← Ελλάδα

ΑΠ 440/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Παραγραφή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 440 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Παραγραφή. Περίληψη: Έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αιτιολογημένη καταδίκη. Αφετηρία πενταετούς παραγραφής από τη θεώρηση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου (άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 2954/2001). Επί εικονικών φορολογικών στοιχείων αξίας άνω των 150.000 δραχμών η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται άμεσα και πριν την διοικητική επίλυση της διαφοράς. Απορρίπτει. Αριθμός 440/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, για αναίρεση της 5379/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία-Λουΐζα Μπακαλάκου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1346/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "..Ο κατηγορούμενος στη ....... κατά τη χρήση των ετών 1999, 2000 και 2001, ως μοναδικός διαχειριστής της επιχείρησης της κόρης του Γ1, συναυτουργός και πράγματι υποκρυπτόμενο πρόσωπο τέλεσε κατά εξακολούθηση τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: α) προέβη στην έκδοση φορολογικών στοιχείων, δηλαδή των αναφερομένων αναλυτικά στο διατακτικό και κατηγορητήριο κατ' αριθμό, ημερομηνία έκδοσης, επωνυμία παραλήπτη, μεταφορική εταιρία, διεύθυνση παραλήπτη, αξία, τιμολογίων πώλησης ενδοκοινοτικών παραδόσεων, με αντίστοιχους πίνακες φορτωτικών εγγράφων, συνολικής αξίας (των τιμολογίων), για τη χρήση του έτους 1999, 1.555.529, 49 ευρώ, για τη χρήση του έτους 2000, 3.268.288, 58 ευρώ και για τη χρήση του έτους 2001, 1.270.809 ευρώ, τα οποία φορολογικά στοιχεία είναι εικονικά, αφού έχουν εκδοθεί για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και με σκοπό να παρουσιάσει νομιμοφάνεια στις συναλλαγές με τους αναγραφόμενους σ'αυτούς πελάτες προς είσπραξη μεγάλων ποσών επιστροφών ΦΠΑ και β) αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, αφού ζήτησε και έλαβε για λογαριασμό της παραπάνω Γ1, της επιχείρησης της οποίας ήταν υποκρυπτόμενο πρόσωπο ο ίδιος, φορολογικά στοιχεία, όπως αυτά λεπτομερώς στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας, κατ' αριθμό, αξία, ΦΠΑ, είδος εμπορεύματος αριθ. δελτίων αναφέρονται, τα οποία είναι εικονικά, αφού έχουν εκδοθεί για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και με σκοπό να παρουσιάσει νομιμοφάνεια στις συναλλαγές προς είσπραξη μεγάλων ποσών επιστροφής ΦΠΑ. Το ποσό δε που εισέπραξε παράνομα από επιστροφή ΦΠΑ για τις άνω χρήσεις, 1999, 2000 και 2001 ανέρχεται σε 337.233.932 δρχ. ήδη 989.681, 40 ευρώ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος το καλοκαίρι του έτους 1999 πρότεινε στην κόρη του, άνεργη τότε, να συστήσει επιχείρηση ετοίμων ενδυμάτων στο όνομά της και να εξουσιοδοτήσει τον ίδιο για να κάνει όλες τις συναλλαγές της επιχείρησής της, σε διατυπωθείσα δε απορία της ότι και ο ίδιος δεν γνωρίζει το αντικείμενο της επικείμενης επιχείρησης, της απάντησε ότι ήδη έχει κι αυτός όμοια επιχείρηση και συνεργάζεται με τον Ζ1, που γνωρίζει το αντικείμενο, για αντάλλαγμα μάλιστα της εξυπηρέτησης αυτής, της υποσχέθηκε πως ο Ζ1 θα της κατέβαλε κατά μήνα 400.000 -500.000 δραχμές. Την παραπάνω πρόταση αποδέχθηκε η Γ1 και με βοηθό του Ζ1, ονόματι ........, πήγε στη Δ.Ο.Υ. Νεάπολης έκανε έναρξη εργασιών της επιχείρησής της, με έδρα την οδό ......., καθώς και θεώρηση βιβλίων και στοιχείων και έκτοτε με το υπ. αριθμ. ........ πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Στουπάκη-Χατζή, παρέσχε την κάθε αρμοδιότητα σχετικά με τη λειτουργία της επιχείρησής της στον κατηγορούμενο πατέρα της, χωρίς η ίδια να ασχοληθεί ποτέ με αυτή, παρά εισέπραττε μόνο κατά μήνα το ποσό που της υποσχέθηκαν, το οποίο για το όλο το διάστημα της εξυπηρέτησης που τους έκανε (μέχρι το Μάρτιο του έτους 2001), ανήλθε στο ποσό των 8.000.000 δραχμών. Η εν λόγω επιχείρηση δεν είχε πραγματική υπόσταση, δεν πραγματοποίησε οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή, μοναδικό λόγο ύπαρξής της ήταν η έκδοση και λήψη εικονικών φορολογικών παραστατικών με τελικό στόχο την παράνομη είσπραξη ΦΠΑ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ο κατηγορούμενος δε ήταν μέρος του κυκλώματος των Ζ1, ......, ........, το οποίο έστηνε επιχειρήσεις χωρίς πραγματική υπόσταση, που το μόνο που έκαναν ήταν με τη μέθοδο της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και παραστατικών που αφορούν εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών να πετυχαίνουν να εκταμιεύουν παράνομα εκατοντάδες εκατομμυρίων δραχμών από διάφορες Δ.Ο.Υ. της περιοχής της Θεσσαλονίκης. Για την επίτευξη του άνω στόχου, ο κατηγορούμενος συμμετείχε με τους υπόλοιπους συνεργάτες του, στην έκδοση των αναγραφομένων στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας εικονικών τιμολογίων ενδοκοινοτικών παραδόσεων, ρε φερόμενο παραλήπτη σε όλες τις χρήσεις τον Δ1, με έδρα τη Γερμανία, πλην όμως μετά από γενόμενο έλεγχο η επιχείρηση του Δ1, είναι μεν υπαρκτή στη Γερμανία, όμως η δραστηριότητά της δεν είναι το εμπόριο ετοίμων ενδυμάτων, αλλά το εμπόριο μεταχειρισμένων οχημάτων. Όσον αφορά τις μεταφορικές εταιρίες που αναγράφονται στα φορτωτικά έγγραφα που βρέθηκαν στο φάκελο επιστροφής ΦΠΑ, ότι δήθεν μετέφεραν και παρέδωσαν τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια εμπορεύματα οι εταιρίες GEOR. H ARNS και NIC SCHRODER, με αναγραφόμενη έδρα τη Γερμανία, είναι ανύπαρκτες, ενώ ο μεταφορέας ......, που είναι το αυτό πρόσωπο με τον ........, έχει αποβιώσει από 11.8.1999, ενώ η επιχείρησή του, με αντικείμενο εμπόριο τηλεοράσεων, ραδιοφώνων και λοιπών συσκευών, διέκοψε τις εργασίες της στις 1.10.1999, όπως τα άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τον έλεγχο που πραγματοποίησαν οι αρμόδιες φορολογικές αρχές της Γερμανίας. Περαιτέρω, αναφορικά με τα 33 αναγραφόμενα στο κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας εικονικά παραστατικά αγορών, συνολικής αξίας (καθαρής) 1.032.917.800 δραχμών, που φρόντισε να προμηθευτεί ο κατηγορούμενος για να δώσει αληθοφάνεια στις φερόμενες ενδοκοινοτικές συναλλαγές της επιχείρησης της Γ1, αυτά προέρχονται από τρείς

(3)επιχειρήσεις :α) ..... ΕΠΕ, β) .... ΕΠΕ και γ) ...... Ε.Ε., οι οποίες επιχειρήσεις σύμφωνα με την υπ. αριθμ. .... έκθεση ελέγχου της ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ήταν "τροφοδότες" εικονικών τιμολογίων σε πολλές ανύπαρκτες επιχειρήσεις. Σε γενόμενο δε έλεγχο που έγινε στα φορολογικά βιβλία της επιχείρησης της Γ1, τα οποία προσκομίσθηκαν στην άνω ΣΔΟΕ από τον α κατηγορούμενο, δεν βρέθηκαν, ούτε επιδείχθηκαν παραστατικά εξόφλησης των" παραπάνω τιμολογίων εξωτερικού, ούτε εμβάσματα πληρωμής τραπεζών, επιταγές, αποδείξεις είσπραξης, τα οποία υπάρχουν στις πραγματικές ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Με βάση τα παραπάνω η εικονικότητα των φερομένων ενδοκοινοτικών παραδόσεων είναι αναμφίβολη, όπως αναμφίβολη είναι και η γνώση του κατηγορουμένου καθώς και η| παράνομη επιστροφή ΦΠΑ, ύψους όπως προαναφέρθηκε 337.233.932 δρχ., ποσό που εισέπραξε ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τραπεζικές αναλήψεις από τον κοινό λογαριασμό αριθ. ...... που τηρούσε με την κόρη του, Γ1, στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος-Υποκατάστημα Εύοσμου, στον οποίο λογαριασμό είχε μεταφερθεί το εν λόγω ποσό από τη ΔΟΥ Νεάπολης ως επιστροφή ΦΠΑ. Χαρακτηριστικό της όλης δραστηριότητας του κατηγορουμένου είναι ότι τούτος, εκτός από την παραπάνω επιχείρηση της Γ1, ήταν μοναδικός διαχειριστής και σε τρείς άλλες επιχειρήσεις :α) .........,β) ....... και γ) ......., αλλά και πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος τους, δυνάμει των με αριθμ. ....., ..... και ........ πράξεων αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Φωτεινής Σταφυλά-Μαυρίδου. Και τα τρία παραπάνω πρόσωπα ήταν φίλοι του κατηγορουμένου, ο οποίος τους έφερε σε επαφή με τον Ζ1 και πείστηκαν να δημιουργήσουν επιχείρηση στο όνομά τους, τυπικά, όπως και η επιχείρηση της κόρης του κατηγορουμένου. Όπως δε προκύπτει από την παραπάνω έκθεση ελέγχου, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ........, και οι τρεις παραπάνω επιχειρήσεις έλαβαν παράνομα επιστροφές ΦΠΑ, το πρόσωπο δε που εισέπραξε και στις τρεις περιπτώσεις το παράνομα επιστραφέν ΦΠΑ, είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Κι επειδή ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε με βάση όσα προαναφέρθηκαν πως μετείχε άμεσα στη διαχείριση και διοίκηση της επιχείρησης της Γ1, είχε πλήρη επίγνωση των δραστηριοτήτων της, συμμετείχε στην έκδοση και αποδοχή των επίδικων φορολογικών στοιχείων, εισέπραξε αυτός το παράνομα επιστραφέν ΦΠΑ, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι ήταν απλός συνεργός στην παράνομη δραστηριότητα του Ζ1, αλλά ήταν συναυτουργός και υποκρυπτόμενο πρόσωπο στην άνω επιχείρηση κι ως τέτοιος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, όπως στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας αναγράφονται, απορριπτόμενου ως αβάσιμου, κατά συνέπεια του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί χαρακτηρισμού της συμμετοχής του στις προαναφερόμενες πράξεις ως απλού συνεργού....". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, περαιτέρω δε, καθόσον αφορά την αποδοχή των τριάντα τριών
(33)εικονικών φορολογικών στοιχείων εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την εικονικότητα των παραπάνω φορολογικών στοιχείων. Η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δε σκεπτικό της αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού της, ενόψει των προεκτεθέντων είναι αβάσιμη. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, παράβαση τις διατάξεως του άρθρου19 παρ 1 του Ν.2523/1997, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με την επίφαση της υπέρβασης εξουσίας, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο τον καταδίκασε και για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, παρά το γεγονός ότι αυτός αγνοούσε την εικονικότητα. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί βάλλει κατά της ανέλεγκτης περί πραγμάτων κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία '', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 5.379/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 και συγκεκριμένα για α) κατ' εξακολούθηση έκδοση και β) κατ' εξακολούθηση αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 27-8-1999 έως 27-4-2001, και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι
(6)ετών. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος πρότεινε την ένσταση τις παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη δεδομένου ότι παρήλθε πενταετία από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης και μέχρι την 21-1-2005 που επιδόθηκε σ'αυτόν το κλητήριο θέσπισμα. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η έκθεση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας την 8-7-2004 με χρονική δε αφετηρία την ημερομηνία αυτή για την έναρξη της παραγραφής και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο (2-5-2007) δεν παρήλθε πενταετία για την κατά το άρθρο 111 του ΠΚ παραγραφή της πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για τις αξιόποινες πράξεις της έκδοσης και αποδοχής από τον κατηγορούμενο εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙΙ.- Στο άρθρο 21 παρ.2 εδάφια. β' και γ'του Ν.2523/1997 σχετικά με την έναρξη της ποινικής δίωξης επί των περιπτώσεων του άρθρου 19, ορίζεται ότι " κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμοδίας Δ.Ο.Υ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο.... Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα
(1)μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου. Επηκολούθησε η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 κατά την οποία " ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου άρθρου". Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο καθ' υπέρβαση εξουσίας τον καταδίκασε για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού παρέλειψε να ερευνήσει τη συνδρομή δικονομικών προϋποθέσεων τις οποίες τάσσει ο νόμος για την παραδεκτή άσκηση της ποινικής δίωξης. Ειδικότερα, επικαλείται ότι για την φερόμενη έκδοση και αποδοχή φορολογικών στοιχείων η μηνυτήρια αναφορά του Διευθυντή της ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας υποβλήθηκε την 16-7-2004, ενώ ακόμη δεν του είχαν επιδοθεί οι οικείες αποφάσεις επιβολής προστίμων και δεν είχε περάσει άπρακτη η προθεσμία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επιδόθηκαν δε οι αποφάσεις για την επιβολή προστίμου την 8-9-2004, δηλαδή μετά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και οι προσφυγές του επί των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν την 4-11-2004. Όμως, από την παραδεκτή για τον έλεγχο του λόγου αναιρέσεως επισκόπηση του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η χρηματική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων για την έκδοση και αποδοχή των οποίων κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 6.094.627, 07 ευρώ και υπερβαίνει κατά πολύ το χρηματικό όριο των 150.000 δραχμών το οποίο τίθεται στο νόμο ως κατώτατο όριο για την άμεση υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Συνεπώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο με το να τον κηρύξει ένοχο υπερέβη την εξουσία του ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη επειδή η κατ' αυτού μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε πριν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την διοικητική επίλυση της διαφοράς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5.379/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα
(290)) ευρώ.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.