Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 417 / 2013 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση, Αγροφυλακή. Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη αγρονόμου για παθητική δωροδοκία και ψευδή βεβαίωση. Ν.Δ. 3030/1954 «περί Αγροφυλακής» και σχετικές αποφάσεις Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτ. Αττικής. Ορθή κρίση ότι ο αγρονόμος ήταν αρμόδιος να χορηγήσει βεβαίωση για τη νομιμοποίηση γεωτρήσεως. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 417/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 5485/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο Α. Κ. του Δ. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 835/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2001 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα (2.10.2006), ήτοι πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3666/2008, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, αντικειμενικώς, εκτός από την ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' του ΠΚ, και η εκ μέρους αυτού απαίτηση ή λήψη δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή τέτοιων ανταλλαγμάτων ή ωφελημάτων οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία δεν δικαιούται, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για ενέργεια ή παράλειψη μελλοντική και όχι τελειωμένη, η οποία ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στην υπηρεσία του ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, των ανωτέρω θεμελιωτικών της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος περιστατικών και τη θέληση να απαιτήσει, λάβει τα πιο πάνω οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα ή αποδεχθεί υπόσχεση παροχής αυτών, με περαιτέρω σκοπό (η πραγματοποίηση του οποίου δεν απαιτείται για την τυπική τέλεση του εγκλήματος) να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα ή αντίκειται σε αυτά. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, υπό την αυτή ως άνω έννοια, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι` αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 περ. α του ν.δ. 3030/1954 "περί Αγροφυλακής", ο αγρονόμος στην περιφέρειά του έχει όλες τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του διοικητή που αναφέρονται στα εδάφια α, β και ε του άρθρου 44 και είναι υπεύθυνος για την κατάσταση της αγροτικής ασφάλειας, την αστυνομία επί της αρδεύσεως και την καλή εφαρμογή του νόμου. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 22 της αποφάσεως 120/1998 του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής "περί τροποποιήσεως του Οργανισμού Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής" (ΦΕΚ 111/Β/1998), η Υπηρεσία Αγροφυλακής, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το ως άνω ν.δ. 3030/1954, όπως ισχύει, αποτελείται, στο Νομό, από τη Διεύθυνση Αγροφυλακής και τα Αγρονομεία Ασπροπύργου και Μεγάρων, έργο των οποίων είναι, μεταξύ άλλων, και ο έλεγχος και η επιβολή κυρώσεων σε όσους παραβιάζουν τις διατάξεις που αφορούν τα αρδευτικά ύδατα και την τήρηση των όρων λειτουργίας των γεωτρήσεων, καθώς και η άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, οι οποίες ορίζονται στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 15442/20.12.2005 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής (ΦΕΚ 1951/Β/30.12.2005), με την οποία τροποποιήθηκε και πάλι ο ως άνω Κανονισμός και η παλαιά Διεύθυνση Αγροφυλακής ονομάστηκε "Τμήμα Αγροφυλακής", υπαγόμενο στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με το ανωτέρω ν.δ. 3030/1954, όπως ισχύει, έχει έργο τη μέριμνα για την εφαρμογή των νόμων περί Αγροφυλακής και την επιμέλεια για τη λήψη των ενδεικνυόμενων και νόμιμων μέτρων για την παγίωση της αγροτικής ασφάλειας, καθώς και την άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, οι οποίες ορίζονται στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Στο εν λόγω Τμήμα υπάγονται τα λειτουργούντα Αγρονομεία Ασπροπύργου και Μεγάρων με έδρα τους ομώνυμους δήμους και όλες τις αρμοδιότητες που καθορίζονται ειδικότερα στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Και ναι μεν, κατά την αυτή διάταξη, οι τρόποι αρδεύσεως έχουν ανατεθεί στο Γραφείο Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Διευθύνσεως Αγροτικής Ανάπτυξης, όμως, από πουθενά δεν συνάγεται ότι, από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως αυτής, αφαιρέθηκε από τα Αγρονομεία η αρμοδιότητα της εποπτείας της τηρήσεως των όρων λειτουργίας των γεωτρήσεων και η επιβολή κυρώσεων για κάθε παράβαση. Αντιθέτως, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη που να υπάγει την αρμοδιότητα αυτή σε κάποιο άλλο γραφείο ή τμήμα της ως άνω Διευθύνσεως, θεωρείται ότι εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των Αγρονομείων, έστω και αν δεν αναφέρεται πλέον ρητώς στην τελευταία απόφαση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5485/2011 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παθητικής δωροδοκίας και ψευδούς βεβαιώσεως και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.