← Ελλάδα

ΑΠ 43/2010 — Ψευδής καταμήνυση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 43 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ψευδής καταμήνυση. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Έννοια καταγγελόμενης αξιόποινης πράξης. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αριθμός 43/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)Χ1 του ... κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπινίκη Τσάτσαρη, για αναίρεση της με αριθμό 81/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ χήρα ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 340/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 επ.ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα είναι τετελεσμένο μόλις περιέλθει η μήνυση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου. Μόνον αν από αυτά που εκτίθενται στη μήνυση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την κατ' άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταγγελλόμενης πράξεως από οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Γ' λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες παραπονούνται κατά της προσβαλλόμενης 81/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες σε φυλάκιση τεσσάρων

(4)μηνών τον καθένα για ψευδή καταμήνυση από κοινού, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ κρίνοντας ότι θεμελιωνόταν στην προκείμενη περίπτωση έγκλημα ψευδούς καταμήνυσης, ενώ έδει να καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα, γιατί η αξιόποινη πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, την οποία είχε προσάψει στην εγκαλούσα με την φερόμενη ως ψευδή μήνυσή της, είχε ήδη παραγραφεί από 10.12.1998 και συνεπώς η από 13.3.2001 έγκλησή της δεν μπορούσε να οδηγήσει στην άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των καταμηνυθέντων με αυτήν. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που γίνεται προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη του επικαλούμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι η από 13.3.2001 έγκληση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε εν μέρει ως μη στηριζόμενη στο νόμο και εν μέρει ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της με την ΕΓ5.02/150/1 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας και την εκδοθείσα στη συνέχεια 22/2002 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση προσφυγής κατά της πρώτης των εγκαλουμένων. Επομένως, εφόσον δεν προέκυπτε από την ίδια την έγκληση ότι η πράξη δεν στηριζόταν στο νόμο και μάλιστα στο σύνολό της, αλλά παρέστη ανάγκη να διενεργηθεί προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση, το έγκλημα της ψευδούς αυτής καταμήνυσης υπήρξε τετελεσμένο μόλις υποβλήθηκε η έγκληση, ανεξαρτήτως του ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εγκαλουμένων και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή αλληλο-συμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν: "Οι κατηγορούμενοι, στη ... την 13-3-2001, από κοινού κατεμήνυσαν ενώπιον του εισαγγελέως πρωτοδικών Λάρισας την εγκαλούσα Ζ και την Ψ1 του, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη τους. Στη μήνυση τους αναφέρουν εν γνώσει ψευδώς τα ακόλουθα: "Κατά το χρονικό διάστημα από 29-9-98 έως και σήμερα, η πρώτη μηνυομένη, με άμεση συνεργεία της δεύτερης, την οποία και χρησιμοποιούσε ως μάρτυρα και η οποία προσδοκά άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, καθόσον εμφανίζεται και διό του συζύγου της στο ... και διατείνεται ότι το παρακάτω ακίνητο είναι δικό της, προσφέροντας το μάλιστα προς πώληση, εξαπάτησαν κατ' επανάληψη το δικαστήριο, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν την περιουσία μας, πείθοντας τα δικαστήρια, στην έκδοση των παρακάτω δικαστικών αποφάσεων, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Από του έτους 1950 έως και τον θάνατο του στις 3-12-1988, ο δικαιοπάροχος μας και πατέρας της πρώτης από εμάς, Β, κάτοικος εν ζωή ..., ενέμετο συνεχώς και αδιαλείπτως, διάνοια κυρίου, ένα οικόπεδο, έκτασης 523,21 τ.μ., ευρισκόμενο εντός του χωρίου ..., νυν Δήμου ..., που συνορεύει Ανατολικά και σε πλευρά τρ. μ. 18,70 με οικόπεδο πρώην κληρονόμων ... και σήμερα ιδιοκτησίας της πρώτης των κατηγορουμένων, Δυτικά και σε πλευρά τρ.μ. 28,30 με κοινοτικό και ήδη δημοτικό δρόμο, Βόρεια και σε πλευρά τρ. μ. 22,80 με ιδιοκτησία κληρονόμων ...και σε πλευρά τρ. μ. 25 με κοινοτικό και ήδη δημοτικό δρόμο, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν βάσει εκτάκτου χρησικτησίας. Στο οικόπεδο αυτό ο δικαιοπάροχος μας Β, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενεργούσε, διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδιάζουν στον πραγματικό κύριο, ήτοι το περιέφραξε με ξύλινους πασσάλους και με σύρμα, εμφύτευσε σ' αυτό οπωροφόρα δένδρα, το καλλιεργούσε με κηπευτικά, κατασκεύασε εντός αυτού, και στην νοτιανατολική πλευρά του, στάνη (μανδρί) για τα αιγοπρόβατα του, στην νοτιοδυτική πλευρά του, τον Μάιο του 1965, κατασκεύασε γεωργική αποθήκη από τσιμεντόλιθους, εμβαδού 16 τ.μ. περίπου. Από του έτους 1980 και μετέπειτα μέχρι τον θάνατο του, στις 3-12-1988, ο δικαιοπάροχός μας Β, εξαιτίας της απώλειας της οράσεώς του, το ανωτέρω οικόπεδο το νεμόταν και το κατείχε από κοινού με την πρώτη από εμάς Χ1, η οποία και συνέχισε τις ανωτέρω πράξεις νομής και κατοχής για λογαριασμό του και μετά τον θάνατο του για αποκλειστικά δικό μου λογαριασμό, διάνοια κυρίου. Κατά τον τρόπο αυτό του ανωτέρω οικοπέδου η πρώτη από εμάς Χ1 κατέστην κυρία, νομέας και κάτοχος, βάσει της κληρονομικής διαδοχής του Β, του οποίου ήμουν και η μοναδική κληρονόμος, συνταχθείσης για την αιτία αυτή και της υπ' αριθ. ... Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας Παντελή Γ. Παπαγεωργιου, μεταγραφείσης νομίμως στον τόμο 23 με αριθμό 226 του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Το ανωτέρω οικόπεδο η πρώτη από εμάς Χ1, στις 11-3-1991 το παραχώρησα κατά νομή, κατοχή στον δεύτερο από εμάς Χ2 και στην συνέχεια για την αιτία αυτή στις 25-7-1996, συντάχθηκε το υπ' αρ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής, ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας, Παντελή Γ. Παπαγεωργίου, μεταγραφέντος νομίμως στον τόμο 28 με αριθμό 192 του βιβλίου μεταγραφών του Υποθη-κοφυλακείου ..., καθιστάμενος κατά τον τρόπο αυτό κύριος του ανωτέρω οικοπέδου. Ειδικότερα οι μηνυόμενες εξαπάτησαν το δικαστήριο με τα εξής δικόγραφα και καταθέσεις: Α)Η πρώτη των μηνυομένων: 1)Με την από 14-4-1991, υπ' αρ. κατ.... αγωγή της απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. 2)Με τις από 3-1-1996 έγγραφες προτάσεις της απευθυνόμενες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας 3)Με τις από 4-3-1997 έγγραφες προτάσεις της απευθυνόμενες στο Εφετείο Λάρισας 4)Με τις από 25-4-1999 έγγραφες προτάσεις απευθυνόμενες στο Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου 5)Με την ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά την δικάσιμο της 6-12-1989, κατάθεση της, βάσει της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 7653/1989 απόφαση Β) Η δεύτερη των μηνυομένων: 1)Με την υπ' αριθ. ... Εισηγητική Έκθεση του κ. Εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ..., με τις από .. καταθέσεις της ενώπιον του ανωτέρω Εισηγητή ως μάρτυρας 2)Με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ολύμπου, κατά την δικάσιμο της 22-11-1989 κατάθεση της ως μάρτυρας 3)Με την ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά την δικάσιμο της 6-12-1989, κατάθεση της ως μάρτυρας, βάσει της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 7658/1989 απόφαση εναντίον της πρώτης από εμάς. Αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς αυτής των μηνυομένων ήταν να πείσουν τα δικαστήρια στην έκδοση των παρακάτω αποφάσεως τους και συγκεκριμένα: 1)Της υπ' αριθ. 37/1988 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ολύμπου, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, 2)Της υπ' αριθ. 205/1989 (Τακτική: 4832/1078/1988) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, 3)Της υπ' αριθ. 242/1996 (Τακτική: 3496/584/1995) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά την τακτική διαδικασία, 4)Της υπ' αριθ. 197/1998 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, κατά την τακτική διαδικασία, 5)Της υπ' αρ. 1153/1999 απόφασης του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, 6)Της υπ' αριθ. 7653/1989 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Τα παραπάνω γεγονότα, εν γνώσει ανέφεραν ψευδώς οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη των μηνυομένων προσώπων, ενώ στην πραγματικότητα: Από κληρονομιά εξ αδιαιρέτου του πατέρα της εγκαλούσας Ζ, ..., που πέθανε το 1927, περιήλθε σ' αυτήν και τους συγκληρονόμους αδελφούς της .... Β πατέρα της πρώτης κατηγορουμένης, εξ αδιαιρέτου και κατ' αναλογία 1/3 στον καθένα, ένα οικόπεδο εκτάσεως 2100 μ2, που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού της .... Τον επόμενο από τον θάνατο του πατέρα τους χρόνο
(1928), εκείνη με τους πιο επάνω συγκληρονόμους της, προέβησαν σε εξώδικη άτυπη διανομή του κληρονομιαίου από 2.100 μ2, που προαναφέρθηκε και πήρε ο καθένας από εκείνους διαιρετό από 700 μ2 τμήμα αυτού. Το διαιρετό από 700 μ2 τμήμα του όλου κληρονομιαίου ακινήτου, που περιήλθε σε εκείνη μετά την εξώδικη άτυπη διανομή του τελευταίου κατά το πιο επάνω, βρίσκεται στο κέντρο του χωριού ... και ορίζεται ανατολικά, επί πλευράς 14 τρεχ. μέτρων με τα λοιπά δύο διαιρετά τμήματα του αυτού όλου κληρονομιαίου ακινήτου, που περιήλθαν με την διανομή που προανέφερε στους πιο επάνω δύο συγκληρονόμους αδελφούς της (ένα στον καθένα από αυτούς), ιδιοκτησίας ήδη και των δύο της εναγομένης, νότια, επί πλευράς τρεχ. μέτρων 33,22 συνολικά (8,20 + 8,80 + 4,80 + 11,40) με κοινοτικό δρόμο, δυτικά, επί πλευράς τρεχ. μέτρων 28 συνολικά (3,70 + 8,30 + 16) με κοινοτικό δρόμο και βόρεια, επί πλευράς τρεχ. μέτρων 36,50 συνολικά (13,20 + 6,80 + 4,30 + 12,20) με ιδιοκτησία .... Το οικόπεδο της αυτό, από τον θάνατο του πατέρα της και την πιο πάνω εξώδικη άτυπη διανομή του όλου κληρονομιαίου κτήματος, που κατέχει διαιρετώς και το νέμεται έκτοτε συνεχώς, αδιάκοπα, ανεπίληπτα και αδιατάρακτα, ενεργούσε επ' αυτού με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ως κυρία, όλες της νομής και διακατοχής πράξεις, ήτοι περιέφραξε αυτό και το επισκεπτόταν τακτικά, με πρόθεση λύσης της κοινωνίας, "υπό τα όμματα" των λοιπών δύο πιο πάνω συγκληρονόμων της των ενεργούντων ομοίως πράξεις νομής και διακατοχής επί των περιελθόντων σ' αυτούς λοιπών δύο τμημάτων του άνω κληρονομιαίου κτήματος με τον αυτό σκοπό, δηλαδή τη λύση της κοινωνίας επ' αυτού. Τον μήνα Μάιο του έτους 1973, που είχε πλέον καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία, λόγω λύσεως της κοινωνίας του πιο πάνω διαιρετού και κατεχομένου από αυτή τμήματος της όλης κληρονομιαίας εκτάσεως, παραχώρησε αυτό στην εναγομένη ανηψιά της (κόρη του αδελφού της Β), που είχε στο μεταξύ εκδιωχθεί από το σπίτι των γονέων της και εγκαταλειφθεί αβοήθητη από αυτούς, με σύμβαση χρησιδανείου και χωρίς αντάλλαγμα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την κατασκευή ορνιθώνα και τη βόσκηση μέσα σ' αυτό των πουλερικών της, μέχρις ότου λάβει την ανάγκη οπότε θα της επέστρεφε τη χρήση αυτής ελεύθερη και ακώλυτη. Η εναγομένη, με βάση τη συμφωνία που προανέφερε, παρέλαβε πράγματι τη χρήση του εν λόγω οικοπέδου της κατά τον χρόνο αυτό (Μάιο 1973) και στη συνέχεια κατασκεύασε μέσα σ' αυτό τον ορνιθώνα της, καθώς και μία πρόχειρη, χωρίς αξία σήμερα, αποθήκη από ξύλα και λαμαρίνες, στην όλη δε έκταση αυτού άφηνε τα πουλερικά της για βόσκηση. Τον μήνα Σεπτέμβριο του 1988 έλαβε την ανάγκη του οικοπέδου της αυτού, προκειμένου να προβεί στην πώληση του, και ζήτησε από την εναγόμενη την απόδοση της κατοχής του σε εκείνη πλην όμως η αντίδικος, η οποία προσφέρθηκε αρχικά να το αγοράσει εκείνη έναντι όμως ευτελούς τιμήματος σε σχέση με την πραγματική του αξία, αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την εν λόγω νόμιμη υποχρέωση της και εκδήλωσε σαφώς τη θέληση της προβάλλοντας δικαιώματα ιδίας κυριότητος επ' αυτού, να ιδιοποιηθεί το οικόπεδο της, αγνοώντας εντελώς και σχετική εξώδικη πρόσκληση της, που της έστειλε για την απόδοση της χρήσεως αυτού σε αυτή. Κατόπιν αυτού άσκησε εναντίον της εναγόμενης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ραψάνης, σχετική αίτηση της, με την οποία ζητούσε να ληφθούν κατ' αυτής ασφαλιστικά μέτρα με σκοπό την προστασία της νομής της επί του πιο πάνω οικοπέδου της και την απόδοση αυτού από την αντίδικο σε εκείνη, η δε υπ' αριθ. 37/88 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της αιτήσεως της εκείνης, καθώς και η επικυρώσασα την εν λόγω απόφαση, υπ' αριθ. 205/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, με αναγνώριση προσωρινής νομέα του επιδίκου οικοπέδου της και διέταξε την παράδοση αυτού από την εναγομένη σε εκείνη. Σε εκτέλεση, τέλος, της πιο πάνω αποφάσεως (37/1988), η εναγομένη αποβλήθηκε βίαια από το επίδικο και εγκαταστάθηκε εκείνη σ' αυτό τον Αύγουστο του έτους
  1. Πλην η εναγομένη, εξακολουθώντας να επικαλείται και να προβάλλει δικαιώματα ιδίας κυριότητος επ' αυτού την απέβαλε τον Οκτώβριο του 1989 από αυτό και πάλι, χωρίς τη θέληση της και παράνομα και εγκαταστάθηκε η ίδια σ' αυτό χωρίς δικαίωμα. Μετά από νέα σχετική αίτηση της κατά της εναγομένης, με το αυτό, όπως η αίτηση που προαναφέρθηκε, αίτημα λήψης ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της, εκδόθηκε η με αριθμό 3/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ραψάνης και η επικυρώσασα αυτήν, μετά από έφεση της εναγομένης, με αριθμό 660/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με τις οποίες αναγνωρίστηκε και πάλι προσωρινή νομέας του επιδίκου οικοπέδου της, η δε εναγομένη διατάχθηκε να της παραδώσει και πάλι τη νομή αυτού, πλην αυτή αρνήθηκε να σεβαστεί τις σχετικές αποφάσεις και να συμμορφωθεί προς το διατακτικό τους. Σε εκτέλεση, κατόπιν αυτού, της με αριθμό 3/1990 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ραψάνης, που έλαβε χώρα την 4-10-1990 αναγκαστικά, εχώρησε βίαιη αποβολή της εναγομένης από το επίδικο και εγκατάσταση αυτής σ' αυτό από τον δικαστικό επιμελητή ..., που συνέταξε και την με αριθμό ... σχετική έκθεση αποβολής και εγκατάστασης. Την αγωγή της δέχθηκε απολύτως η υπ' αριθ. 242/1996 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης καθώς και η υπ' αριθ. 197/1998 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, η οποία απέρριψε την έφεση της αντιδίκου. Εν συνεχεία μετ' αναίρεση εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1153/1999 απόφαση του Γ Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αναίρεση των αντιδίκων. Όλες οι ως άνω αποφάσεις εδέχθηκαν απολύτως τα επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα από εκείνη έγγραφα καθώς και τις αληθείς καταθέσεις των προταθέντων από εκείνη και εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων. Όλες οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, ρητώς αναφέρουν ότι είναι αναληθείς οι ισχυρισμοί των αντιδίκων και ομοίως οι καταθέσεις των προταθέντων από αυτούς μαρτύρων". Τα γεγονότα αυτά που είναι ψευδή οι κατηγορούμενοι τα ανέφεραν γνωρίζοντας την αναλήθεια, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη των μηνυομένων προσώπων. Αντίθετα η αλήθεια έχει ως εξής: Από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της εγκαλούσας ... που πέθανε το 1927, περιήλθε σ' αυτήν και τους συγκληρονόμους αδελφούς της Β, πατέρα της πρώτης κατηγορουμένης, εξ αδιαιρέτου και κατ' αναλογία 1/3 στον καθένα, ένα οικόπεδο εκτάσεως 2.100 μ2, που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, της .... Στη διάρκεια της δίκης αυτής (στον πρώτο και τον παρόντα βαθμό) οι κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν έντονα το γεγονός ότι το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου ανέρχεται σε 2.100 μ2 και, για να τεκμηριώσουν τον αντίστοιχο ισχυρισμό τους, επικαλέστηκαν τοπογραφικό διάγραμμα του επίδικου οικοπέδου, το οποίο κατάρτισε ο πολιτικός μηχανικός Τ.Ε. ... στη διάρκεια του Οκτωβρίου 1989 και στο οποίο αναγράφεται ότι το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου ανέρχεται σε 1.582,69 μ
  2. Προκειμένου να τεκμηριώσουν ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό τους ότι το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου είναι πολύ μικρότερο από 2.100 μ2, οι κατηγορούμενοι ζήτησαν (κυρίως στον πρώτο βαθμό) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, ώστε να καταρτιστεί ακριβές τοπογραφικό διάγραμμα, ήτοι τοπογραφικό διάγραμμα ακριβές, ιδίως, ως προς το εμβαδόν του οικοπέδου. Ωστόσο, το ακριβές εμβαδόν του οικοπέδου, το οποίο αποτελεί, κυρίως, αντικείμενο της αντίστοιχης αστικής δίκης, κρίθηκε ήδη τελεσίδικα (με την απόφαση υπ' αριθ. 197/1998 του Εφετείου Λάρισας) ότι ανέρχεται σε 2.100 μ
  3. Επί πλέον με την απόφαση αυτή κρίθηκε τελεσίδικα (γεγονότα για τα οποία συνάγονται από την απόφαση ισχυρότατα τεκμήρια) ότι: "Κατά το έτος 1927 απεβίωσε ο ..., μεταξύ δε των κληρονομιαίων περιουσιακών του στοιχείων περιλαμβανόταν και ένα οικόπεδο, εμβαδού 2.100 μ
  4. Οι κληρονόμοι αυτού προέβησαν σε άτυπη διανομή της πατρικής κληρονομιάς και από την άτυπη διανομή του ανωτέρω ακινήτου η ενάγουσα Ζ (ήδη εγκαλούσα) έλαβε διακεκριμένο τμήμα αυτού, εμβαδού 700 μ
  5. Κατά το έτος 1973 η ενάγουσα Ζεπέτρεψε στην εναγομένη (Χ1, ήδη 1η κατηγορουμένη) με παρακλητική σχέση, χωρίς αντάλλαγμα, να εισέλθει στο επίδικο ακίνητο και να κατασκευάσει ορνιθώνα, προκειμένου να εξυπηρετηθεί, αφού ήταν θυγατέρα του αδελφού της εναγούσης. Περί τα τέλη του έτους 1988 η εναγομένη μετέβαλε διάνοια καθ' όσον αφορά το επίδικο και αρνήθηκε να αποδώσει αυτό στην ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι τμήμα αυτού, εμβαδού 523,21 μ2, ανήκει κατά κυριότητα στην Ίδια από κληρονομιά του πατρός της Β και ότι ουδέποτε έλαβε χώραν η εκ μέρους της εναγούσης επικαλούμενη άτυπη διανομή κατά το έτος 1928 του οικοπέδου των 2.100 μ2 μεταξύ των κληρονόμων του .... Έτσι, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της Χ1 ότι είναι κυρία τμήματος του επιδίκου οικοπέδου από 523,21 μ2 από κληρονομιά του πατρός της Β, στον οποίο τούτο περιήλθε κατά κυριότητα από έκτακτη χρησικτησία, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Μολονότι όμως η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την έκδοση της απόφασης υπ' αριθ. 1153/1999 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής, οι κατηγορούμενοι έφεραν την επίδικη αστική υπόθεση τους ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, υποβάλλοντας στις 14.03.2001 την ένδικη από 13.03.2001 έγκληση τους εναντίον της Ζ και της Ψ1, με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική καταδίωξη των μηνυομένων, και, αφού εξιστόρησαν τους ισχυρισμούς τους ότι "Από το έτος 1950 ο Β ενέμετο συνεχώς και αδιαλείπτως διάνοια κυρίου, ένα οικόπεδο, έκτασης 523,21 μ2, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν βάσει εκτάκτου χρησικτησίας", καταμήνυσαν τις μηνυόμενες ότι "εξαπάτησαν το δικαστήριο με τα εξής δικόγραφα και καταθέσεις ...", τα οποία αναφέρθηκαν ήδη, και ότι "αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς αυτής των μηνυομένων ήταν να πείσουν τα δικαστήρια στην έκδοση των παρακάτω αποφάσεων τους και συγκεκριμένα ..." των δικαστικών αποφάσεων που αναφέρθηκαν ήδη πιο πάνω. Στη διάρκεια της παρούσας δίκης δεν αποδείχθηκαν περιστατικά, αντίθετα προς εκείνα που θεμελίωσαν τη δικαστική κρίση που διατυπώθηκε με την τελεσίδικη απόφαση υπ' αριθ. 197/1998 του Εφετείου Λάρισας. Συνεπώς το περιεχόμενο της από 13.03.2001 μήνυσης των κατηγορουμένων εναντίον της Ζ και της Ψ1 είναι ψευδές, γεγονός που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, αφού πριν από την υποβολή της μήνυσης τους είχαν πληροφορηθεί λεπτομερώς το περιεχόμενο της τελεσίδικης απόφασης υπ' αριθ. 197/1998 του Εφετείου Λάρισας και στη συνέχεια το περιεχόμενο της απόφασης υπ' αριθ. 1153/1999 του Αρείου Πάγου, μετά την έκδοση της οποίας έγινε αμετάκλητη η πιο πάνω απόφαση (αριθμ. 197/1998) του Εφετείου Λάρισας. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την ως άνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη, αλλά με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ διότι έχουν λευκό ποινικό μητρώο και έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο. Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου και δη η Εφέτης Σοφία Πανουτσακοπούλου είχε τη γνώμη ότι έπρεπε οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι ελλείψει δόλου". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματική περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Πκ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, αναφέρεται ο επιδιωκόμενος από τους δράστες της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος δηλαδή γνώση του δράστη, ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, παρατίθενται περιστατικά που δικαιολογούν τη γνώση δικαιολογούν τη γνώση αυτή, και ιδίως από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας που δικαίωσαν τη Ζ, που παρέστη πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του δευτερο-βάθμιου δικαστηρίου, και έκριναν αναληθείς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για απόκτηση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ο καθένας, στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.2.2009 αίτηση των: 1) Χ1 και 2)Χ2 του υ, κατοίκων ..., για αναίρεση της 81/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.