← Ελλάδα

ΑΠ 455/2008 — Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Αναίρεση μερική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 455 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Αναίρεση μερική. Περίληψη: Αναιρεί μόνο ως προς την οριστική παύση της ποινικής δίωξης. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Αριθμός 455/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 25611/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενη τη Χ1 που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Μανιάτη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με ημερομηνία 8 Νοεμβρίου 2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σωφρονιάδη, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1896/

  1. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγάς", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972 ορίζει ότι εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή, που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αφ' ενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των υπό του νόμου απαιτούμενων στοιχείων επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη και αφ'ετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Εξάλλου, η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικώς, όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, αυτεπαγγέλτως και ακολούθως το άρθρο 4 παρ. 1 κεφ. α, β, γ' του Ν. 2408/1996 που άρχισε να ισχύει από 4-5-1996 (άρθρο 7 του ως άνω νόμου), θέσπισε, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη δίωξη της προαναφερθείσας πράξεως την εκ μέρους του παθόντος υποβολή, σύμφωνα με τα άρθρα 42 παρ. 2 και 48 Κ.Π.Δ εγκλήσεως. Περαιτέρω, ο νεότερος νόμος 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1979, καθόρισε στο άρθρο 22 παρ. 1 και 2 ότι: "
  2. Το εδάφιο γ' της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α του Ν. 2408/1995, αντικαθίσταται ως εξής: γ) Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου.
  3. Αν η δήλωση που προβλέπεται στη παρ. 1γ του άρθρου 4 του Ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβλήθηκε μέσα σε έξι

(6)μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανακλήσεως της εγκλήσεως, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 19,40,42,44 και 46 του Ν. 5960/1933, προκύπτει ότι δικαιούμενος σε έγκληση θεωρείται και ο εξ οπισθογραφήσεως προηγούμενος κομιστής της επιταγής, ο γενόμενος κάτοχός της, λόγω της από τον ίδιο καταβολής του εξ' αναγωγής οφειλόμενου εκ της επιταγής χρηματικού ποσού, στον εμφανίσαντα αυτή στην τράπεζα τελευταίο κομιστής της, γιατί το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται υπό των ανωτέρω διατάξεων, αφού δεν γίνεται μνεία υπ' αυτών περί τελευταίου κομιστή της επιταγής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Όσον αφορά την επιταγή με αριθμό ........ ποσού 15.340 ευρώ, όπως προκύπτει από τη φωτοτυπία της που αναγνώσθηκε, ο εγκαλών δεν είναι τελευταίος κομιστής της, γεγονός που διαλαμβάνεται και στο κείμενο της έγκλησής του. Ως εκ τούτου δεν θεωρείται αμέσως ζημιωθείς και δεν δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως (ΟλΑΠ 31/2003) κατά παραδοχή και του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης. Συνακόλουθα, εφόσον έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής εγκλήσεως, δηλαδή χρονικό διάστημα πλέον των τριών μηνών από εμφάνιση της εν λόγω επιταγής (5-4-2005), πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη σε βάρος της κατ/νης, αναφορικά με τη συγκεκριμένη επιταγή" Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την , κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν εκθέτει με σαφήνεια αν ο εγκαλών είναι ή όχι ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος επλήρωσε την ανωτέρω επιταγή και έγινε κομιστής της. Η διευκρίνηση δε αυτή είναι αναγκαία, αφού σε περίπτωση που ο εγκαλών είναι ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την ανωτέρω επιταγή και έγινε κομιστής της, έχει, κατά τα προεκτεθέντα, δικαίωμα εγκλήσεως. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-7-2006, αντικαταστάθηκε το άρθρο 79 παρ. 5 Ν. 5960/1933 και ρητώς πλέον παρέχεται δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως και στον εξ' αναγωγής υπόχρεο, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της (βλ. και ΟλΑΠ 23/2007) Εντεύθεν, αφού η κατά τα άνω ασάφεια, καθιστά την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ελλιπή, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.πΔ, λόγος αναιρέσεως και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση 25611/2007 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών να αναιρεθεί, ως προς το προσβαλλόμενο μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 25611/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείο Αθηνών και μόνο κάθε μέρος με αυτήν έπαυσε οριστικώς η κατά της κατηγορουμένης Χ1 ασκηθείσα ποινική δίωξη. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλο δικαστή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.