Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 446 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απόρριψη. Περίληψη: Ψευδης Καταμ και Συκ. Δυσφημιση, Αιτιολ. Δολος Απορ. Αναιρεση και Εξοδα ΑΡΙΘΜΟΣ 446/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Νικόλαο Τσάκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Γ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Δήμοβιτς, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 1079/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 524/2015. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Στοιχεία του ως άνω εγκλήματος είναι α) η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠοινΔ είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής αναγγελίας, αν πρόκειται για αδίκημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως ή για πειθαρχικό αδίκημα, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον της αρχής, γ) η καταμήνυση πρέπει να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να είναι ψευδής και ε) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, που ορίζουν "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών ή με χρηματική ποινή " και " αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η διάδοση αυτή μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ’ αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚποινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Ειδικώς, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση. Έτσι, για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1079/2014 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "Ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα στον Πειραιά την 9.6.2009, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πειραιά την από 9.6.2009 έγκλησή του με την οποία καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα Τ. Ε., προϊστάμενο του Τμήματος έκδοσης πιστοποιητικών καταλληλότητας του ΥΕΝ, για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, ισχυριζόμενος ότι αυτός, κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και των διατάξεων του νόμου αρνήθηκε να του χορηγήσει αυτοτελές πιστοποιητικό καταλληλότητας Αξιωματικού Μηχανής για Δ/Ξ υγραεριοφόρα, παρά του ότι διέθετε όλες τις κατά νόμο προϋποθέσεις για την έκδοσή του, επικαλούμενος δήθεν την ύπαρξη νόμου που επέβαλε την έκδοση ενός ενιαίου πιστοποιητικού και για πετρελαιοφόρα (το οποίο κατείχε ο κατηγορούμενος) και για υγραεριοφόρα και ζητώντας από αυτόν αυθαίρετα να επιστρέψει στην υπηρεσία το πιστοποιητικό καταλληλότητας για πετρελαιοφόρα που ήδη διέθετε, προκειμένου να εκδοθεί ένα ενιαίο πιστοποιητικό στο όνομά του, παρόλο του ότι γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, διότι τα δύο πιστοποιητικά, έπρεπε να φέρουν διαφορετική ημερομηνία έκδοσης και λήξης και όχι μία ενιαία, κάτι που θα του δημιουργούσε πρόβλημα στη ναυτολόγησή του, αφού θα παρατεινόταν η ισχύς ενός εκ των δύο πιστοποιητικών χωρίς να έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη εκ του νόμου διαδικασία των εξετάσεων και της θεώρησης. Οι ως άνω ισχυρισμοί όμως ήταν εν γνώσει του ψευδείς, καθώς όπως τον ενημέρωσε και ο εγκαλών επανειλημμένα καθώς και ο αρμόδιος εισηγητής του γραφείου, η έκδοση ενιαίων πιστοποιητικών αποτελούσε μέρος της γενικότερης προσπάθειας και της τακτικής του ΥΕΝ να μειώσει την γραφειοκρατία και τον όγκο των χιλιάδων πιστοποιητικών που εκδίδονταν κάθε έτος, έτσι ώστε να είναι ευχερέστερος και ο έλεγχος του φακέλου του κάθε ναυτικού και της γνησιότητας των πιστοποιητικών του, ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος δεν υφίστατο καμία βλάβη από την ενοποίηση αλλά μάλλον όφελος, αφού το ένα εκ των δύο πιστοποιητικών του (αρχικά και δη αυτό για πετρελαιοφόρα) θα ίσχυε για περισσότερο του κανονικού χρόνου, όπως και ο μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε αλλά και επί πλέον θα ίσχυε για πέντε χρόνια και όχι για τρία όπως ίσχυαν στα χωριστά. Παρ’ όλα αυτά, και παρ’ ότι η ίδια τακτική ακολουθείται για όλους τους ναυτικούς, χωρίς κανείς άλλος να διαμαρτυρηθεί αρνήθηκε να συνεργασθεί με την υπηρεσία και να καταθέσει το πιστοποιητικό καταλληλότητας για πετρελαιοφόρα που διέθετε έτσι ώστε να εκδοθεί στο όνομά του ένα νέο πιστοποιητικό ενιαίο αυτή τη φορά και για πετρελαιοφόρα και για υγραεριοφόρα δεξαμενόπλοια. Εξ άλλου ζήτημα δεν θα ανέκυπτε με τον τυχόν διαφορετικό χρόνο ισχύος της πιστοποίησης καταλληλότητας του ναυτικού για τη μία κατηγορία πλοίων σε σχέση με την άλλη, καθώς στο σχετικό έντυπο υπήρχε η ένδειξη "αφαίρεση", όπου εκεί θα μπορούσε να διευκρινίζεται για κάθε ναυτικό αν είχε λάβει ή δεν είχε λάβει παράταση καταλληλότητας για τη μία κατηγορία πλοίων. Ο λόγος δε που κατέθεσε την ψευδή του έγκληση ήταν για να συκοφαντήσει τον εγκαλούντα που δεν ικανοποιούσε την ως άνω απαίτησή του και μάλιστα μόνο γι’ αυτόν, παρ’ ότι την άποψη του εγκαλούντος ακολουθούσε το σύνολο της συγκεκριμένης υπηρεσίας με την σύμφωνη γνώμη και του προϊσταμένου αυτού (εγκαλούντος) και να επιτύχει την άδικη ποινική και πειθαρχική του δίωξη. Επίσης στον Πειραιά στις 9.6.2009, ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και αυτός γνώριζε την αναλήθειά του, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 9.6.2009 έγκλησή του κατά του εγκαλούντα στην οποία ισχυρίσθηκε, όσα παραπάνω αναφέρθηκαν αλλά και στο διατακτικό αναλυτικά περιγράφονται και του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας και οι υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, οι προανακριτικοί υπάλληλοι και οι συνάδελφοι και προϊστάμενοι του εγκαλούντος, οι ισχυρισμοί δε αυτοί μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, καθώς παρίσταναν αυτόν ως υπάλληλο που ενεργεί αυθαίρετα και δεν σέβεται τους νόμους και τους πολίτες, ενώ αυτός είναι ένας ανώτερος υπάλληλος του ΥΕΝ με πολυετή ευδόκιμη υπηρεσία. ‘ Ετσι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται αφού αυτός δεν έδωσε κατά την απολογία του επαρκείς και πειστικές αποδείξεις". Στη συνέχεια και κατόπιν όλων αυτών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία ήτοι ότι "Ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται ειδικότερα στον Πειραιά την 09-06-2009 εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν και συγκεκριμένα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Πειραιά την από 09-06-2009 έγκλησή του, με την οποία καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα Ε. Τ., Προϊστάμενο του Τμήματος Έκδοσης πιστοποιητικών καταλληλότητας του ΥΕΝ για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, ισχυριζόμενος ότι αυτός, κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και των διατάξεων του νόμου αρνήθηκε να του χορηγήσει αυτοτελές πιστοποιητικό καταλληλότητας Αξιωματικού Μηχανής για Δ/Ξ Υγραεριοφόρα, παρά το ότι διέθετε όλες τις κατά νόμο προϋποθέσεις, για την έκδοσή του, επικαλούμενος δήθεν την ύπαρξη νόμου που επέβαλε την έκδοση ενός ενιαίου πιστοποιητικού και για πετρελαιοφόρα (το οποίο κατείχε ο κατηγορούμενος) και για υγραεριοφόρα και ζητώντας από αυτόν αυθαίρετα να επιστρέψει στην υπηρεσία το πιστοποιητικό καταλληλότητας για πετρελαιοφόρα που ήδη διέθετε, προκειμένου να εκδοθεί ένα ενιαίο πιστοποιητικό στο όνομα του, παρ’ όλο ότι γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, διότι τα δύο πιστοποιητικά, έπρεπε να φέρουν διαφορετικές ημερομηνίες έκδοσης και λήξης και όχι μια ενιαία, κάτι που θα του δημιουργούσε πρόβλημα στην ναυτολόγηση του, αφού θα παρατεινόταν αυθαίρετα η ισχύς ενός εκ των δύο πιστοποιητικών χωρίς να έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη εκ του νόμου διαδικασία των εξετάσεων και της θεώρησης. Οι ως άνω ισχυρισμοί όμως ήταν εν γνώσει του ψευδείς, καθώς, όπως τον ενημέρωσε και ο εγκαλών επανειλημμένα καθώς και ο αρμόδιος εισηγητής του γραφείου, η έκδοση ενιαίων πιστοποιητικών αποτελούσε μέρος της γενικότερης προσπάθειας και της τακτικής του ΥΕΝ να μειώσει την γραφειοκρατία και τον όγκο των χιλιάδων πιστοποιητικών που εκδίδονταν κάθε έτος, έτσι ώστε να είναι ευχερέστερος και ο έλεγχος του φακέλου του κάθε ναυτικού και της γνησιότητας των πιστοποιητικών του, ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος δεν υφίστατο καμία βλάβη από την ενοποίηση αλλά μάλλον όφελος, αφού το ένα εκ των πιστοποιητικών του (αρχικό και δη αυτό για πετρελαιοφόρα) θα ίσχυε για περισσότερο του κανονικού χρόνου, όπως και ο μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε αλλά και το ενιαίο επιπλέον θα ίσχυε για πέντε χρόνια, και όχι για τρία όπως ίσχυαν τα χωριστά. Παρ’ όλα αυτά και παρ’ ότι η ίδια τακτική ακολουθείται για όλους τους ναυτικούς, χωρίς κανείς άλλος να διαμαρτυρηθεί, αρνήθηκε να συνεργαστεί με την υπηρεσία και να καταθέσει το πιστοποιητικό καταλληλότητας για πετρελαιοφόρα που διέθετε, έτσι ώστε να εκδοθεί στο όνομα του ένα νέο πιστοποιητικό ενιαίο αυτή τη φορά και για πετρελαιοφόρα και για υγραεριοφόρα δεξαμενόπλοια. Εξάλλου ζήτημα δεν θα ανέκυπτε με τον τυχόν διαφορετικό χρόνο ισχύος της πιστοποίησης καταλληλότητας του ναυτικού για τη μία κατηγορία πλοίων σε σχέση με την άλλη, καθώς στο σχετικό έντυπο υπήρχε η ένδειξη "αφαίρεση", όπου εκεί θα μπορούσε να διευκρινίζεται για κάθε ναυτικό αν είχε λάβει ή δεν είχε λάβει παράταση καταλληλότητας για τη μία μόνο κατηγορία πλοίων. Ο λόγος δε που κατέθεσε την ψευδή του έγκληση ήταν για να εκφοβίσει τον εγκαλούντα που δεν ικανοποιούσε την ως άνω απαίτησή του και μάλιστα μόνο γι’ αυτόν παρ’ ότι την άποψη του εγκαλούντος ακολουθούσε το σύνολο της συγκεκριμένης υπηρεσίας με τη σύμφωνη γνώμη και του Προϊσταμένου αυτού (εγκαλούντος) και να επιτύχει την άδικη ποινική και πειθαρχική του δίωξη. Επίσης στον Πειραιά στις 09-06-2009, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και αυτός γνώριζε την αναλήθειά του, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Πειραιά την από 09-06-2009 έγκληση του κατά του εγκαλούντα, στην οποία ισχυρίσθηκε όσα παραπάνω αναφέρθηκαν και του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας και οι υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, οι προανακριτικοί υπάλληλοι και οι συνάδελφοι και προϊστάμενοι του εγκαλούντος, οι ισχυρισμοί δε αυτοί μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, καθώς παρίσταναν αυτόν ως υπάλληλο που ενεργεί αυθαίρετα και δεν σέβεται τους νόμους και τους πολίτες, ενώ αυτός είναι ένας ανώτερος υπάλληλος του ΥΕΝ με πολυετή ευδόκιμη υπηρεσία. Έτσι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται αφού αυτός κατά την απολογία του δεν έδωσε επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις για την ενέργεια του αυτή". Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης, αναγνωρίζοντας του την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων ( αρθρ. 84 παρ. 2 β ΠΚ). Με όλα αυτά τα οποία δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης και για τα οποία έχει καταδικασθεί ο αναιρεσείων, τις αιτιολογίες από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες υπήγαγε στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν των άρθρων 26, 27, 94, 229 παρ. 1 και 363 - 362 του ΠΚ και όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως, με ελλειπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Προσέτι και ο υπερχειλής δόλος του κατηγορουμένου με επάρκεια και πληρότητα αιτιολογείται καθώς και ο σκοπός του που ήταν να προκαλέσει με την κατάθεση της ψευδούς έγκλησής του την ποινική και πειθαρχική δίωξη του εγκαλούντος. Ειδικότερα και αναφορικά με τη σχετική ως προς το σημείο αυτό, αιτίαση, του αναιρεσείοντος ως προς την εκ μέρους του γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και ισχυρισθέντων από αυτόν πραγματικών περιστατικών υπάρχει πλήρης αιτιολογία, η οποία προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης ότι τόσον ο εγκαλών ως αρμόδιος υπάλληλος όσον και ο αρμόδιος εισηγητής του γραφείου τον είχαν ενημερώσει για την ακολουθούμενη ως προς το θέμα του διαδικασία επίλυσης αυτού. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που προβάλλει ο αναιρεσείων ως προς τη γνώση του ψεύδους των καταμηνυθέντων και ισχυρισθέντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας ( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.5.2015 αίτηση αναίρεσης με αριθμ. Ε.Μ. 26/2015 του Γ. Τ. του Γ., κατοίκου ... κατά της υπ’ αριθμ. 1079/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.