← Ελλάδα

ΑΠ 448/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Δικαστήριο Αναθεωρητικό

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 448 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Δικαστήριο Αναθεωρητικό. Περίληψη: Πλαστογραφία μετά χρήσεως.

  1. Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία και νόθευση αποδείξεων πληρωμής από στρατιωτική μονάδα προς ιδιώτη εργολάβο, καταρτίζοντας τες καθ' ολοκληρία από δράστη ή υπογράφοντάς τες μόνο κατ' απομίμηση της υπογραφής του φερόμενου εκδότη τους.
  2. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
  3. Όχι απόλυτη ακυρότητα με τη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μαρτυρικής κατάθεσης και ανακριτικής απολογίας κατηγορουμένου που περιέχονταν στην πρωτοβάθμια απόφαση.
  4. Άσκηση έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης από Εισαγγελέα. Αιτιολογία αυτής αλλιώς το Δικαστήριο που δέχεται μια τέτοια (αναιτιολόγητη) έφεση υπερβαίνει την εξουσία του και καθιστά αναιρετέα την απόφασή του.
  5. Απόρριψη όλων των ως άνω λόγων ως αβασίμων και απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης στρατιωτικού Δικαστηρίου (Αναθεωρητικού) στο σύνολό της εξουσίας. Αριθμός 448/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, για αναίρεση της 323/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 20 Νοεμβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 517/
  6. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 26-3-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 323/2008 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 12-3-
  7. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 212 του ν. 2287/1995 - Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με την ως άνω αίτηση θα συνεξετασθούν οι από 20-11-2009 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο,. Ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, δηλονότι της τέλεσης από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων της μιάς ομοειδών πράξεων που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό του αυτού ή διαφόρων προσώπων, με ενότητα του δόλου του δράστη ως προς την τέλεση αυτών, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της δε λαμβάνει το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 323/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά μήνα Ιούνιο 2002 και συγκεκριμένα από 10-6-2002 έως 29-6-2002 ο Ζ τοποθετήθηκε στο 1° Τμήμα Συνόρων της ΓΥΣ ως αντικαταστάτης του κατηγορουμένου, τότε Ανχη (Γ) ..., ο οποίος είχε λάβει δεκαπενθήμερη αναρρωτική άδεια λόγω τροχαίου ατυχήματος. Κατά το ως άνω επίμαχο χρονικό διάστημα και ειδικότερα από 12-6-2002 έως 21-6-2002, εξεδόθησαν από το 1° ΤΕΑΣ ... αποδείξεις πληρωμής προς τον επιτηδευματία ιδιώτη ..., ο οποίος είχε εκτελέσει εργασίες τοποθέτησης πυραμίδων στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, συνολικού ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και σαράντα λεπτών (2.378,4 €). Οι αποδείξεις πληρωμής της Μονάδας προς τους συμβεβλημένους εργολάβους, συμπληρώνονταν από τον Διοικητή του 1ου ΤΕΑΣ ή από οριζόμενο προς τούτο υπάλληλο, υπογράφονταν από τον εργολάβο, του οποίου εθεωρείτο το γνήσιο της υπογραφής από το οικείο Αστυνομικό Τμήμα όπου εκτελείτο το έργο και από τον Διοικητή και στη συνέχεια προωθούνταν στα αρμόδια οικονομικά όργανα της Μονάδος, στο ΕΛΔΑΠ και τελικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο προς έγκριση και καταλογισμό της δαπάνης. Από τις παραπάνω αποδείξεις οι υπ' αριθ. 3 έως 16 συντάχθηκαν (κατά το περιεχόμενο τους) από τον Μόνιμο Υπάλληλο της Ξ ενώ οι υπόλοιπες από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ως "ΚΑΤΑΒΑΛΩΝ" τα αναγραφόμενα στις αποδείξεις χρηματικά ποσά φέρεται ότι είναι ο Ζ και του οποίου η υπογραφή φέρεται να υπάρχει στην οικεία στήλη όλων των προαναφερομένων αποδείξεων. Στην πραγματικότητα όμως οι υπογραφές αυτές δεν ετέθησαν από τον Ζ, ο οποίος τις αμφισβήτησε εξαρχής δηλαδή μόλις έλαβε γνώση αυτών, αλλά από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, για λογαριασμό του Ζ και χωρίς να έχει τη συναίνεση αυτού, την 29-6-2002, όπως ο ίδιος ομολόγησε και όπως περίτρανα αποδείχθηκε από ειδικώς διεξαχθείσα γραφολογική εξέταση στα πλαίσια κυρίας ανάκρισης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι επίμαχες αποδείξεις κατασχέθηκαν από τον Τακτικό Ανακριτή της υπόθεσης και παραδόθηκαν στα χέρια του από το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο οποίο είχαν διαβιβασθεί αρμοδίως και ιεραρχικά για καταλογισμό. Η ενοχή του κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη επιβεβαιώνεται από τον τρόπο που ενήργησε, όταν διαπίστωσε ότι κάποιες από τις επίμαχες αποδείξεις, που είχαν συνταχθεί από τον Μόνιμο Πολιτικό Υπάλληλο του ΥΕΘΑ και τότε στο 1° Τμήμα Συνόρων κύριο Ξ, για τις εργασίες που είχαν διενεργηθεί στην Ελληνοαλβανική μεθόριο, την περίοδο που Διοικητής της μονάδος ήταν ο Ζ, δεν έφεραν τις υπογραφές του τελευταίου, που είχε ήδη αποχωρήσει. Ο κατηγορούμενος θέλησε να επιλύσει την εκκρεμότητα αυτή θέτοντας στις αποδείξεις υπογραφή ως Ζ, μολονότι γνώριζε ότι ο συνάδελφος του δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς τον ιδιώτη εργολάβο, που είχε αναλάβει τις σχετικές εργασίες και χωρίς καμμία προηγούμενη συνεννόηση και λήψη της απαραίτητης συναινέσεως για την πράξη αυτή από τον Ζ. Ο ισχυρισμός του, κατά την απολογία του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ζ, ενημερώνοντάς τον για την ύπαρξη του περί ου ο λόγος διαδικαστικού προβλήματος και ότι έλαβε από τον τελευταίο Ζ την συγκατάθεσή του για να κλείσουν οι εν λόγω εκκρεμότητες, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται μέσα από κανένα δικονομικό στάδιο σχηματισμού της δικανικής κρίσεως της υποθέσεως, αλλά καταρρίπτεται από την επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρος Ζ, ο οποίος κατηγορηματικά δήλωσε ότι για πρώτη φορά έμαθε για την υπογραφή του στις αποδείξεις το έτος 2004, όταν εκλήθη να καταθέσει στο ΓΕΣ, που διερευνούσε καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες στα εκτελεσθέντα στην Ελληνοαλβανική μεθόριο έργα. Άμεσα, τότε, αμφισβήτησε την γνησιότητα των υπογραφών, ζήτησε γραφολογική εξέταση και ολοκλήρωσε την αντίδραση του με την υποβολή της από 21-12-2004 μηνύσεως του ενώπιον του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών. Επιπλέον και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με συνέπεια και σταθερότητα τόσο στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτού του Στρατοδικείου Αθηνών, στα πλαίσια της κύριας ανακρίσεως (την 13-1-2006), όσο και στην επ' ακροατηρίω απολογία του δεν αρνείται την ουσιώδη πλήρωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του, όπως αυτά περιγράφησαν και ανελύθησαν στο νομικό σκεπτικό της αποφάσεως, επικαλούμενος όμως ως αιτιολογικό εφαλτήριο την πίεση που δεχόταν από τον εργολάβο ... για την καταβολή των ποσών, που αντιστοιχούσαν στις εκτελεσθείσες εργασίες, αλλά επιπροσθέτως και την ανάγκη λογιστικής τακτοποίησης του όλου ζητήματος, ώστε το Τμήμα του να μην εμφανίζει οικονομική εκκρεμότητα. Κατά συνέπεια, η αναφορά και επίκληση της από ... Έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης, η οποία στα τελικά της συμπεράσματα καταλήγει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο χαράκτης όλων των υπογραφών επί των εξεταζόμενων αποδείξεων, συμπεριλαμβανομένου και αυτών που αποδίδονται στονΖ, απλώς επιρρωνύει την θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης, ως προς το σκέλος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Ωστόσο και η υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος πληρούται, καθώς πέρα από την αποδοχή και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο της πράξης του, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως ανοησία και η οποία καταδεικνύει την γνώση του και την συνακόλουθη θέληση πραγμάτωσης των αντικειμενικών στοιχείων που συνθέτουν την ποινική δομή της πλαστογραφίας, καταφάσκεται και ο πρόσθετος σκοπός του να παραπλανήσει με την χρήση των επίμαχων αποδείξεων άλλον και συγκεκριμένα την ιεραρχική αλυσίδα των οικονομικών υπηρεσιών, που στα πλαίσια της θεσπισμένης λειτουργίας τους είχαν ως καθήκον τους τον έλεγχο και την έγκριση των δαπανών και την διαφύλαξη της ορθής και χρηστής οικονομικής διαχείρισης της Διοίκησης, που εν προκειμένω προσωποποιείτο στο 1° Τμήμα Συνόρων και ευρύτερα στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού (ΓΥΣ). Χαρακτηριστικές, άλλωστε είναι οι μαρτυρικές καταθέσεις τόσο του Αντισυνταγματάρχη ..., που σημειώνει ότι η δαπάνη πέρασε από τα οικονομικά όργανα και ότι αυτά πρέπει να παραπλανήθηκαν, όσο και εκείνες των: ..., Συνταγματάρχη (Ο), οι οποίοι σημειώνουν ότι εάν οι υπηρεσίες είχαν υπόψη τους καταγγελίες για πλαστότητα των αποδείξεων, ενδείξεις ή γνώση για πλαστότητα τότε σε καμμία περίπτωση δεν θα ενέκριναν την δαπάνη για τις τελεσθείσες εργασίες. Κατά λογική συνέπεια, ο κατηγορούμενος με την πράξη της κατάρτισης των πλαστών αποδείξεων είχε σκοπό να παραπλανήσει τις σχετικές αρχές (οικονομική υπηρεσία ΓΥΣ, ΕΑΔΑΠ, Ελεγκτικό Συνέδριο), ώστε να μην υπάρξει το οποιοδήποτε πρόβλημα απόρριψης των σχετικών δαπανών και ανάδειξης της λογιστικής ανωμαλίας, αλλά αντίθετα να διασφαλιστεί η έγκριση των εν λόγω πληρωμών και η επακόλουθη νομιμοποίηση των ενεργειών του, στο πεδίο των οικονομικών συναλλαγών. Εξάλλου, απορριπτέος κρίνεται και ο όψιμος, καθώς προβλήθηκε για πρώτη φορά στο ακροατήριο, ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η έλλειψη από πλευράς του σκοπού παραπλάνησης των οικονομικών υπηρεσιών καταγιγνώσκεται από το γεγονός ότι διόρθωσε την πράξη του (της πλαστογραφίας) και συνέταξε νέες αποδείξεις, από διαφορετικό βιβλίο αποδείξεων (μπλοκ), τις οποίες και υπέβαλε στην υπηρεσία του. Αυτές οι αποδείξεις υποβλήθηκαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο και όχι οι πλαστές, οι οποίες κατά τον κατηγορούμενο αφαιρέθηκαν αργότερα, φωτοτυπήθηκαν και έφτασαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου ο ίδιος να καταστεί θύμα συνομωσίας, που σχετίζεται και με την ύπαρξη των ανωνύμων επιστολών για οικονομικές ατασθαλίες στις εργασίες στην Ελληνοαλβανική μεθόριο. Συμπληρώνει δε ότί το μπλοκ με τις πλαστές αποδείξεις δεν το κατέστρεψε, αλλά το είχε αφήσει στην υπηρεσία του. Όλα τα παραπάνω, όπως εξαρχής τονίστηκε κρίνονται αβάσιμα, καθώς τον Ιανουάριο του 2006, κατά την απολογία του στον Ανακριτή του Στρατοδικείου Αθηνών, ο Αντισυνταγματάρχης (Γ) Χ ουδέν σχετικό επικαλείται, ενώ ήδη έχει περάσει ικανό χρονικό διάστημα από την εξέλιξη των γεγονότων και ο ίδιος θα έπρεπε τότε να έχει μία πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα της υποθέσεως και άρα να συνεισφέρει και με στοιχεία για την συνωμοσία που εξυφάνθηκε εναντίον του και τον κατέστησε κατηγορούμενο. Επιπροσθέτως, ελάχιστα πιστευτή μπορεί να γίνει η επίκληση ότι συνετελέσθη αρχικά κλοπή του μπλοκ με τις πλαστές επιταγές από την υπηρεσία του κατηγορουμένου και εν συνεχεία αυτές έφτασαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο και αντικατέστησαν τις ορθές και νόμιμες. Κανένα περιστατικό κλοπής οικονομικών εγγράφων από το 1° Τμήμα Συνόρων δεν προκύπτει από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού της εν λόγω υπόθεσης, ούτε και η διαδικασία και μεθοδολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θεμελιωμένη στο κύρος του ως εποπτικού και ελεγκτικού μηχανισμού του συνόλου των κρατικών δαπανών, επιτρέπει και την παραμικρή υπόνοια ότι μπορεί να υπήρξε αλλοίωση ή αντικατάσταση των στοιχείων που επεξεργάζεται και ελέγχει. Εντύπωση, τέλος δημιουργεί και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αν και έμπειρος αξιωματικός, μολονότι συναισθάνθηκε το ατόπημα της πράξης του και ενήργησε τα δέοντα να το διορθώσει, δεν προχώρησε και στην ολοκληρωτική καταστροφή των πλαστών αποδείξεων, ώστε να διασφαλίσει πλήρως ότι αυτές δεν πρόκειται να υποπέσουν στην αντίληψη κακόπιστων, οι οποίοι θα ήθελαν να βλάψουν τον ίδιο και την περαιτέρω σταδιοδρομία του στο στράτευμα, αλλά αντίθετα περιορίστηκε να φυλάξει το συγκεκριμένο μπλοκ. Η εξήγηση του, ότι τότε θεώρησε το θέμα λήξαν και δεν μπορούσε να διανοηθεί τις διαστάσεις που τελικά θα έπαιρνε, δεν γίνεται δεκτή. Συμπερασματικά, βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί της πλήρωσης και της υπερχειλούς αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Οι παραπάνω σκέψεις οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, την 29-6-2002 κατ' ορθότερο χρονικό προσδιορισμό, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα πλαστογράφησε τις με αριθμούς ..., αποδείξεις πληρωμής προς τον ιδιώτη ..., αναγράφοντας τα στοιχεία τους και θέτοντας στη θέση "Ο ΚΑΤΑΒΑΛΩΝ" υπογραφή ως Ζ, ενώ ο τελευταίος ποτέ δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς τον παραπάνω ιδιώτη, τα ανωτέρω δε έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα της μονάδας του, αλλά και το σύνολο των οικονομικών-ελεγκτικών οργάνων, που εγκρίνουν τις δαπάνες των στρατιωτικών μονάδων και υπηρεσιών, παρουσιάζοντας τις προαναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής να είναι υπογεγραμμένες από τον Ζ, ο οποίος το επίδικο διάστημα ασκούσε καθήκοντα Διοικητού Τμήματος Συνόρων, ώστε να πραγματοποιηθεί κανονικά η εκκαθάριση των υπομνημάτων των εν λόγω αποδείξεων (με βάση όμως τις πλαστές) και κατά συνέπεια θα πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί αυτός ένοχος. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ

(8)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία
(3)χρόνια. Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα, αιτιολογεί η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα του άμεσο δόλο και των εγκληματικό σκοπό (υπερχειλή δόλο) του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση του, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης-πλήρους γνώσης), για την πλαστότητα των ανωτέρω εγγράφων (24 αποδείξεων πληρωμής) του 1ου ΤΕΑΣ προς του επιτηδευματία ιδιώτη ...), τα οποία υπόγραψε ο ίδιος θέτοντας κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση του την υπογραφή του Ζ, φερομένου έτσι ως εκδότη όλων αυτών του τελευταίου, όπως επίσης αιτιολογείται στην ίδια απόφαση η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία υπέβαλε στη συνέχεια τα ως άνω πλαστά έγγραφα στα αρμόδια οικονομικό όργανα της Μονάδας που τότε αυτός υπηρετούσε (1ο Τάγμα Συνόρων της ΓΥΣ), στο ΕΛΔΑΠ και τελικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο προς έγκριση και καταλογισμό της δαπάνης. Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει κάποια απόφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης με τον προσδιορισμό στο διατακτικό ότι από τις 24 πλαστές αποδείξεις, που φέρονται ότι εκδόθηκαν από το μηνυτή Ζ, με την πλαστογράφηση της υπογραφής του από τον κατηγορούμενο, το περιεχόμενο των 14 απ' αυτής είχε γραφεί από τον πολιτικό υπάλληλο της ίδιας υπηρεσίας Ξ, ενώ το περιεχόμενο των λοιπών 12 έγραψε ο ίδιος κατηγορούμενος, αφού τελικά σε όλες έχει πλαστογράψει την υπογραφή του Ζ, που φέρεται ως εκδότης αυτών (ενεργώντας για λογαριασμό της ως άνω υπηρεσίας τους) και ως προς το σημείο αυτό ουδεμία διαφοροποίηση υπάρχει μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης που θα είχε έννομες συνέπειες για την ενοχή του για την αξιόποινη πράξη που τέλεσε. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και αντίστοιχοι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενοι απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίκληση, κατ' επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας η περί την εκτίμηση των παραπάνω αποδείξεων, περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας (Αναθεωρητικό Δικαστήριο), έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του, αμέσως και εκθέτει: α)τη μαρτυρική κατάθεση του ... και β)την απολογία του στον Ανακριτή του Στρατοδικείου Αθηνών, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά την επ' ακροατηρίω αποδεικτική διαδικασία και εντεύθεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα αυτής (διαδικασίας) και η απόφαση είναι αναιρετέα γι' αυτόν το λόγο. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα το τέλος της 7ης σελίδας αυτών, ο Πρόεδρος του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ανέγνωσε στο ακροατήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απαλλακτική (κατά πλειοψηφία) γι' αυτόν απόφαση του Στρατοδικείου Ιωαννίνων. Από την επιτρεπτή δε επισκόπηση των τελευταίων πρακτικών προκύπτει ότι περιέχεται σ' αυτά η κατάθεση του τότε ... ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου-Στρατοδικείου Ιωαννίνων (βλ. σελ. 104 αυτών), ενώ στην 20η σελίδα των ιδίων πρακτικών γίνεται μνεία της από 13-6-2006 απολογίας του ενώπιον του Ανακριτή του Στρατοδικείου Αθηνών που έλαβε υπόψη της η μειοψηφία του εν λόγω δικαστηρίου για το σχηματισμό της καταδικαστικής σε βάρος του κρίσης της, σε αντίθεση με την γνώμη της πλειοψηφίας. Επομένως με την ανάγνωση των πρακτικών και απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, όχι αμέσως και ευθέως, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά εμμέσως και επιτρεπτώς την προαναφερόμενη μαρτυρική κατάθεση και ανακριτική απολογία του και δεν προκλήθηκε ως εκ τούτου απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Συνεπώς ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ΚΠΔ, που αφορούν την ανάγνωση των εγγράφων, προκύπτει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το έγγραφο που αναγνώσθηκε και τα οποία όμως δεν συμπίπτουν πάντα με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, μεταξύ των άλλων εγγράφων και χωρίς κάποια αντίρρηση από οιονδήποτε παράγοντα της δίκης, "μία κατάσταση με περιγραφές αγορών και έργων" (βλ. 8η σελίδα των πρακτικών αυτών). Από τον με αυτόν προσδιορισμού του εγγράφου αυτού, ενόψει του περιεχομένου της δίκης και της ανυπαρξίας ετέρου παρόμοιου εγγράφου με την ίδια περιγραφή, το έγγραφο αυτό επαρκώς προσδιορίζεται και μπορούσε να αντικρούσει ο κατηγορούμενος την αυθεντικότητα και το περιεχόμενό του. Ας σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία του αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της ανάγνωσης και λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκούμενης υπό του Εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Εξ άλλου oι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όμως δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένους όρους ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Περαιτέρω με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο, ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου. Ούτω μέσα στην ικανή προθεσμία των δέκα ημερών από την έκδοση της αποφάσεως (άρθρα 473 παρ.1 και 486 παρ.1 ΚΠΔ) ο Εισαγγελεύς μπορεί αποτελεσματικά να εκτελέσει τα καθήκοντα του καl να κρίνει με ασφάλεια αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ή όχι προς άσκηση εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως. Εξ όλων αυτών παρέπεται ότι η άνω διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και τούτο διότι με την απαιτουμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως δεν παραβιάζεται το δικαίωμα του για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε καταλύεται στην πράξη το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέως, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως και να ζητήσουν την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά υποβάλλουν συνήθως με τους συνηγόρους τους σχετική αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα για να την ασκήσει ο τελευταίος αυτός (Ολ.ΑΠ 9/2005). Τα ανωτέρω ισχύουν και επί εφέσεων αποφάσεων των πρακτικών ποινικών δικαστηρίων (άρθρο 213 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα(ν. 2287/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση εφέσεως του Αντεισαγγελέα του Στρατοδικείου Ιωαννίνων ..., που παραδεκτώς επισκοπείται για την εξέταση των λόγων αναίρεσης, στην εν λόγω έφεση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που θεμελιώνουν το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο πλημμέλημα της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσεως αυτών κατ' εξακολούθηση και αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, δηλονότι η έφεση αυτή έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατ' άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων που παρέστη με συνήγορο κατά την εκδίκαση της ως άνω έφεσης του Εισαγγελέα δεν πρότεινε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κάποια αντίρρηση με οιαδήποτε μορφή ως προς το παραδεκτό της έφεσης αυτής (έλλειψη αιτιολογίας). Επομένως το Αναθεωρητικό Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση την έκρινε παραδεκτά και στη συνέχεια προέβη στην ουσιαστική έρευνα της δεν έσφαλε και συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του ΚΠΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση της εξουσίας του από το δικαστήριο που την εξέδωσε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 20 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 323/2008 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.