← Ελλάδα

ΑΠ 461/2009 — Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ακυρότητα σχετική, Πρόσθετοι λόγοι

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 461 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ακυρότητα σχετική, Πρόσθετοι λόγοι. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας (παραδεκτώς παρίσταται το Ελληνικό Δημόσιο, ως πολιτικώς ενάγον, κατά το άρθρο 21 του ν. 2523/1997), β) της σχετικής ακυρότητας (έλλειψη ακροάσεως και ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος), γ) της υπέρβασης εξουσίας (απαράδεκτο της ποινικής δίωξης - παραδεκτώς ασκείται η δίωξη, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά (σχετ. και η ΑΠ 616/2006), δ) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις 61 και 349 ΚΠΔ) και ε) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους. ΑΡΙΘΜΟΣ 461/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα, περί αναιρέσεως της 9945/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία Λουϊζα Μπακαλάκου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 15 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία ..." το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και για τις αξιώσεις του που απορρέουν από τα αδικήματα του παρόντος νόμου. Η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 "περί τροποποιήσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και περί δικών του Δημοσίου διατάξεων", το Δημόσιο "δύναται δια τας εξ' οιουδήποτε αδικήματος απορρέουσας αξιώσεις αποζημιώσεώς του, να παρίσταται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, προβάλλον ταύτας το πρώτον επ' ακροατηρίω άμα τη εκφωνήσει της υποθέσεως άνευ εγγράφου τινός προδικασίας και δια μόνης της δηλώσεως του νομίμου πληρεξουσίου του, καταχωριζομένης εις το οικείον πρακτικόν ...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το Δημόσιο, κατ' εξαίρεση αυτών που ορίζει το άρθρο 68 Κ.Π.Δ, σχετικά με το χρόνο δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, το περιεχόμενο και την προδικασία αυτής, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να επιδιώξει τις περί αποζημιώσεως απαιτήσεις του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προκύπτουν από την αποφυγή απόδοσης των αναλογούντων στο Δημόσιο φόρων, συνεπεία διαπράξεως του αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δια δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του, που καταχωρείται στα πρακτικά με την εκφώνηση της υποθέσεως, πριν δηλαδή την απαγγελία της κατηγορίας και χωρίς καμία προδικασία της σχετικής αγωγής κ.λ.π. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο, χωρίς στο σημείο αυτό να έχει επιφέρει μεταβολή η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953, που έχει εφαρμογή και επί των αδικημάτων του ν. 2523/1997, με την οποία απαλλάχτηκε το Δημόσιο μόνο από την υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ, προδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 9.945/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε (κατ' έφεση της υπ' αριθμό 2370/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναιρέσεως, που αναφέρεται στην απόλυτη ακυρότητα, λόγω της παρά το νόμο παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου, ως πολιτικώς ενάγοντος, προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη, της φοροδιαφυγής με την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, και για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, κατά τη δικάσιμο της 24ης Ιανουαρίου 2007, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τη δήλωση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο με τον δικαστικό αντιπρόσωπό του, επανέλαβε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, παραδεκτώς παρέστη, το Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2370/24-1-2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, σε βάρος της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, αιτούμενο την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία του παρέχονται και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως. Τέτοια παραβίαση αποτελεί και η περίπτωση κατά την οποία, μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου και την συζήτηση που επακολούθησε περί της επιβλητέας ποινής, δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του περί αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 παρ. 3 και 371 παρ. 3 εδ. β' του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής, ναι μεν έδωσε το λόγο και στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε πρωταρχικά την απαλλαγή της, επικουρικά δε την αναγνώριση στο πρόσωπό της, των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ, 2α και 2β του Π.Κ), και ενώ ο Εισαγγελέας πρότεινε επί του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναγνώρισης ή μη των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν δόθηκε στη συνέχεια ο λόγος και στο συνήγορό της αναιρεσείουσας, προκειμένου να τοποθετηθεί στην εισαγγελική πρόταση, εξαιτίας δε αυτής της παραλείψεως, υφίσταται έλλειψη της ακροάσεως, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ. β του Κ.Π.Δ, λόγο της απόλυτης ακυρότητας. Σύμφωνα, όμως, με τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα και ο παραστάς συνήγορός της, δεν είχαν ζητήσει να λάβουν εκ νέου το λόγο, πριν από την απαγγελία της απόφασης για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της και ότι ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να του δώσει το λόγο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β του Κ.Π.Δ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με στοιχείο 2α λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί, με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α και β' της ΕΣΔΑ (ν. δ 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: όπως πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτει τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προτοιμασίαν της υπερασπίσεώς του". Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.1 του Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει κατά το άρθρο 173 παρ.1 του Κ.Π.Δ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την υπ' αριθμό 2370/24-1-2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε η ένσταση της αναιρεσείουσας, που καταδικάστηκε για την πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, για ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε τη με αριθμό 313/31-1-2007, έφεση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προσέτι δε αναφέρθηκε στην εσφαλμένη απόρριψη της ως άνω ενστάσεώς της. Από την παραδεκτή επισκόπηση του κλητήριου θεσπίσματος, προκύπτει ότι τούτο περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία και ειδικότερα: α) το ονοματεπώνυμο της κατηγορουμένης, β) προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται αυτή να εμφανιστεί και συγκεκριμένα το Δ' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, γ) τη χρονολογία, την ημέρα και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί και συγκεκριμένα την 28-11-2006 και ώρα 9 το πρωϊ, δ) ακριβή προσδιορισμό της πράξης για την οποία αυτή κατηγορείται και σχετική μνεία του άρθρου του ποινικού κώδικα που την προβλέπει και συγκεκριμένα περιέχονται τα σχετικά άρθρα 1,12, 14, 16, 17, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 51, 53, 79, 98 παρ.1 του Π.Κ και άρθρα 19 παρ.1α, 4, 20, 21 ν. 2523/1997, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, και ε) τον αριθμό, επίσημη σφραγίδα και υπογραφή του εισαγγελέα. Σημειώνεται, ότι η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα, κατηγορήθηκε ότι εξέδωσε εξήντα

(60)εικονικά τιμολόγια, επίσης δε ότι αποδέχθηκε εξήντα ένα
(61)εικονικά τιμολόγια, τα οποία με σαφήνεια και πληρότητα περιγράφονται. Η εκ περισσού αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα, ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά, διότι η προμηθεύτρια της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας, Α, είχε αποκτήσει το σύνολο του ακατέργαστου χρυσού, που της προμήθευσε, λαμβάνοντας πλαστά και εικονικά τιμολόγια-δελτία αποστολής, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αοριστία ή αντίφαση, σχετική με την πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός με στοιχείο 2β λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος με στοιχεία 2α του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών
(3)μηνών. Καθόσον αφορά την ποινική δίωξη, το άρθρο 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου ορίζει ότι ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (εδ. 1 και 2), ενώ "κατ' εξαίρεση", στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 της άνω παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2423/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2753/
  1. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχισοτν τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παράγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα, με την προσβαλλομένη απόφασή του, για την πράξη που προβλέπεται από τα άρθρα 19 παρ. 1α, 4, 20, 21 παρ. 10 και 24 παρ. 5 του ν. 2523/1997, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.8 του ν. 2954/2001, για κατ' εξακολούθηση έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων (59 τιμολογίων και δελτίων αποστολής και ενός εικονικού τιμολογίου πώλησης), προσέτι δε αποδέχθηκε και έλαβε στην κατοχή της 61 εικονικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, τα οποία καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία της ατομικής επιχείρησης, με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο ακατέργαστου χρυσού, πράξη που διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, και φέρεται να έχει τελεστεί κατά το από 8-6-1999 μέχρι 29-10-1999 χρονικό διάστημα. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, την 30-7-2007, ο συνήγορος της κατηγορουμένης πρόβαλε: α) τον από του άρθρου 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά της κατηγορουμένης, για το αδίκημα για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, και β) τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής του αδικήματος, και τους οποίους είχε προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Προς τούτο παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υπερέβη την εξουσία του, αφενός μεν γιατί η δίωξη ασκήθηκε προτού τελεσιδικήσει η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, επί της προσφυγής που αυτή είχε ασκήσει, αφετέρου δε γιατί η σχετική έκθεση φορολογικού ελέγχου και η αντίστοιχη μηνυτήρια αναφορά, εκδόθηκαν από αναρμόδια στην επίδικη περίπτωση αρχή και συγκεκριμένα, ότι τόσο η έκθεση φορολογικού ελέγχου, όσο και η μηνυτήρια αναφορά, έπρεπε να είχαν υποβληθεί, όχι από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, αλλά από τον αντίστοιχο της ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής Αττικής, στην περιφέρεια του οποίου η κατηγορουμένη είχε την έδρα της επιχείρησής της. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση, μετά την παράθεση του νομικού μέρους, αναφορικά με το παραδεκτό ή μη της ασκηθείσας σε βάρος της κατηγορουμένης ποινικής δίωξης, για το αδίκημα της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, δέχθηκε τα εξής: "Εν προκειμένω η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης Χ, ησκήθη με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου (υπ' αριθμ. πρωτ. .....έκθεση ελέγχου ελεγκτών της Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης) και την υπ' αριθμό πρωτ. ..... μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης Β. Συνεπώς ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, (που αποτελεί και λόγο αναιρέσεως), ότι είναι απαράδεκτη η ποινική δίωξη, διότι η μηνυτήρια αναφορά συνετάγη και υπεβλήθη προ της απράκτου παρόδου της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Περαιτέρω, σε σχέση με την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ότι η σχετική έκθεση φορολογικού ελέγχου εκδόθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης, αντί του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αγίας Παρασκευής Αττικής, από τα πρακτικά της δίκης που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι "η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, ήταν κατά την επίδικη χρονική περίοδο
(1999)κάτοικος ....., στην οδό ..... αρ. ...". Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, ότι δηλαδή αναρμοδίως επελήφθη η Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, που συνέταξε την από 27-12-2005 έκθεση ελέγχου καθώς και την από 18-12-2005 μηνυτήρια αναφορά και ότι εξ' αυτού του λόγου, είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη". Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, περί παραγραφής του αδικήματος, η αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται η κατηγορουμένη, δεν έχει παραγραφεί, καθόσον δεν παρήλθε πενταετία από της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος την 14-9-2006 και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση περί παραγραφής που πρότεινε η κατηγορούμενη. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση, αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της κατηγορουμένης σε έκδοση και αποδοχή εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου (23-12-2005) και με την παραδοχή ότι μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Επομένως, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως, και ο με στοιχεία 2β του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους, κατά τη δέουσα εκτίμησή του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπερέβη την εξουσία του, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, για παράβαση του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος πριν από την τελεσίδικη κρίση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της από 22-2-2006 προσφυγής της που άσκησε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή), εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι "Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από 8-6-1999 μέχρι και την 29-10-1999 ετέλεσε εκ προθέσεως περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξομολόγηση ενός και του αυτού εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων με την έννοια των ανύπαρκτων συναλλαγών στο σύνολο αυτών. Ειδικώτερα η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, κάτοικος ..... (οδός ..... αριθμ. ..., διατηρούσε επιχείρηση επί της οδού ..... αριθμ. ... ..... Αθηνών, με αντικείμενον εργασιών χονδρικό εμπόριο ακατεργάστου χρυσού, εξέδωκε και κατεχώρισε στα βιβλία της τα κάτωθι εικονικά τιμολόγια για ανύπαρκτες συναλλαγές ήτοι 1) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 6 κιλών χρυσού, αξίας 18.102.000 2) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., με ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.414.000 δρχ. 3) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 8.151.000 δρχ. 4) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.956.000 δρχ. 5) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 4,500 κιλών χρυσού, αξίας 12.014.000 δρχ. 6) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3,20 κιλών χρυσού, αξίας 8.537.400 δρχ. 7) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.107.000 δρχ. 8) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.002.000 δρχ. 9) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. αξίας 5.171.000 δρχ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού 10) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 5,500 κιλών χρυσού, αξίας 14.356.000 δρχ. 11) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,350 κιλών, αξίας 933.450 δρχ. 12) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., με ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.209.500 δρχ. 13) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 6,900 κιλών χρυσού, αξίας 18.471.300 δρχ. 14) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,700 κιλών χρυσού, αξίας 9.682.900 δρχ. 15) η υπ' αριθμ. .....τιμολ., για ποσότητα 2.400 κιλών χρυσού, αξίας 6.292.800 δρχ. 16) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,300 κιλών χρυσού, αξίας 11.265.500 δρχ. 17) το υπ' αριθμ. .....τιμολ., για ποσότητα 3,800 κιλών χρυσού, αξίας 9.878.600 δρχ. 18) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4.100 κιλών χρυσού, αξίας 10.431.700 δρχ. 19) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 4,770 κιλών χρυσού, αξίας 12.146.730 δρχ. 20) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.581.000 δρχ. 21) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.521.000 δρχ. 22) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.024.000 δρχ. 23) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, τιμολ. 4.970.000 δρχ. 24) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., με ποσότητα 2.600 κιλών, αξίας 5.285.700 δρχ. 25) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.900 κιλών χρυσού, αξίας 4.819.800 δρχ. 26) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.800 κιλών χρυσού, αξίας 4.593.000 δρχ., 27) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,300 κιλών χρυσού, αξίας 3.343.600 δρχ. 28) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 2.900 κιλών χρυσού, αξίας 7.545.800 δρχ. 29) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.084.000 δρχ., 30) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.532.000 δρχ. 31) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 1.800 κιλού χρυσού, αξίας 3.828.000 δρχ. 32) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.200 κιλών χρυσού, αξίας 3.056.400 δρχ. 33) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4 κιλών χρυσού, αξίας 10.148.000 δρχ. 34) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.542.000 δρχ. 35) το υπ' αριθμ. .....τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.545.000 δρχ. 36) το υπ' αριθμ. .....τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού αξίας 1.268.500 δρχ. 37) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,500 κιλών χρυσού, αξίας 6.245.000 δρχ. 38) το υπ' αριθμ. .....τιμολ. για ποσότητα 6,600 κιλών χρυσού, αξίας 16.527.200 δρχ. 39) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2.500 κιλών χρυσού, αξίας 6.335.000 δρχ. 40) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.094.000 δρχ. 41) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.542.000 δρχ. 42) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.214.000 δρχ. 43) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. με ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.306.000 δρχ. 44) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,560 κιλού χρυσού, αξίας 1.451.520 δρχ. 45) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.154.000 δρχ. 46) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.281.000 δρχ. 47) το υπ' αριθμ. ....., για ποσότητα 1.500 κιλού χρυσού, αξίας 3.873.000 δρχ. 48) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 1.423.500 δρχ. 50) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.500 κιλού χρυσού, αξίας 4.410.500 δρχ. 51) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.167.000 δρχ. 52) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.162.000 δρχ. 53) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,830 κιλού χρυσού, αξίας 2.581.300 δρχ. 54) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 6 κιλών χρυσού, αξίας 19.170.000 δρχ. 55) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,317 κιλών χρυσού, αξίας 13.598.500 δρχ. 56) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.700 κιλών χρυσού, αξίας 5.266.600 δρχ. 57) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,600 κιλών χρυσού, αξίας 10.764.000 δρχ. 58) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 7,900 κιλών χρυσού, αξίας 23.305.000 δρχ. 59) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 7,650 κιλών χρυσού, αξίας 22.491.000 δρχ. και το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,800 κιλών χρυσού, αξίας 4.599.600 δρχ. Ούτω η εκκαλούσα - κατηγορουμένη μόνον σε ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων
(4)μηνών φέρεται να εκδίδει εξήντα
(60)τιμολόγια για παράδοση χρυσού αξίας 437.400.150 δραχμών προς τον Γ, σύζυγον αυτής, και προς την εταιρεία υπό την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ". Όμως από πλήθος αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται η εικονικότητα των τιμολογίων αυτών. Συγκεκριμένα ενώ φέρεται μία επιχείρηση να διακινεί χρυσό αξίας 437.400.150 δραχμών, η επιχείρηση αυτή - κατάστημα επί της οδού ..... αριθμ. ... δεν είχε σύνδεση με ηλεκτρικό ρεύμα (βλ. το από ..... έγγραφα της Δ.Ε.Η.). Περαιτέρω η επιχείρηση αυτή δεν είχε προσωπικό ενώ βάσει των διακινηθεισών ποσοτήτων θα ανεμένετο κατά την κοινή λογική να διαθέτει αρκετούς υπαλλήλους. Επίσης η επιχείρηση όχι μόνον δεν διέθετε προσωπικό αλλά και η ίδια η εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα των τεραστίας αξίας συναλλαγών εργαζόταν ως απλός βοηθός λογιστού, με πλήρες ωράριο, στην εταιρεία υπό την επωνυμίαν "COWA HELLAS LTD", με έδρα την ..... . Η τεράστια ως άνω ποσότητα ακατεργάστου χρυσού παρεδίδετο, κατά τους προανακριτικούς ισχυρισμούς της εκκαλούσης - κατηγορουμένης, σε απλούς υπαλλήλους του Ο.Σ.Ε. οι οποίοι ενεργούσαν ως εντολοδόχοι του Γ και επλήρωσαν της μετρητοίς, ισχυρισμός ο οποίος αντίκειται σε κάθε έννοια λογικής, δοθέντος ότι παρουσιάζονται άσχετα πρόσωπα (υπάλληλοι ΟΣΕ) να διακινούν τεράστια ποσότητα χρυσού και να καταβάλλουν εκατομμύρια τοις μετρητοίς στην κατηγορουμένη Χ. Εξ' άλλου ενώ ανέμενε ο μέσος συνετός άνθρωπος να αποκερδαίνει η εκκαλούσα - κατηγορουμένη ένα σεβαστό ποσόν από τις συναλλαγές αυτές, στην δήλωση φόρου εισοδήματος για το έτος 1999 (οικ. έτος 2000) φέρεται να δηλώνει εισόδημα - καθαρό κέρδος 382.702 δραχμές. Για την νομιμοποίηση της τεράστιας αυτής ποσότητας ακατεργάστου χρυσού η εκκαλούσα - κατηγορουμένη απεδέχθη αντιστοίχως και κατεχώρησε στα βιβλία της εικονικά τιμολόγια. Ειδικώτερα κατά το χρονικό διάστημα από 8-6-1999 μέχρι 29-10-1999 εκ προθέσεως ετέλεσε περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της αποδοχής και καταχωρήσεως εικονικών τιμολογίων με την έννοια ανυπάρκτων συναλλαγών με εκδότρια την Α και πλέον συγκεκριμένα 1) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 6 κιλών χρυσού, καθαρής αξίας 16.072.000 δρχ. 2) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.404.000 δρχ. 3) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 8.136.000 δρχ. 4) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., αξίας 7.941.000 δρχ. 5) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,500 κιλών χρυσού, αξίας 11.991.500 δχ. 6) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,20 κιλών χρυσού, αξίας 1.533,852 δρχ. 7) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.089.500 δρχ. 8) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 8.984.500 δρχ. 9) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.161.000 δρχ. 10) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 5,500 κιλών χρυσού, αξίας 14.328.500 δρχ. 11) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. με ποσότητα 0,350 κιλών χρυσού, αξίας 931.700 δρ. 12) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.192.000 δρχ. 13) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 6,900 κιλών χρυσού, αξίας 18.367.800 δρχ. 14) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,700 κιλών χρυσού, αξίας 9.664.400 δρχ. 15) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,400 κιλών χρυσού, αξίας 6.280.800 δρχ. 16) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,300 κιλών χρυσού, αξίας 11.244.100 δρχ. 17) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,800 κιλών χρυσού, αξίας 9.859.600 δρχ. 18) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,100 κιλών αξίας 10.411.200 δρχ. 19) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,770 κιλών χρυσού, αξίας 12.122.880 δρχ. 20) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.566.000 δρχ. 21) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.506.000 δρχ. 22) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.014.000 δρχ. 23) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 4.960.000 δρχ. 24) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2.100 κιλών χρυσού, αξίας 5.275.200 δρχ. 25) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1,900 κιλών χρυσού, αξίας 4.810.300 δρχ. 26) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,800 κιλών χρυσού, αξίας 4.584.600 δρχ. 27) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,400 κιλών χρυσού, αξίας 7.531.300 δρχ. 29) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.074.000 δρχ. 30) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.527.000 δρχ. 31) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,800 κιλού χρυσού, αξίας 3.820.500 δρχ. 32) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 1,200 κιλού χρυσού, αξίας 3.050.400 δρχ. 33) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4 κιλών χρυσού, αξίας 10.128.000 δρχ. 34) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.537.000 δρχ. 35) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.540.000 δρχ. 36) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.266.000 δρχ. 37) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,500 κιλών χρυσού, αξίας 6.282.800 δρχ. 38) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 6,600 κιλών χρυσού, αξίας 16.494.200 δρχ. 39) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,500 κιλών χρυσού, αξίας 1.138.050 δρχ. 40) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 915.120 δρχ. 41) το υπ' αριθμ. ...... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.537.000 δρχ. 42) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.204.000 δρχ. 43) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.303.500 δρχ. 44) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,560 κιλού χρυσού, αξίας 1.448.720 δρχ. 45) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.144.000 δρχ. 46) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.278.500 δρχ. 47) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,500 κιλού χρυσού, αξίας 3.865.500 δρχ. 48) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.572.000 δρχ. 49) το υπ' αριθμ. ..... Σειρά Α τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.421.000 δρχ. 50) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. (σειρά Α), για ποσότητα 1,500 κιλού χρυσού, αξίας 4.403.000 δρχ. 51) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.162.000 δρχ. 52) το υπ' αριθμ. ..... (σειρά Α) τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.157.000 δρχ. 53) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. (Σειρά Α), για ποσότητα 0,830 κιλού χρυσού, αξίας 2.577.150 δρχ. 54) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. (Σειρά Α), για ποσότητα 3,570 κιλού χρυσού, αξίας 11.388.300 δρχ. 55) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,430 κιλών χρυσού, αξίας 7.751.700 δρχ. 56) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4.397 κιλών χρυσού, αξίας 13.576.965 δρχ. 57) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,700 κιλού χρυσού αξίας 5.258.100 δρχ. 58) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,600 κιλών χρυσού, αξίας 10.746.000 δχ. 59) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 7.900 κιλών χρυσού, αξίας 23.265.500 δρχ. και 60) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 7,650 κιλών χρυσού, αξίας 22.452.750 δρχ. Η εικονικότητα της τιμολογίων αυτών είναι πρόδηλος. Η επιχείρηση επί της οδού ..... αριθμ. ... ουδέποτε ελειτουργούσε και, όπως προελέχθη, η εκκαλούσα - κατηγορούμενη εργαζόταν ως απλός βοηθός λογιστού στην εταιρεία από την επωνυμίαν "COWA HELLAS L.T.D." με έδρα του ....., μάλιστα η εκκαλούσα - κατηγορουμένη ούτε την πρόνοια, είχε να προβεί σε ηλεκτροδότηση του καταστήματος αν και φέρεται να διακινείται σε καθημερινή βάση μεγάλη ποσότητα ακατεργάστου χρυσού. Περιττόν δε να τονισθεί ότι η φερόμενη ως ανθηρή επιχείρηση της εκκαλούσης - κατηγορουμένης διέκοψε τις εργασίες της την 30-11-1999 (βλ. υπ' αριθμ. ..... βεβαίωση διακοπής εργασιών). Κατά συνέπειαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημα ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρ. 84 παρ. 2 του ΠΚ), δοθέντος ότι δεν απεδείχθη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματικη και εν γένει κοινωνική ζωή στο παρελθόν της εκκαλούσης - κατηγορουμένης με την έννοιαν της θετικής υποστάσεως (ενεργητική έντιμη συμπεριφορά). Αντιθέτως δε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη εκινήθη από αίτια ταπεινά και κερδοσκοπία, αποσκοπούσε να νομιμοποιήσει ακατέργαστον χρυσόν προδήλως παρανόμου πηγής". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη της πράξεως του άρθρου 19 παρ.1α, 4, 20, 21 του ν. 2523/1997, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντικ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.8 του ν. 2954/2001 και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 27 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε (19 παρ.1, 4, 20, 21 Ν. 2523/97, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, και 98 του ΠΚ), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει, όμως, σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, "οι αποφάσεις και τα βουλεύματα... πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα... Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό ή στο διοικητικό δικαστήριο δίκη για ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία οφείλει να αιτιολογήσει του Δικαστήριο. Εν προκειμένω η εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως επιβολής προσήμου του προϊσταμένου της Β' ΔΟΥ Θεσ/νίκης ήσκησε την από 20-2-2006 προσφυγή - αίτημα διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς, με αποτέλεσμα δυνάμει της υπ' αριθμ. 889/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως επιβολής προστίμου μέχρι την δημοσίευση οριστικής αποφάσεως επί της από 22-2-2006 προσφυγής της αιτούσης (κατηγορουμένης), διώκει δε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη την αναβολή (αναστολή) της δίκης μέχρι πέρατος της διοικητικής δίκης. Το αίτημα αυτό της εκκαλούσης κρίνεται παντελώς παρελκυστικόν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι από την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων παρήλθαν ήδη οκτώ
(8)έτη, για το πέρας δε της διοικητικής δίκης απαιτούνται τουλάχιστον άλλα πέντε
(5)έτη. Αλλωστε το νόημα του άρθρ. 21 παρ. 1 και 2 του ν. 2523/1997 ότι δηλαδή η ποινική δίωξη επί των περιπτώσεων των εικονικών τιμολογίων ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και την μηνύτρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ, όπως ήδη ανεφέρθη, είναι η αποτροπή τις παρελκούσης της ποινικής δίκης δια των γνωστών "διοικητικών μεθόδων" κατά συνέπειαν το σχετικόν αίτημα της εκκαλούσης - κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμον". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' περ. 2γ του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, για αναβολή κατ' άρθρο 61 του Κ.Π.Δ, της ποινικής δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα άρθρα 349 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του και από λόγους ανώτερης βίας. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του, σύμφωνα με το εδάφ. γ' του άρθρου 139 του Ν. 2408/1996 (Ολ. Α.Π. 7/2005), διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως. Στην κρινομένη υπόθεση η αναιρεσείουσα, επιπρόσθετα επικαλείται, ως λόγο αναιρέσεως, την ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εξαιτίας της απορρίψεως του αιτήματός της, που υπέβαλε, από άγγελο, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για αναβολή της υποθέσεως, λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου της, να παραστεί στη δίκη και να την εκπροσωπήσει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση με αριθμό 9945/30-7-2007 του, κατ' έφεση, δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε με την υπ' αριθμό 2370/24-1-2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών, για την παράβαση της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση, με την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, που τελέστηκε στην Αθήνα, στο χρονικό διάστημα από 8-6-1999 μέχρι και 29-10-1999. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης, η κατηγορουμένης-αναιρεσείουσα, άσκησε την με αριθμό 313/24-1-2007 έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας, στις 30-7-2007, δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο η ίδια η αναιρεσείουσα, αλλά η Δ, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, η οποία εμφανίστηκε ως άγγελος στο ακροατήριο και ανήγγειλε κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου της, Ευαγγέλου Κώστα, μέλους του Δ.Σ Θεσσαλονίκης, να εμφανιστεί στο δικαστήριο λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο πατέρας αυτού (Ευαγγέλου Κώστα). Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα αναβολής της δίκης, ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "επειδή η ασθένεια του πατέρα του συνηγόρου υπερασπίσεως Ευαγγέλου Κώστα, δεν συνιστά σημαντικόν αίτιον για την αναβολή της δίκης(άρθρο 349 παρ.1 του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναβολής". Όμως, ο λόγος αυτός που αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Π.Δ, για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε από άγγελο όχι της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, αλλά του δικηγόρου που επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει την εκπροσώπηση της απολιπομένης κατηγορουμένης, σύμφωνα με τα άρθρα 340 παρ.2 και 501 παρ.1 του Κ.Π.Δ, ο οποίος, (δικηγόρος) πριν του επιτραπεί η εκπροσώπηση αυτή, δεν νομιμοποιείται να προβάλει αίτημα αναβολής που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί η εκπροσώπηση. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, με στοιχείο 2δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για αναβολή της ποινικής δίκης, κατ' άρθρο 349, του ίδιου Κώδικα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-12-2007 αίτηση και τους επ' αυτής από 15-9-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 9945/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.