης εμπιστοσύνης ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από οργανωμένη ομάδα. Σε σχέση με την πράξη αυτή έχουν εκδοθεί από τις Δικαστικές Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας και συνυποβλήθηκαν με την αίτηση εκδόσεως, σε επίσημο αντίγραφο και επικυρωμένη μετάφραση, α') η από 17-2-2005 απόφαση άσκηση ποινικής δίωξης και ανάληψης προς διεκπεραίωση και η από 22-7-2005 απόφαση άσκησης δίωξης κατά κατηγορουμένου που εκδόθηκαν από τον Ανακριτή του Ανακριτικού Τμήματος της Ανακριτικής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Εσωτερικών του Νομού Τούλα Ρωσίας β) το από 4-4-2007 ένταλμα σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου Πριβοκζάλνι της πόλεως Τούλα Ρωσίας και γ) το κείμενο της διατάξεως του άρθρου 159 του ποινικού κώδικα της ΟΣΣΔ Ρωσίας το οποίο στην παράγραφο 4 αυτού προβλέπει και τιμωρεί την παραπάνω πράξη για την οποία ζητείται να δικασθεί ο εκζητούμενος με ποινή φυλάκισης πέντε έως δέκα ετών. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι ο εκζητούμενος κατηγορείται από τις Ρωσικές Αρχές ότι τέλεσε τις πιο κάτω πράξεις: Την 6-9-2001 η Εμπορική Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" υπέγραψε την πιστωτική σύμβαση υπ' αριθ. ..... με την ΕΠΕ ΠΚΦ "......" εκπροσωπούμενη από τον εκζητούμενο με αντικείμενο τη χορήγηση στην τελευταία πίστωσης ύψους έως 25.500.000 ρουβλίων, με προθεσμία μέχρι και την 22-7-2004, ενώ την ίδια ημέρα όλοι οι εταίροι της εταιρείας αυτής υπέγραψαν με την πρώτη (Τράπεζα) συμβάσεις υποθήκης των μεριδίων τους στο εταιρικό κεφάλαιο. Σύμφωνα με το κείμενο της σύμβασης υποθήκης ο "υποθηκευτής" αναλάμβανε την υποχρέωση κατά την περίοδο της σύμβασης υποθήκης να μην πραγματοποιεί εμπορικές πράξεις (ενέργειες) ως προς την περιουσία της εταιρείας και να τη διαχειρίζεται μόνο με έγγραφη συγκατάθεση της Τράπεζας, περιελάμβανε δε αυτή (περιουσία) έξι ακίνητα και συγκεκριμένα πρατήρια υγρών καυσίμων (κτίρια, εγκαταστάσεις, μηχανήματα και εξοπλισμός) σε διάφορες πόλεις του νομού Τούλα Ρωσίας. Την 1-11-2001 έγινε από την Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" η πρώτη κατάθεση στα πλαίσια της ως άνω πιστωτικής σύμβασης στο λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από τον εκζητούμενο ΕΠΕ ΠΚΦ "....." ύψους 15.000.000 ρουβλίων. Στις αρχές του 2002, διαπιστώνοντας την απουσία εκ μέρους της Τράπεζας του προβλεπόμενου από τους όρους της πιστωτικής σύμβασης ελέγχου των δραστηριοτήτων της εταιρείας και της χρήσης των πιστωτικών ποσών, αλλά και των περιορισμών εκ μέρους των κρατικών οργάνων σχετικά με τη διαχείριση των καθαρών ενεργητικών της εταιρείας, ο Διευθυντής της ΕΠΕ ΠΚΦ "......" (εκζητούμενος) επινόησε το εγκληματικό σχέδιο με στόχο την κλοπή των χρημάτων της Εμπορικής Τράπεζας "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" και εφαρμόζοντας μία σειρά χειρισμών με την ακίνητη περιουσία της πιο πάνω εταιρείας κατάφερε να εκμηδενίσει τα υποθηκευμένα μερίδια των εταίρων και το δικό του (65%) στο εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ ΠΚΦ "......". Υλοποιώντας τους εγκληματικούς του σκοπούς ο εκζητούμενος στις αρχές του 2002 εξέφρασε προς την ηγεσία της Εμπορικής Τράπεζας "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" το ενδιαφέρον του για την αύξηση της πίστωσης έως 25.500.000 ρούβλια. Η ηγεσία της Τράπεζας, λόγω των περιορισμών στην αύξηση του ορίου της πιστωτικής γραμμής δια μέσου συμπληρωματικών συμβάσεων, πρότεινε στον εκζητούμενο να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της εταιρείας από την πιστωτική σύμβαση υπ' αριθ. ..... της 6-9-2001 και να υπογράψει νέα πιστωτική σύμβαση με τους ίδιους όρους εξασφάλισης αλλά με μεγαλύτερο όριο πιστωτικής γραμμής. Με σκοπό την ανάληψη μεγαλύτερου ποσού πίστωσης υπό τους ίδιους συμφέροντες όρους και τη δημιουργία στην Τράπεζα της εντύπωσης του ευσυνείδητου πελάτη, .ο οποίος διαθέτει επαρκή οικονομική επιφάνεια και δυνατότητα να εκτελεί τις πιστωτικές του υποχρεώσεις ακόμη και πριν τη λήξη τους, ο εκζητούμενος την 14-2-2002 υπέγραψε με την ΕΠΕ Εμπορική Τράπεζα "ΡΩΣΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" τη σύμβαση υπ' αριθ. .... αγοραπωλησίας χρεογράφων, αντικείμενο της οποίας ήταν οι υποχρεώσεις της ΕΠΕ ΠΚΦ "......" με την υποχρέωση της τελευταίας Τράπεζας να αποδεχθεί να πληρώσει τα αναφερόμενα γραμμάτια, το δε ποσό της εν λόγω εμπορικής πράξης ανήλθε σε 15.000.000 ρούβλια. Στις 15-2-2002 η ΕΠΕ Εμπορική Τράπεζα "ΡΩΣΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", εκτελώντας τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση αρ. .... αγοραπωλησίας χρεογράφων της 14ης Φεβρουαρίου 2002, κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕ ΠΚΦ ".......", που είχε ανοιχθεί στην Εμπορική Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ", το ποσό των 15.000.000 ρουβλιών. Στις 15-2-2002 ο εκζητούμενος ανακοίνωσε στην ηγεσία της τελευταίας Τράπεζας ότι ήταν έτοιμος να εξοφλήσει με τα πιο πάνω χρήματα την οφειλή της εταιρείας από την πιστωτική σύμβαση ........ Στις 18-2-2002, έχοντας βεβαιωθεί ότι η ΕΠΕ ΠΚΦ "......" διαθέτει πόρους για την κάλυψη των υποχρεώσεων της από την πιστωτική σύμβαση αρ. ......, η Επιτροπή Πιστώσεων της Εμπορικής Τράπεζας "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" εξέτασε την αίτηση της ΕΠΕ ΠΚΦ "......" για τη χορήγηση πίστωσης ύψους 25.500.000 ρουβλίων για την περίοδο μέχρι και 22-7-2004 και στη συνέχεια στις 18-2-2002 ο εκζητούμενος υπέγραψε σύμβαση υποθήκης με την τελευταία Τράπεζα, με αντικείμενο το μερίδιο του ίδιου (65%) στο εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ ΠΚΦ "......", η αγοραία αξία των ακινήτων της οποίας εκτιμήθηκε στο ποσό των 42.660.500 ρουβλιών. Ακολούθως, στις 18-2-2002 η Εμπορική Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" υπέγραψε δια του νομίμου εκπροσώπου της την πιστωτική σύμβαση με αριθ. ..... με την ΕΠΕ ΠΚΦ "....." για τη χορήγηση πίστωσης προς ενίσχυση των κεφαλαίων κίνησης της εταιρείας για την περίοδο έως και 22 Ιουλίου. Έτσι, την 19-2-2002 οι υποχρεώσεις από την πιστωτική σύμβαση υπ' αριθ. ......είχαν πλήρως τακτοποιηθεί από τους συμβαλλομένους. Μετά ταύτα την 20-2-2002 στο λογαριασμό όψεως της ΕΠΕ ΠΚΦ "....", που είχε ανοιχθεί στην Εμπορική Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ", με βάση τη συμπληρωματική συμφωνία αρ. 1 της 18-2-2002 κατατέθηκαν τα ποσά της πρώτης δόσης της πιστωτικής σύμβασης αρ. ..... της 18-2-2002 ύψους 19.000.000 ρουβλιών. Από τα ποσά αυτά τα 15.003.000 ρούβλια στις 20-2-2002 μεταφέρθηκαν από το Διευθυντή της ΕΠΕ ΠΚΦ "....." στην ΕΠΕ Εμπορική Τράπεζα "ΡΩΣΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" προς εξόφληση του γραμματίου της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ ".....". Το υπόλοιπο ποσό των 3.997.0000 ρουβλίων στις 22-2-2002 κατατέθηκε στο λογαριασμό όψεως της "ΟΡΤΕΞ ΤΡΕΪΝΤΙΝΓΚ". Έχοντας υπόψη ότι η Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "...." κατέθεσε τα χρήματα της πρώτης δόσης από την πιστωτική σύμβαση αρ. ...... κατά δύο ημέρες αργότερα της ημερομηνίας της υπογραφής των συμβάσεων υποθήκης και της ημερομηνίας της υπογραφής της συμπληρωματικής συμφωνίας αρ. 1 της 18ης Φεβρουαρίου 2002 και για το λόγο αυτό επήλθε διαταραχή στον καθιερωμένο τρόπο της Τράπεζας να αποτυπώνει τις πράξεις εγγραφής των χορηγήσεων προς τους πελάτες, η ηγεσία της Εμπορικής Τράπεζας "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" στην προσπάθεια της να αποφύγει την εφαρμογή εναντίον της κυρώσεων εκ μέρους της Τράπεζας της Ρωσίας, πρότεινε στον έμπιστο πελάτη της Χ1 να γίνουν τυπικές αλλοιώσεις της ημερομηνίας της πιστωτικής σύμβασης και της συμπληρωματικής συμφωνίας. Στον Χ1., ο οποίος ανταποκρίθηκε θετικά στην παράκληση, οι υπάλληλοι της Εμπορικής Τράπεζας "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" εμφάνισαν προς υπογραφή από την Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "....." δύο αντίγραφα της πιστωτικής σύμβασης αρ. ..... και της συμπληρωματικής συμφωνίας αρ. 1 με ημερομηνία 20-2-2002 και με την υπογραφή των εξουσιοδοτημένων προσώπων της Τράπεζας. Μετά ταύτα ο εκζητούμενος, αφού παρέλαβε τις δύο παραλλαγές της ίδιας πιστωτικής σύμβασης με διαφορετικές ημερομηνίες (18-2-2002 και 20-2-2002) και χωρίς να επιστρέψει στην Τράπεζα τα υπογεγραμμένα από την Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "....." αντίτυπα της πιστωτικής σύμβασης αρ. ..... και της συμπληρωματικής συμφωνίας αρ. 1 με ημερομηνία 20-2-2002, ενισχύθηκε η πρόθεση αυτού (εκζητουμένου) να μην επιστρέψει τα ποσά της πίστωσης, δεδομένου ότι απέκτησε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τις απαιτήσεις της Τράπεζας. Ακολούθως, συνεχίζοντας να υλοποιεί τον εγκληματικό σκοπό του της κλοπής χρηματικών ποσών από την Εμπορική Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ", ο Διευθυντής της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "......" Χ1., καταχρώμενος της εμπιστοσύνης, τέλεσε μία σειρά προμελετημένων πράξεων και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο έως και το Μάιο του 2002 κατάρτισε συμβάσεις αγοραπωλησίας και μεταβίβασε στην ΕΠΕ "Ενεργόϊλσέρβις" τα έξι πρατήρια καυσίμων που ανήκαν στην Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "......". Σαν αποτέλεσμα τέλεσης από τον Χ1 των ανωτέρω εμπορικών πράξεων, η πραγματική αξία των μεριδίων της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ ".....", που υποθηκεύτηκαν για την εξασφάλιση της πιστωτικής σύμβασης αρ. ...... της 18ης Φεβρουαρίου 2002, μειώθηκε από 42.660.500 ρούβλια στο μηδέν, το μέγεθος των καθαρών ενεργητικών της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "......" οδηγήθηκε σε αρνητική τιμή, γεγονός που είχε ως συνέπεια την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία απόφαση για την εκκαθάριση της εταιρείας. Έτσι, μετά την ημερομηνία πώλησης του μεριδίου στο εταιρικό κεφάλαιο της "Ενεργόϊλσέρβις" και ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ ".......", δεν ήταν δυνατό να υλοποιηθούν οι οικονομικές δραστηριότητες της τελευταίας εταιρείας, εφόσον δεν υπήρχε πλέον η απαραίτητη για την άσκηση των οικονομικών δραστηριοτήτων της περιουσία. Επιπλέον, η πώληση της ακίνητης περιουσίας της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "....." σε κατώτερη τιμή, δηλαδή με ζημία, δεν επέτρεψε την εξασφάλιση των πιστωτικών υποχρεώσεων από την πιστωτική σύμβαση αριθ. ..... της 18-2-2002 κατά το σκέλος του βασικού χρέους και των τόκων της πίστωσης. Ακολούθως, συνεχίζοντας την υλοποίηση του εγκληματικού του σχεδίου με στόχο την κλοπή των χρηματικών ποσών της Εμπορικής Τράπεζας "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ" ο εκζητούμενος στην προσπάθεια του να αποκλείσει τη δυνατότητα διεκδίκησης από την Τράπεζα των πιστώσεων μέσω αστικής διαδικασίας, όπως προβλέπονταν με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των εταίρων της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "......", τέλεσε τις ακόλουθες εμπορικές πράξεις ως προς την ακίνητη περιουσία, η αξία της οποίας είχε υπολογιστεί κατά τη σύναψη συμβάσεων υποθήκης και συγκεκριμένα προέβη σε αγοραπωλησία των ανωτέρω έξι

(6)πρατηρίων καυσίμων, καταχωρώντας το Φεβρουάριο-Μάρτιο 2005 το δικαίωμα κυριότητας επί των πρατηρίων καυσίμων στο όνομα του και επίσης συνήψε συμβάσεις αγοραπωλησίας των ανωτέρω έξι
(6)πρατηρίων καυσίμων με την ΕΠΕ "ΠΑΡΚόιλ-Τούλα" το Μάιο του
  1. Οι αιτήσεις για την καταχώρηση της μεταβίβασης του δικαιώματος κυριότητας επί των ανωτέρω ακινήτων έχουν υποβληθεί από τους συμβαλλόμενους στο όργανο καταχωρήσεων. Σαν αποτέλεσμα των εγκληματικών ενεργειών του Διευθυντή της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "....." Χ1, οι οποίες αποσκοπούσαν τόσο στη μη επιστροφή του ποσού της πίστωσης που είχε αναληφθεί με βάση την πιστωτική σύμβαση αρ. ..... στις 18-2-2002 από την Εμπορική Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ", όσο και στην υποτίμηση των καθαρών ενεργητικών της Ε.Π.Ε. ΠΚΦ "......", τα οποία υποθηκεύτηκαν για την εξασφάλιση της εισπραχθείσας πίστωσης, η Εμπορική Τράπεζα "ΙΣΤ ΜΠΡΙΝΤΖ ΜΠΑΝΚ", στερήθηκε τη δυνατότητα να εισπράξει τα ποσά της πίστωσης δια μέσου της επιβολής κατάσχεσης επί της υποθηκευμένης περιουσίας. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ο Ανακριτής του Νομού Τούλα της Ρωσικής Δημοκρατίας έκρινε ότι ο εκζητούμενος διέπραξε απάτη δηλαδή κλοπή ξένης περιουσίας μέσω εξαπάτησης και κατάχρηση εμπιστοσύνης από οργανωμένη ομάδα ποσού 19.000.000 ρουβλίων πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται όπως αναφέρθηκε από τη διάταξη του άρθρου 159 παρ. 4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Από την παράθεση όμως των ως άνω πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο δεν στοιχειοθετούν το έγκλημα που προβλέπεται από το ανωτέρω άρθρο 159 παρ.4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα τη μόνη παράγραφο που προβλέπει ποινή φυλακίσεως άνω του έτους, σε αντίθεση με τις λοιπές παραγράφους του ιδίου άρθρου που προβλέπουν ποινές προστίμου ή φυλακίσεως έως δύο ετών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται πλην των άλλων στοιχείων η τέλεση της πράξεως από οργανωμένη ομάδα. Το στοιχείο όμως αυτό, δεν περιγράφεται στα ανωτέρω έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως, αφού η αξιόποινη συμπεριφορά που αποδίδεται στον εκζητούμενο περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στη δική του συμμετοχή χωρίς να γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε άλλον υπεύθυνο για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις .Αλλά και κατά το Ελληνικό ποινικό δίκαιο τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης δοθέντος ότι από τα προσημειωθέντα ως άνω στοιχεία της κατηγορίας δεν προκύπτει ότι ο εκκαλών προέβη σε παράσταση ψευδών γεγονότων ή άλλως σε πράξεις εξαπάτησης της Τράπεζας προκειμένου να χορηγηθεί στην εταιρεία "......" δάνειο αλλά ούτε και της υπεξαιρέσεως καθόσον το χρηματικό ποσό που δανείστηκε η παραπάνω εταιρεία και δεν το απέδωσε κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου είχε περιέλθει στην κυριότητα αυτής και δεν ήταν ξένο ως προς αυτή .Τα πραγματικά αυτά περιστατικά στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της καταδολίευσης δανειστών ή της παρακώλησης άσκησης δικαιώματος που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 397 και 399 Π.Κ., αντίστοιχα, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Συνακόλουθα η αξιόποινη πράξη όπως αποδίδεται στον εκκαλούντα δεν απειλείται με βάση τους κανόνες δικαίου της Ελλάδος με ποινή φυλακίσεως άνω του έτους .Κατά συνέπεια δεν συντρέχει το διττό αξιόποινο όπως αυτό απαιτείται από το άρθρο 37 της συμβάσεως δικαστικής αρωγής μεταξύ Ελλάδος και της άλλοτε Ε.Σ.Δ.Δ. και το άρθρο 2 παρ. 1 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως που θα παρείχε έδαφος για την έκδοση του εκκαλούντος, η δε πρωτόδικη απόφαση που αποφάνθηκε αντιθέτως, έσφαλε και πρέπει κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως να εξαφανισθεί και να γνωμοδοτήσει το παρόν Συμβούλιο κατά της εκδόσεως ως προς το προαναφερόμενο έγκλημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την έφεση κατά τους τύπους και στην ουσία της. Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 63/2007 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών . Γνωμοδοτεί κατά της εκδόσεως του ως άνω εκζητουμένου αλλοδαπού στο Κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, για την εγκληματική πράξη της απάτης, δηλαδή κλοπής (υπεξαίρεσης) ξένης περιουσίας μέσω εξαπάτησης και κατάχρησης εμπιστοσύνης ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από οργανωμένη ομάδα που φέρεται ότι τέλεσε σύμφωνα με το από 4-4-2007 ένταλμα σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου Tula Privokzalny Ρωσίας . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου
  2. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.