← Ελλάδα

ΑΠ 447/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 447 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως από κατηγορούμενο που είχε καταδικασθεί με ελαφρυντικό 84 § 2α ΠΚ για κακουργηματική εκβίαση από κοινού με την επίκληση ως νέου γεγονότος ενόρκου βεβαιώσεως μάρτυρα ενώπιον Ειρηνοδίκη. Απορρίπτεται η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται προφανώς βέβαιο ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ή ότι το αδίκημα που τέλεσε ήταν μικρότερης βαρύτητας με βάση την επικαλούμενη νέα απόδειξη - βεβαίωση σε συνδυασμό με τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου που τον κατεδίκασε προσκομισθείσες αποδείξεις. Αριθμός 447/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2187, 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1036/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 274/03.09.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 § 1, περ.2, 527 § 1,3 και 528 ΚΠΔ την από 29/6/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., (που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα δυνάμει του με αριθμό ... πληρεξουσίου), με την οποία αυτός ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 2.187, 2300/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών για την αξιόποινη πράξη της εκβίασης από κοινού και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι.Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 & 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδιασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή, το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο, σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδιασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1222/08, ΑΠ 1126/08, ΑΠ 1513/07). Στην κρινόμενη περίπτωση, η προαναφερθείσα με αριθμό 2187, 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι με την αριθμό 2167/2008 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης από τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας. Με την απόφαση αυτή ο Χ καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της εκβίασης από κοινού σε φυλάκιση 2 ετών και 6 μηνών, που συνίσταται στο ότι: "Στη ..., στις 15-1-1997 και ώρα 00.10, από κοινού με τους δύο αγνώστους δράστες, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν κατά την ανάκριση, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασαν άλλον με άσκηση σωματικής βίας εναντίον του και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής του, να προβεί σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του. Συνκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος στάθμευσε τα με αριθμ.... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του Ψ σε ερημική τοποθεσία όπου περίμεναν οι δύο άγνωστοι δράστες, οι οποίοι έσυραν δια της βίας, ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου, τον Ζ, κάτοικο ..., ενώ στη συνέχεια απειλώντας από κοινού αυτόν με ένα όπλο και ένα μαχαίρι αγνώστου προελεύσεως, τον εξανάγκασαν να γράψει και να υπογράψει καθ' υπαγόρευση του κατ/νου, μια εξοφλητική απόδειξη με το εξής περιεχόμενο: "Απόδειξη εξόφλησης. Ο υπογεγραμμένος Ζ έλαβα σήμερα 13-1-1997 από τον Χ το ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δια ολοσχερή εξόφληση της υπ' αριθμό ... διαταγής πληρωμής, δια κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα και προγράμματα πλειστηριασμού και παραιτούμαι του πλειστηριασμού και ουδεμία απαίτηση έχω 13-1-
  2. Ο λαβών Ζ, υπογραφή, Π. 870800, Χαλκίδα 13-1-97", την οποία στη συνέχεια, σε ακριβές φωτοαντίγραφο στις 15-1-1997 και ώρα 13.00), η σύζυγος του κατ/νου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας ..., ενώ διενεργείτο από αυτόν πλειστηριασμός ενός ακινήτου ιδιοκτησίας του κατ/νου, προς, ικανοποίηση απαιτήσεως του παθόντα εναντίον του (κατ/νου), προερχόμενης από ακάλυπτη επιταγή εκδόσεως αυτού (κατ/νου), ποσού 3.153.000 δρχ. περίπου, η οποία μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα είχε ανέλθει στο ποσό των 6.000.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός και κατά συνέπεια η ικανοποίηση της απαιτήσεως του παθόντα, επήλθε δε ζημία στην περιουσία αυτού (ως άνω παθόντα), ύψους 6.000.000 δραχμών. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, στην ανάγνωση των εγγράφων και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και στην απολογία του κατηγορουμένου. Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της αιτήσεώς του προσκομίζει την με αριθμό 5581/2009 ένορκη βεβαίωση του ... συνταχθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στην οποία ο ανωτέρω διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Είμαι, από 30ετίας περίπου, δικαστικός επιμελητής διορισμένος στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Είχα ακούσει από παλιά, αλλά και είχα πληροφορηθεί από δημοσιεύματα του τοπικού τύπου, ακόμη και πρόσφατα, ότι ο Χ καταδικάσθηκε στο Εφετείο, διότι, δήθεν, εκβίασε τον Ζ. Μόλις πρόσφατα, σε συνάντηση που είχα με τον συνάδελφο μου, δικαστικό επιμελητή Χαλκίδος ..., συζητήσαμε τυχαία για το θέμα αυτό και πληροφορήθηκα προσωπικά από τον ίδιο και σε σχέση με την δικαστική διαφορά μεταξύ Ζ και Χ, ότι ο Ζ στις 13/1/1997, δύο δηλαδή ημέρες πρό της ημέρας (15/1/1997) εκπλειστηριάσεως του ακινήτου ιδιοκτησίας του Χ, εξοφλήθηκε από τον ίδιο πλήρως και ολοσχερώς με μετρητά χρήματα ολόκληρη την απαίτηση του, γι αυτό άλλωστε δεν έχει προχωρήσει σε έκδοση νέου προγράμματος πλειστηριασμού αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια και ότι η μήνυση για εκβίαση που έγινε εις βάρος του Χ από τον Ζ, έγινε για λόγους εκδίκησης - διότι ο Χ είχε μηνύσει τον ίδιο τον Ζ και τον Τ - ότι ουδέποτε ο Ζ μετέβη στην ... με τον Χ την νύχτα της14ης/1/1997, αλλά ότι βρισκόταν στο σπίτι του Τ μέχρι την 01.30, περίπου, την νύχτα και ότι όλη η υπόθεση κατασκευάσθηκε και μεθοδεύθηκε από τον Ζ. Αυτά μου τα είπε προσωπικά ο ίδιος ο Τ σε συνομιλία που είχαμε μεταξύ μας, όπως επίσης με διαβεβαίωσε ρητά ότι ο Ζ πράγματι υπέγραψε ο ίδιος την εξοφλητική απόδειξη, όταν ο Χ του κατέβαλε το ποσόν των 6.000.000 δρχ. που του όφειλε. Είχα ηθική υποχρέωση να αναφέρω τα παραπάνω στον Χ, ήλθα σε επαφή μαζί του, του ανέφερα αυτά που μου είπε ο Τ, για τα οποία έχω προσωπική και άμεση αντίληψη και αυτός με παρεκάλεσε να καταθέσω ενόρκως όσα ελέχθησαν κατά την συνομιλία που είχα με αυτόν Τ, πράγμα το οποίο και πράττω σήμερα, διότι, όπως αποδεικνύεται, ο Χ, χωρίς καμία αμφιβολία, καταδικάσθηκε άδικα, για αδίκημα που στην πραγματικότητα δεν διέπραξε, με καταθέσεις και, δήθεν στοιχεία, μεθοδευμένα και κατευθυνόμενα από τον Ζ. Τα παραπάνω είμαι πρόθυμος να καταθέσω και ενώπιον οποιασδήποτε αρχής ή δικαστηρίου, οποτεδήποτε και εάν κληθώ. Αυτά αναγνωρίζω ρητά και δηλώνω". Η ένορκη αυτή βεβαίωση, προδήλως συνιστά νέο γεγονός, το οποίο αν γνώριζαν οι δικαστές οι οποίοι εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση, θα κατέληγαν σε απαλλακτική για τον αιτούντα κρίση, δεδομένου ότι δι' αυτής πλήρως αντικρούεται η κατάθεση του μηνυτή ότι απειλήθηκε από τον αιτούντα και υποχρεώθηκε να υπογράψει την εξοφλητική απόδειξη. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η με αριθμό 2187, 2300/07 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ισόβαθμο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς (528 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:1) Να γίνει δεκτή, η από 29/6/2009 αίτηση του Χ του , κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 2187, 2300/07 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. 2) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή 3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς. Αθήνα 17/7/2009 Ο Αντεισεγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν για κακουργηματική εκβίαση 2187, 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον κατεδίκασαν απόδειξη (ένορκη βεβαίωση) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 2617/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για κακουργηματική εκβίαση από κοινού με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρα 26 πα. 1, 27 παρ. 1, 45, 385 παρ. 1 εδαφ. στ' σε συνδυασμό με το άρθρο 380 παρ. 1 και 84 παρ. 2 περ. α' Π.Κ.) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Ειδικότερα από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο ήδη αιτών καταδικάσθηκε (κατά πλειοψηφία) για το ότι "την 15.1.1997 επρόκειτο να διενεργηθεί ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας ... πλειστηριασμός ενός ακινήτου ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου (ήδη αιτούντος) προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του εγκαλούντος Ζ προερχομένη απ' ακάλυπτη επιταγή εκδόσεως του κατηγορουμένου Χ ποσού 3.153.000 δρχ. η οποία μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα είχε ανέλθει στο ποσό των 6.000.000 δρχ. Ενόψει του πλειστηριασμού αυτού ο ήδη αιτών με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εξανάγκασε από κοινού με δύο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας συνεργούς του, με άσκηση σωματικής βίας εναντίον του και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής του, τον εγκαλούντα Ζ να προβεί σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του και συγκεκριμένα για να επιτύχει την υλοποίηση του εγκλήματος που είχε σχεδιάσει αρχικά έπεισε τον εγκαλούντα να εισέλθει στο ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του Ψ, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος ο αιτών κατηγορούμενος για να μεταβούν στην ..., όπου, όπως ψευδώς τον διαβεβαίωσε θα ελάμβανε από τρίτο πρόσωπο τα χρήματα που θα έδινε στον εγκαλούντα προς εξόφληση της άνω απαιτήσεως του τελευταίου και όταν έφθασε περί ώρα 00.10 της 15.1.1997 σε ερημική τοποθεσία στη ... και σταμάτησε εμφανίσθηκαν οι δύο άγνωστοι συνεργοί του κατηγορουμένου οι οποίοι ανέμεναν εκεί και έσυραν βιαίως έξω από το αυτοκίνητο αφού άνοιξαν την θύρα του συνοδηγού του εγκαλούντα και απειλώντας αυτόν με ένα όπλο και ένα μαχαίρι από κοινού τον υποχρέωσαν να υπογράψει χωρίς τη θέλησή του καθ' υπαγόρευση του κατηγορουμένου την εξοφλητική απόδειξη με περιεχόμενο ότι ο εγκαλών Ζ έλαβε στις 13/1/1997 από τον ., το ποσό των 6.000.000 δρχ. σε ολοσχερή εξόφληση της 457/1994 διαταγής πληρωμής για κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα και προγράμματα πλειστηριασμού και ότι παραιτείτο του πλειστηριασμού και δεν είχε ουδεμία απαίτηση και με τόπο και ημερομηνία ... 13.1.1997 καθώς και το αρχικό γράμμα του κυρίου ονόματος και το επώνυμό του και την υπογραφή του εγκαλούντος όπως και τα στοιχεία Π. 870800, κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών". Αυτήν δε την εξοφλητική απόδειξη στην συνέχεια προσεκόμισε σε ακριβές φωτοαντίγραφο περί ώρα 13.00 στις 15/1/1997 η σύζυγος του ήδη αιτούντος κατηγορουμένου στον άνω Συμβολαιογράφο Χαλκίδας ... ενώπιον του οποίου διενεργείτο ο πλειστηριασμός του ακινήτου ιδιοκτησίας του αιτούντος για την άνω απαίτηση του εγκαλούντος με συνέπεια να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός και η ικανοποίηση της απαιτήσεως του παθόντος με αντίστοιχη ζημία του". Ήδη ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και προς τούτο επικαλείται και προσκομίζει ως νέα απόδειξη την ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών υπ' αριθμό 5581/29.6.2009 ένορκη βεβαίωση του εμφανισθέντος ... ο οποίος ενόρκως εδήλωσε ότι είναι αληθή τα εξής: "Είμαι, από 30ετίας περίπου δικαστικός επιμελητής διορισμένος στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Είχα ακούσει από παλιά, αλλά και είχα πληροφορηθεί από δημοσιεύματα του τοπικού τύπου ακόμα και πρόσφατα, ότι ο Χ καταδικάσθηκε στο Εφετείο, διότι, δήθεν εκβίασε τον Ζ. Μόλις πρόσφατα σε συνάντηση που είχα με τον συνάδελφό μου δικαστικό επιμελητή Χαλκίδος ..., συζητήσαμε τυχαία για το θέμα αυτό και πληροφορήθηκα προσωπικά από τον ίδιο και σε σχέση με την δικαστική διαφορά μεταξύ Ζ και Χ, της ημέρας (15/1/1997) εκπλειστηριάσεως του ακινήτου ιδιοκτησίας του Χ, εξοφλήθηκε, από τον ίδιο πλήρως και ολοσχερώς με μετρητά χρήματα ολόκληρη την απαίτησή του, γι' αυτό άλλωστε δεν είχε προχωρήσει σε έκδοση νέου προγράμματος πλειστηριασμού αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια και ότι η μήνυση για εκβίαση που έγινε εις βάρος του Χ από τον Ζ, έγινε για λόγους εκδίκησης, διότι ο Χ είχε μηνύσει τον ίδιο τον Ζ και τον Τ, ότι ουδέποτε ο Ζς μετέβη στην ... με τον Χτην νύχτα της 14ης/1/1997, αλλά ότι βρισκόταν στο σπίτι του Τ μέχρι την 01.30 περίπου, την νύχτα και ότι όλη η υπόθεση κατασκευάσθηκε και μεθοδεύθηκε από τον Ζ. Αυτά μου τα είπε προσωπικά ο ίδιος ο Τ σε συνομιλία που είχαμε μεταξύ μας, όπως επίσης με διαβεβαίωσε ρητά ότι ο Ζ πράγματι υπέγραψε ο ίδιος την εξοφλητική απόδειξη, όταν ο Χ του κατέβαλε το ποσόν των 6.000.000 δρχ. που του όφειλε. Είχε ηθική υποχρέωση να αναφέρω τα παραπάνω στον Χ, ήλθα σε επαφή μαζί του, του ανέφερα αυτά που μου είπε ο Τ, για τα οποία έχω προσωπική και άμεση αντίληψη και αυτός με παρεκάλεσε να καταθέσω ενόρκως όσα ελέγχθηκαν κατά την συνομιλία που είχα με αυτόν Τ, πράγμα το οποίο και πράττω σήμερα, διότι, όπως αποδεικνύεται, ο Χ χωρίς καμία αμφιβολία, καταδικάσθηκε άδικα, για αδίκημα που στην πραγματικότητα δεν διέπραξε με καταθέσεις και δήθεν στοιχεία, μεθοδευμένα και κατευθυνόμενα από τον Ζ. Τα παραπάνω είμαι πρόθυμος να καταθέσω και ενώπιον οποιασδήποτε αρχής ή δικαστηρίου, οποτεδήποτε και αν κληθώ". Η ένορκη αυτή βεβαίωση είναι μεταγενέστερη της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών και είναι η μοναδική νέα απόδειξη που αυτός επικαλείται προς ευδοκίμηση της αιτήσεώς του για επανάληψη της διαδικασίας ισχυριζόμενος ότι εάν είχαν τεθεί τα δι' αυτής βεβαιούμενα, περιστατικά υπόψη των δικαστών του άνω δικαστηρίου θα έκρινε διαφορετικά και επωφελώς γι' αυτόν. Αυτά που αναφέρει ο άνω βεβαιών στην μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος και κατά προτροπή του τελευταίου δοθείσα ένορκη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών βεβαίωση δεν τα γνωρίζει από δική του αντίληψη αλλά δηλώνει ότι τα πληροφορήθηκε από τον συνάδελφό του δικαστικό επιμελητή στη.... Δεν διαπιστώνεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά που διαλαμβάνονται στην άνω ένορκη βεβαίωση ως προς το γεγονός ότι κατά τη νύχτα τελέσεως της άνω κακουργηματικής πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών δεν είχε μεταβεί μαζί με αυτόν ο εγκαλών στην Αθήνα αλλά ότι ο Ζ βρισκόταν μέχρι την 01.30 περίπου της 15/1/1997 στην οικία του Τ. Δεν δόθηκε κάποια εξήγηση για ποιο λόγο παρέμεινε μέχρι τόσο προχωρημένη ώρα ο εγκαλών στην κατοικία του άνω δικαστικού επιμελητή. Από τα πρακτικά της δίκης στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την καταδικαστική σε βάρος του αιτούντος απόφαση προκύπτει ότι εξεταζόμενος ο εγκαλών κατέθεσε ότι είχε μεταβεί την ημέρα εκείνη στην κατοικία του Τ και της συζύγου του Θ που ήταν επίσης δικαστική επιμελήτρια και ότι κάθισε εκεί μέχρι ώρας 7 μ.μ. και ότι ενημέρωσε την Θ ότι με τον αιτούντα θα ευρισκόταν κάποια λύση για την οφειλή του και ότι υπήρχε κατ' αρχήν συμφωνία μεταξύ των καθώς και ότι η Θ δεν του έφερε καμμία αντίρρηση προσθέτοντας ότι ο σύζυγός της απουσίαζε από την κατοικία τους. Επίσης εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του ίδιου Πενταμελούς Εφετείου η Θ κατέθεσε ότι στις 14/1/1997 το απόγευμα περί ώρα 6 ήλθε στην κατοικία της ο εγκαλών και της ανήγγειλε ότι είχε συμφωνήσει με τον ήδη αιτούντα κατηγορούμενο να συμβιβασθούν και ότι ο τελευταίος θα του έδινε χρήματα αφού τα έπαιρνε από μια συγγενή του ενώ στο τέλος της καταθέσεώς της αρνήθηκε η ίδια μάρτυρας ότι είχε ποτέ ειπεί ότι ο εγκαλών παρέμεινε στην κατοικία της μέχρι ώρας 01.00 τη νύκτα. Ακόμη ο ενόρκως βεβαιών ανέφερε ότι, όπως ρητά τον διαβεβαίωσε ο Τ, στις 13/1/1997 καταβλήθηκε από τον ήδη αιτούντα στον εγκαλούντα σε μετρητά το ποσό που του όφειλε πριν από την ημέρα που είχε ορισθεί για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου του και ότι υπέγραψε ο εγκαλών στην σχετική εξοφλητική απόδειξη χωρίς να διευκρινίζει εάν παρευρίσκετο στην καταβολή των οφειλομένων από τον αιτούντα και το άτομο που του έδωσε αυτήν την πληροφορία. Παρόμοιος ισχυρισμός είχε προβληθεί κατά την ακροαματική διαδικασία στο Πενταμελές Εφετείο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση όπως προκύπτει από την κατάθεση ως μάρτυρα υπερασπίσεως σε εκείνο το δικαστήριο της συζύγου του ήδη αιτούντος Ψ αλλά και από την απολογία εκείνου ως κατηγορουμένου και ερευνήθηκε χωρίς να γίνει δεκτός, κατά την γνώμη που επικράτησε στο άνω δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, η επικαλούμενη από τον αιτούντα ως νέα απόδειξη άνω ένορκη βεβαίωση τόσο από μόνη της όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες αποδείξεις με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών ετέλεσε την πράξη για την οποία κατεδικάσθη αμετακλήτως δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος της κακουργηματικής εκβίασης από κοινού ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε. Είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες οι άλλες αιτιάσεις στο πρώτο μέρος της υπό κρίση αιτήσεως που κατατείνουν σε επανέλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως από νομικής και ουσιαστικής πλευράς και δεν αφορούν σε νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν επανάληψη της διαδικασίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.6.2009 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 2187, 2300/2007 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.