Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 432 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ακυρότητα σχετική. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Έννοια. Στοιχεία. Προϋποθέσεις αξιοποίνου και ασκήσεως ποινικής διώξεως άρθρου 21 Ν. 2523/
- Δεν εφαρμόζεται σε μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (ΑΠ 842/2006). Το χρέος για την δίωξη πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 10.000 € μετά των προσαυξήσεων, μετά την τροποποίηση του άρθρου 25 Ν.1882/1990 με άρθρο 34 § 2 Ν. 3220/2004, η οποία εφαρμόζεται ως επιεικέστερη για χρέη προγενέστερα εφάπαξ καταβλητέα (ΑΠ 176/2009). Ερήμην στον πρώτο βαθμό. Η ακυρότητα της κλητεύσεως ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής προτείνεται παραδεκτά μόνον με λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως, διαφορετικά καλύπτεται και επέρχεται αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 1827/2003). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε πλήρης. Μπορεί να αποτελεί επανάληψη του διατακτικού. Πότε. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για το συγκεκριμένο έγκλημα (ΑΠ 176/2009). Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 432/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 9907/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1447/
- Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε
(5)ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κληρώθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτής εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου πρώτου λόγου αναιρέσεως με την 6906/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον αναιρεσείοντα, καταδικάστηκε αυτός σε φυλάκιση δέκα
(10)μηνών για το πλημμέλημα της κατ εξακολούθηση από ... καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένων προς το Δημόσιο χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 10.000 €. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την ... εκπρόθεσμη έφεσή του, στην οποία πρόβαλε ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να περιλάβει σ αυτήν λόγο για ακυρότητα της κλητεύσεως του στο πρωτόδικο δικαστήριο, ως αγνώστου διαμονής. Κατά την ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσ/νικης συζήτηση της εφέσεώς του κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσειβαλλομένη απόφαση, πρόβαλε, κατά την εξέταση του παραδεκτού ή μη ασκήσεως της εφέσεως ότι η επίδοση της εκκαλουμένης κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής ήταν άκυρη, διότι τύγχανε γνωστής διαμονής. Τον ισχυρισμό αυτό έκρινε βάσιμο η προσβαλλομένη απόφαση και κήρυξε τυπικά δεκτή την έφεση. Στην συνέχεια ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ακύρως του είχε επιδοθεί κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, αν και τύγχανε γνωστής, το κλητήριο θέσπισμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν είχε επέλθει αναστολή της πενταετούς, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα της επίμαχης πράξης, προθεσμίας της παραγραφής, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον χρόνο συζητήσεως της εφέσεώς του και κατά συνέπεια είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής το αξιόποινο της αποδιδόμενης σ αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης. Την, για πρώτη φορά, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, χωρίς δηλαδή λόγον εφέσεως, προβληθείσα ακυρότητα της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κλητεύσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως απαραδέκτως προβληθείσα, και, κατ ακολουθία της παραδοχής αυτής, θεώρησε ότι η επικαλούμενη σχετική ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στις 3-12-2004 καλύφθηκε και επέφερε αναστολή της παραγραφής, αβασίμως δε ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε μη αναστολή της και συμπλήρωση του χρόνου της, ως προς όλα τα επί μέρους χρέη, με ημερομηνίες καταβολής και συνακόλουθα τελέσεως των επί μέρους πράξεων του εν λόγω εγκλήματος, 1-12-1999, 1-3-2002, 29-11-2002, λόγω παρόδου 5ετίας μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως (23-6-2008), αφού, η με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον ανωτέρω χρόνο, αρξαμένη ακροαματική διαδικασία επέφερε αναστολή της παραγραφής, ο χρόνος της οποίας ήταν πλέον, κατ ανώτατο όριο, 8ετία και δεν είχε παρέλθει μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως και κατόπιν των παραδοχών αυτών απέρριψε την με την ανωτέρω θεμελίωση ένσταση παραγραφής. Για την πρώτη όμως από τις ανωτέρω πράξεις, για την οποία μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παρέλθει 5ετία και επομένως το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη. Κατ' ακολουθία το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της επιδόσεως σ αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας που δεν καλύφθηκε, και ο σχετικός από το ως άνω άρθρο αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται, ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και του άρθρου 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, που εφαρμόζονται ως ευνοϊκότερες και για χρέη εφάπαξ καταβλητέα προγενέστερα της ισχύος του (1-1-2004), καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου, όπως προηγουμένως, από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. "1. Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ....". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ειδικότερα κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997 και 34 παρ. 1 Ν.3220/2004 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην κρινόμενη περίπτωση όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ως άνω πράξη και δη τις δύο μερικότερες πράξεις, για τις οποίες δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη: "Ο κατηγορούμενος στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως και 30-3-2003 με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ και συγκεκριμένα καθυστέρησε την καταβολή των ακολούθων βεβαιωμένων χρεών στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ... για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών: α) του χρέους των 17.313,48 ευρώ (κεφάλαιο 11.580,92 ευρώ και προσαυξήσεις 5.732,56 ευρώ), που αφορά σε δικαστικά έξοδα βεβαιωμένο σε βάρος του κατηγορουμένου στη ΔΟΥ ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας αυτής και καταβλητέο εφάπαξ με ημερομηνία καταβολής την 31/10/2001 και β) του χρέους των 12.699,75 ευρώ (κεφάλαιο 9.769,04 ευρώ και προσαυξήσεις 2.930,71 ευρώ), που αφορά σε δικαστικά έξοδα, βεβαιωμένο σε βάρος του κατηγορουμένου στη ΔΟΥ ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας αυτής και καταβλητέο εφάπαξ με ημερομηνία καταβολής την 29/11/2002, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα
(10)μηνών, την οποία και μετέτρεψε προς 4,40 € ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 Ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 2523/1997, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν απαιτούνταν για την νομότυπη δίωξη για την ανωτέρω πράξη οι κατά το άρθρο 21 παρ. 2 και 4 του Ν 2523/1997 προϋποθέσεις, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω και απέρριψε με πλήρη αιτιολογία, κατά την ανωτέρω έννοια, τον αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Επίσης κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αξιόποινη η πράξη, εφόσον το ποσό του χρέους υπερέβαινε μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και όχι μόνον το άνευ προσαυξήσεων ποσό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τις 10.000 €. Επίσης δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του ότι το σκεπτικό επαναλαμβάνει κατά το μεγαλύτερο μέρος του το διατακτικό, αφού σ αυτό περιλαμβάνονται πέραν των τυπικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και πραγματικά περιστατικά. Τέλος στην αιτιολογία της αποφάσεως περιλαμβάνονται όλα τα ανωτέρω κατά νόμο στοιχεία για την θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος για την συγκεκριμένη πράξη. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ 2ος 3ος και 4ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 22-9-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 9907/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ