← Ελλάδα

ΑΠ 419/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 419 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Άρθρα 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509, 510 ΚΠΔ. Πότε ορισμένος ο λόγος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης διότι ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει και από την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται απαραδέκτως η ουσία. Αριθμός 419/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γεώργα, για αναίρεση της 2469/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1178/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή παράλειψη αναφοράς του τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου των αποδεικτικών αυτών μέσων ως και η παράλειψη συσχετίσεως και συγκρίσεως όλων αυτών μεταξύ των, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων (και βουλευμάτων), πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν είς τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους στα άρθρα 510 και 484 λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτως εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής εν σχέσει με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, εάν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, εν σχέσει με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2469/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, δια σωματική βλάβη εξ αμελείας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων, αφού αναφέρει τι απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντ., 139 ΚΠΔ για την ειδική αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως ως και την διάταξη του άρθρου 510 § 1 ΚΠΔ, δηλώνει, μετά, τα εξής: "Έχει κριθεί μάλιστα, νομολογιακά, όχι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως όταν αναφέρεται σε αυτήν ότι η τέλεση της πράξεως αποδείχτηκε "από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν νόμιμα" ενώ από την ακροαματική διαδικασία και από σχετικά έγγραφα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση στο σκεπτικό της απόφασης και συγκεκριμένα στη σελ. 10α αυτής αναφέρεται ότι: "... Η αντικανονική και ανασφαλής κατασκευή της ράμπας, συνίστατο στο ότι: α) ήταν επικαλυμμένη με ολισθηρές και εν μέρει σπασμένες γραμμωτές πλάκες και γ) στην περιφέρεια του επικαλύμματος υπήρχε τσιμεντένιο επίχρισμα επικλινές και υπερυψωμένο κατά τις δύο πλευρές". Από τις σχετικές όμως προσκομιζόμενες φωτογραφίες οι οποίες τέθηκαν σε γνώση του Δικαστηρίου, εμφαίνεται ότι δεν υπήρχαν σπασμένες γραμμωτές πλάκες αφ' ενός αλλά ούτε και ολισθηρή επιφάνεια καθ' όσον οι συγκεκριμένες πλάκες είναι αυτές οι οποίες χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, σε όλα τα πεζοδρόμια. Εξάλλου δεν υπήρχε επίχρισμα υπερυψωμένο από τις δύο πλευρές αλλά μόνο από την μία πλευρά, όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές προσκομιζόμενες φωτογραφίες. Πέραν των ανωτέρω, στην δικανική της κρίση η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει στην ίδια σελίδα ότι: "...κατ' αρχάς στο συγκεκριμένο σημείο δεν εκτελέστηκαν έργα κατασκευής ΜΕΤΡΟ, ούτε προέκυψε ότι η προαναφερόμενη κατάσταση της ράμπας προκλήθηκε ή επιβαρύνθηκε από φορτηγά...". Από την πλευρά μου, προσκόμισα στο Δικαστήριο συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην ένσταση - την οποία κατέθεσα εγγράφως στο ανωτέρω Δικαστήριο και ειδικότερα την υπ' αριθ. 15/12-6-2003 απόφαση και τα υπ' αριθ. 5090/2003 και 18658/2003 έγγραφα όπου ο συγκεκριμένος δρόμος, δηλαδή, τόσο η ... ήταν δρόμοι στους οποίους δραστηριοποιούνταν η εταιρεία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ με τους υπεργολάβους της προκειμένου να κατασκευάσει φρεάτιο στη συγκεκριμένη περιοχή πέραν των άλλων υποστηρικτικών του ΜΕΤΡΟ έργων τα οποία είχε αναλάβει. Εκτός όμως από τα ανωτέρω, η επίδικος απόφαση, αν και μνημονεύει ότι από την πλευρά της πολιτικής αγωγής τόσο στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και στο Δευτεροβάθμιο δεν προτάθηκαν μάρτυρες, αυθαίρετα μνημονεύει στη σελ. 10β ότι δήθεν "...είχαν γίνει επανειλημμένα τηλεφωνήματα από τον καταστηματάρχη της περιοχής ... προς όργανα του Δήμου ... για την επικινδυνότητα της ράμπας και για πτώσεις ατόμων εξ αιτίας της, χωρίς να υπάρξει καμία ενέργεια από μέρος του Δήμου", στηριζόμενη στην κατάθεση της συζύγου του μηνυτή Ψ2. Και ερμήνευσε εσφαλμένα την υπ' αριθ. 8969/21-4-2003 επιστολή μου προς την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ προς αποκατάσταση των πεζοδρομίων ότι δήθεν με την επιστολή αυτή αν και εστάλη η ανωτέρω επιστολή, "δεν θα αναιρούσε την υποχρέωση του Δήμου να μεριμνά για την κανονική και ασφαλή κατασκευή και κατάλληλη συντήρηση και επιδιόρθωση των πεζοδρομίων" παραβλέποντας την κατάθεση του Δημάρχου ... ως και του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών ... και τα σχετικά έγγραφα (επιστολές Δημάρχου στο ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ) που αποδείκνυαν ότι ο συγκεκριμένος χώρος ήταν έργο όπου δραστηριοποιούνταν η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ και μόνο χωρίς να υπάρχει καμία πρόσβαση στον Δήμο για να μπορέσει να μεριμνήσει για τα αναγκαία. Από όλο το σκεπτικό της προσβαλλομένης, εμφαίνεται ότι η αιτιολογία της είναι εντελώς ανεπαρκής γιατί για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει ν' αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τα έγγραφα, τους μάρτυρες, τη θέση των μαρτύρων, την έλλειψη προτεινόμενου μάρτυρα από την πλευρά της πολιτικής αγωγής για τα εξής: α) Το "τι" αποδείχθηκε, β) Το "από ποια" αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα και γ) Το "πώς" δηλαδή, με ποιες σκέψεις και ποιους συλλογισμούς το Δικαστήριο κατέληξε στην απόφασή του. Δηλαδή το Δικαστήριο θα έπρεπε να εκτιμήσει αφ' ενός τις σχετικές φωτογραφίες, αφ' ετέρου την αδυναμία του Δήμου να επέμβει το συγκεκριμένο χρόνο στο συγκεκριμένο χώρο και την έλλειψη αξιόπιστου μάρτυρα από την πολιτική αγωγή που θα επιβεβαίωνε αυτά τα οποία δήθεν ανέφερε η σύζυγος του παθόντα. Διότι είναι νομολογιακά γνωστό ότι το Δικαστήριο σχηματίζοντας την περί ενοχής πεποίθησή του είχε κατά νου ελλιπή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία όμως ούτε μνημονεύει, ούτε όταν τα μνημονεύει αυτά είναι αναντίστοιχα με τα πραγματικά, ούτε τα προσδιορίζει, ούτε τα αξιολογεί. Όμως η δικαστική κρίση είναι εξωστρεφής και όχι ενδόμυχη και ο Δικαστής δεν μπορεί να μονολογεί αλλά η απόφασή του πρέπει να είναι προϊόν έλλογης πεποίθησης (Κονταξή, Κωδ.Ποιν.Δικ. Γ' έκδοση ΙΙ, σελ. 2387). Από τα παραπάνω εμφαίνεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αφ' ενός είναι γενική και ανεπαρκής, αφ' ετέρου στα πραγματικά περιστατικά τα οποία μνημονεύει σε σχέση με το αποδεικτικό υλικό, δηλ. τις φωτογραφίες, τις καταθέσεις των μαρτύρων, και τα σχετικά έγγραφα, υπάρχει λαθεμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και αντίστοιχα ανεπαρκής και μη ειδική αιτιολογία". Ούτως όμως η κρινομένη αίτηση ουδεμία σαφή και ορισμένη αιτίαση περιέχει, εν σχέσει με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και δη ουδόλως προσδιορίζει εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή και ποίες οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις στην αιτιολογία της. Αντιθέτως, υπό την επίκληση του άνω λόγου, ο αναιρεσείων παραπονείται σαφώς για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εις όλη της την έκταση, στην αναίρεση ούτος επιχειρεί διάφορο εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, απαραδέκτως, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Μετά ταύτα η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 § 1, 513 § 1 ΚΠΔ), επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2469/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι
(220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.