Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 423 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, και άμεση συνεργεία σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι παντελώς αόριστοι, και η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. ΑΡΙΘΜΟΣ 423/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1268/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 8/14-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 08.09.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου Αθηνών, για αναίρεση της 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 του ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 του ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα ή στην απόφαση, και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτών, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 2 και 511 του ΚΠΔ, οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002, Ολ.ΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα ή την απόφαση, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το συμβούλιο ή το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το συμβούλιο ή το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτή (ΑΠ 862/2009, ΑΠ 635/2009, ΑΠ 201/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 08.09.2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 359/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα
(10)μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς και συντάχθηκε η 15/08.09.2009 έκθεση, στην οποία αναφέρονται, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "...ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.....για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους (λόγους): 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ" και 2) εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και για όσους άλλους λόγους πρόσθετους θα καταθέσει νομότυπα πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης". Με το περιεχόμενο αυτό, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας και χωρίς να μνημονεύεται η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε, ούτε να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής από την πληττόμενη απόφαση, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ως εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 08.09.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ.- Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του ΚΠΔ που προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ΚΠΔ και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και στοιχ. Ε' του ίδιου άρθρου για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στην απόφαση. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή, και αν υπάρχει μεν αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 511 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στην απόφαση, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 8/9/2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 359/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα
(10)μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Η αναίρεση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... έκθεση, διαλαμβάνει σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε, για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους λόγους: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το άρθρο 139 του ΚΠΔ, και 2) Εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και για όσους άλλους λόγους πρόσθετους θα καταθέσει νομότυπα πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης". Με το περιεχόμενο αυτό, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας και χωρίς να μνημονεύεται η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, ούτε να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής από την πληττόμενη απόφαση, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ως εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8/9/20 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ