Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 454 / 2013 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Ε.Σ.Δ.Α., Πρόσθετοι λόγοι. Περίληψη: Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούμενοι από αναιρεσείοντα κρατούμενο. Εάν αυτοί ασκηθούν με δήλωση προς τον Διευθυντή των φυλακών και όχι στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι κάμπτεται το εκ του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠΔ απαράδεκτο αυτών, και ο αναιρεσείων δεν υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή, ως κρατούμενος, αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, διότι αυτός σε κάθε περίπτωση αν είναι χαμηλού εισοδήματος έχει δυνατότητα διορισμού συνηγόρου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. ΑΡΙΘΜΟΣ 454/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο ,- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελεονώρα Φρατζεσκάκη περί αναιρέσεως της 13/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία " Τράπεζα Εurobank Ergasias Α.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως και τους από 30 Μαρτίου 2012 και 17 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1423/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2, 474 παρ. 1, 2, και 509 παρ. 1 εδ. α' και 2 του ΚΠοινΔ, οι περιεχόμενοι στην έκθεση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων λόγοι, πρέπει, για να είναι τούτο παραδεκτό, να περιλαμβάνονται στους αναφερομένους στο άρθρο 510 του ιδίου Κώδικα λόγους και να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να περιέχονται δε στο σώμα της συντασσομένης σχετικής εκθέσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 148 του αυτού Κώδικα από το δικαστικό γραμματέα ή, επί κρατουμένου αναιρεσείοντος, τον διευθυντή των φυλακών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι πρέπει να συνταχθεί έκθεση, που περιλαμβάνει τους λόγους αυτής, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο αναιρετικό δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων βάσει της ως άνω συνταγματικής επιταγής, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν οι λόγοι αναιρέσεως δεν περιλαμβάνονται στο κύριο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε με έκθεση ενώπιον του διευθυντού των φυλακών, όπου ο αναιρεσείων κρατείται, αλλά σε επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του αναιρεσείοντος που περιέχει τους αναιρετικούς λόγους, το οποίο έχει επισυναφθεί και μνημονεύεται ρητώς στην έκθεση και για το οποίο έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση καταθέσεως, οι λόγοι αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλονται με αυτόν τον τρόπο, διότι, άλλως, ο αναιρεσείων υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Στην προκειμένη περίπτωση η υπ' αριθ. 40/23.11.2011 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 13/7.1.2011 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε με έκθεση ενώπιον του διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Γυναικών Ελεώνα Θηβών, όπου κρατείται η αναιρεσείουσα, οι δε λόγοι αναιρέσεως δεν περιλαμβάνονται στο κύριο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά σε επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο, το οποίο μνημονεύεται ρητώς στην έκθεση, διότι γίνεται μνεία σε αυτήν ως συνημμένο, περιέχει τους αναιρετικούς λόγους, έχει εσωτερική συνέχεια με αυτήν και έχει επισυναφθεί στην έκθεση. Κατά τα διαλαμβανόμενα δε στην έκθεση αυτή, η αναίρεση ζητείται "για όσα αναφέρει στο συνημμένο", στο οποίο έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση εγχειρίσεως, η οποία φέρει τις υπογραφές του διευθυντού των φυλακών, της αναιρεσείουσας και της γραμματέως των φυλακών. Το έγγραφο αυτό, επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της ένδικης εκθέσεως αναιρέσεως, η οποία, παρά την υφισταμένη ως άνω ατέλεια, έχει συνταγεί νομίμως, διότι άλλως η αναιρεσείουσα θα υφίστατο αδικαιολόγητο και μη οφειλόμενο σε πταίσμα της δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και θα υπήρχε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται παραδεκτή. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του ν.δ.1160/1972 εκτός από τους αναφερομένους στην έκθεση αναιρέσεως λόγους (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2) μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με έγγραφο που κατατίθεται, με κύρωση απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη προς συζήτηση ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Επί προσθέτων λόγων αναιρέσεως ασκουμένων από αναιρεσείοντα κρατούμενο, εάν αυτοί ασκηθούν με δήλωση προς τον διευθυντή των φυλακών και όχι στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι κάμπτεται το εκ του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ απαράδεκτο αυτών, ούτε ότι ο αναιρεσείων υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο να ασκήσει το δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή, ως κρατούμενος, αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, καθ' όσον αυτός, εάν είναι χαμηλού εισοδήματος και δεν έχει δυνατότητα διορισμού συνηγόρου, δύναται να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου διορισμό συνηγόρου, κατ' άρθρ. 6 του Ν 3226/2004, ο οποίος και δύναται να ασκήσει κατά την άνω διατύπωση τους προσθέτους λόγους και να τηρήσει, με κύρωση απαραδέκτου, τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα υπέβαλε τους από 30.3.2012 και 17.10.12 προσθέτους λόγους αναιρέσεως με έγγραφα τα οποία κατέθεσε τις αντίστοιχες ημερομηνίες στον διευθυντή του άνω Καταστήματος Κρατήσεως Γυναικών Ελεώνα Θηβών, όπου κρατείται, στα οποία έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση εγχειρίσεως, η οποία φέρει τις υπογραφές του διευθυντού των φυλακών, της αναιρεσείουσας και της γραμματέως των φυλακών. Συνεπώς και οι πρώτοι (από 30.3.2012) και οι δεύτεροι (από 17.10.12), δεν ασκήθηκαν παραδεκτώς και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ακόμη περισσότερο αφού η αναιρεσείουσα ζήτησε και απέκτησε διορισμένη συνήγορο, την δικηγόρο Αθηνών Ελεονώρα Φρατζεσκάκη, η οποία διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 133/20.9.2012 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, η δε διατύπωση του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ως περιορισμός, είναι συμβατή με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι σκοπεί στην διευκόλυνση του Εισαγγελέα και του πολιτικώς ενάγοντος να ασκήσουν τα εκ του ΚΠοινΔ δικαιώματά τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ιδίου ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (που αντιστοιχούν σε 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (που αντιστοιχούν σε 73.000 ευρώ). Η άνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ όριζε, προ του 1996, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν ο περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Επίσης, η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν. 2721/1999, ορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, μετά την τροποποίηση δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως άνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12.3.2012, του οποίου η ισχύς άρχισε, κατ' άρθρο 110 αυτού, από 2.4.2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης, που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ: α) κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος και β) κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού και σ' αυτήν την περίπτωση πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, έτσι ώστε δεν απαιτείται να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες του δράστη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, επιπλέον, κατά την παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά δε την αντικατάστασή της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και ήδη των 30.000 ευρώ Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/ 1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής της και δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια. Συνεπώς, πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Η άποψη ότι, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης, που τελέστηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές, θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανυπάρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια αλλά με το αθροιστικό σύστημα. (ΟλΑΠ 5/2008). Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιωπήσεως δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια της παραλείψεως, ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκόμιση παρανόμου περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθ. 13/2011 αποφάσεως του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Με την 5429/7-5-1992 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της κατηγορουμένης, που ενεργούσε ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ASKOT Ε.Π.Ε." με έδρα την Αθήνα, και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", η τελευταία χορήγησε στην πρώτη πίστωση με ανοικτό λογαριασμό, η οποία με τις υπ' αριθμ…/1/18-12-1992, …/2/2-11-1993, …/3/13-12-1993, …/4/21-7-1994, …/5/31-1-1995, …/6/12-12-1995 και …/7/23-4-1996 πρόσθετες πράξεις για αύξηση του ποσού της πιστώσεως αυξήθηκε σταδιακά μέχρι του ποσού των 35.000.000 δρχ. Η κατηγορουμένη εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως της πιστούχου εταιρείας από την εν λόγω σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της, παραιτούμενη συγχρόνως της ενστάσεως της διζήσεως και κάθε άλλης ενστάσεως ως εγγυήτρια. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής λειτούργησε στην "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." ο υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός, ο οποίος κινήθηκε καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, πλην όμως στις 28-6-1996 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρείας ποσού 28.038.322 δρχ., το οποίο και αναγνώρισε η κατηγορουμένη με την από 28-6-1996 έγγραφη δήλωση της. Για την εξασφάλιση της πιστώσεως αυτής η κατηγορουμένη, ενεργώντας ως νόμιμη εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας, αλλά και για τον εαυτό της ατομικά ως εγγυήτρια, εκχώρησε στην Τράπεζα 69 συναλλαγματικές πελατείας της, που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας και ανέρχονταν στο συνολικό ποσόν των 25.250.000 δρχ. Κατά την παράδοση των συναλλαγματικών αυτών στους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας, η κατηγορουμένη τους διαβεβαίωσε ότι οι εν λόγω πιστωτικοί τίτλοι είναι αποδοχής πελατών της, που όλοι τους είναι φερέγγυοι και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι οι συναλλαγματικές είναι υπαρκτές και θα πληρωθούν κανονικά κατά της λήξη τους, προς ενίσχυση δε των διαβεβαιώσεων της προσκόμισε στην Τράπεζα και δελτία λιανικής πωλήσεως, καθώς και έντυπα παραγγελίας της εταιρείας, που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τους αποδέκτες των συναλλαγματικών, ώστε να πεισθούν οι υπάλληλοι της Τράπεζας ότι οι πιστωτικοί τίτλοι που τους είχε παραδώσει ως ενέχυρα αντιπροσώπευαν υπαρκτές συναλλαγές με τους πελάτες της και ότι η εταιρεία της είχε μεγάλο κύκλο εργασιών. Πράγματι οι υπάλληλοι του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας Εργασίας πείσθηκαν στις διαβεβαιώσεις αυτές και αφού παρέλαβαν τα προαναφερόμενα έγγραφα (δελτία αποστολής, έντυπα παραγγελιών) και τα αντίστοιχα αξιόγραφα, ενέκριναν τη χορήγηση στην πιστούχο εταιρεία και νέας πιστώσεως ποσού 25.250.000 δρχ., δηλαδή ίσης με το συνολικό ποσόν που αντιπροσώπευαν οι συναλλαγματικές αυτές, οι οποίες ωστόσο δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Για το λόγο αυτό η ενεχυρούχος Τράπεζα εξέδωσε σε βάρος της πιστούχου εταιρείας "ASCOT Ε.Π.Ε." και των αποδεκτών των συναλλαγματικών τις υπ' αριθμ…/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997 και …/1997 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Ωστόσο, όταν η εγκαλούσα Τράπεζα επιχείρησε να εκτελέσει τις πιο πάνω διαταγές πληρωμής, διαπίστωσε ότι οι αποδέκτες των σχετικών συναλλαγματικών ήσαν ανύπαρκτα πρόσωπα, την ίδια διαπίστωση έκανε δε και για άλλες συναλλαγματικές που είχε στα χέρια της και δεν είχε επιδιώξει ακόμη να τις εξοπλίσει με εκτελεστό τίτλο. Τις συναλλαγματικές αυτές είχε καταρτίσει από την αρχή η κατηγορουμένη με ανύπαρκτα πρόσωπα στη θέση του αποδέκτη, όπως πλαστά ήσαν και όλα τα δελτία αποστολής και παραγγελιών που είχε καταθέσει η ίδια στην Τράπεζα για να ενισχύσει τις ψευδείς παραστάσεις της αναφορικά με τη φερεγγυότητα των προσώπων που φέρονταν να έχουν αποδεχθεί τις συναλλαγματικές αυτές. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι υπάρχουν όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) για να σχηματίσει το δικαστήριο δικανική πεποίθηση για την πράξη για την οποία κατηγορείται η κατηγορουμένη, και δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, όπως ζητεί η ίδια, αίτημα το οποίο είχε γίνει κατ' αρχάς δεκτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 553/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, η οποία ως προπαρασκευαστική ανακλήθηκε στη συνέχεια κατ' άρθρο 548 ΚΠΔ με την 397/2009 εκκαλουμένη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και επαναφέρεται πάλι ως αίτημα στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, το οποίο και είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη από την επανειλημμένη τέλεση των πιο πάνω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχει αποκτήσει τη ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας της, ενώ και το περιουσιακό όφελος που απέβλεπε να επιτύχει υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, αφού είχε εισπράξει ήδη από την εγκαλούσα Τράπεζα το ποσόν των 28.038.322 δρχ. και με την παράδοση των πιο πάνω συναλλαγματικών είχε επιτύχει την αύξηση του χορηγούμενου ποσού πιστώσεως κατά το ισόποσο τούτων, δηλαδή κατά 25.250.000 δρχ., έτσι ώστε το συνολικό ποσόν της ζημίας της Τράπεζας ανήλθε στο ποσόν των 53.288.322 δρχ. ή 156.385,39 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι για το χαρακτηρισμό του εγκλήματος της απάτης ως κακουργήματος λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους κονδυλίων, ακόμη και για το χρονικό διάστημα πριν την 3-6-1999 και κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης για χαρακτηρισμό του εγκλήματος που κατηγορείται με βάση τα κατ' ιδία κονδύλια και όχι το σύνολο του ποσού, και συνακόλουθα για πράξεις σε βαθμό πλημμελήματος, εφόσον καμιά από τις 69 συναλλαγματικές δεν υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δρχ., με περαιτέρω συνέπεια την παραγραφή των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, αφού από το χρόνο τελέσεως τούτων μέχρι την επίδοση της κλήσεως στο ακροατήριο έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της 5ετίας, και σε κάθε περίπτωση μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των οκτώ ετών. Ειδικότερα, προς αντίκρουση του ισχυρισμού τούτου πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Για να στοιχειοθετηθεί η απάτη της παρ. 3 εδ α' του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ). Η νέα διάταξη είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν εξακολουθητικώς πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολο του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι η προηγούμενη ρύθμιση δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια. Η επιμεριστική όμως μέθοδος υπολογισμού του ποσοτικού ορίου είναι εσφαλμένη, καθώς δημιουργεί ένα τρίτο κανόνα δικαίου, αφού ο παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει την αθροιστική μέθοδο υπολογισμού. Επομένως, καλώς απαγγέλθηκε κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος και εφόσον από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων το δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση ότι η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο διατακτικό με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό να προσπορίσει στην ίδια και στην από αυτήν εκπροσωπούμενη εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, τέλεσε δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ και το όφελος που επιδίωξε και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), δικαιολογημένα κηρύσσεται ένοχη για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η ποινική δίωξη για το έγκλημα της απάτης είτε σε βαθμό κακουργήματος είτε σε βαθμό πλημμελήματος ασκείται αυτεπαγγέλτως, και για το λόγο αυτό ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως εκ μέρους της εγκαλούσας Τράπεζας είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δεν έχει υποβληθεί νομότυπη έγκληση, επειδή δεν βεβαιώνεται στο πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας, που προσαρτήθηκε σ' αυτή, η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων, δεδομένου ότι το έγκλημα της απάτης για το οποίο κατηγορείται, δεν είναι από εκείνα για τα οποία και μόνο κατ' εξαίρεση ρητά ορίζεται στον ποινικό κώδικα ή σ' άλλους νόμους ότι η ποινική δίωξη γίνεται κατ' έγκληση του παθόντος, σύμφωνα με το άρθρο 50 ΚΠΔ. Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, που περιλήφθηκαν κατ' αίτηση της στα πρακτικά της παρούσας, για μη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του α.ν. 1608/1950 και για απορρόφηση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης από την πλαστογραφία, προβάλλονται χωρίς έννομη επιρροή, εφόσον η κατηγορουμένη κατηγορείται μεν για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, χωρίς ωστόσο τη συνδρομή των διατάξεων του α.ν. 1608/1950, ενώ δεν βαρύνεται πλέον λόγω παραγραφής με κατηγορία για την πράξη της πλαστογραφίας. Τέλος, η κατηγορουμένη ζητεί να της αναγνωρισθούν σε κάθε περίπτωση τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής διαγωγής μετά την πράξη της (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ ). Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ πρωτ…/3-1-2011 πιστοποιητικό του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών στον Ελεώνα Θηβών, η κατηγορουμένη κρατείται στις εν λόγω φυλακές εις εκτέλεση διαφόρων αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, πλην αυτής για την οποία αφορά η προκειμένη υπόθεση, για τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνδρομή στο πρόσωπο της των προϋποθέσεων του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ Εξάλλου, η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Ενόψει όλων αυτών το αίτημα της κατηγορουμένης να της αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Ακολούθως κήρυξε το Εφετείο την αναιρεσείουσα ένοχη απάτης κατ' εξακολούθηση, με ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία, από την οποία το συνολικό όφελος που επιτεύχθηκε και η αντίστοιχη συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, διότι ανέρχεται στο ποσόν 28.038.322 δρχ, (ποσό που αντιστοιχεί σε 82.284 ευρώ) την οποία και τέλεσε η αναιρεσείουσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια "διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με την πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς της" και την κατεδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.