← Ελλάδα

ΑΠ 462/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 462 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 462/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 15801/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 17.9.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 520/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών

(3)μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 15801/2007 απόφασή του, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε κατ' έφεση για έκδοση εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..... κατά τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε προς διαφόρους τρίτους εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα φερόμενος ως ιδιοκτήτης επιχείρησης, που φέρεται ότι βρίσκεται επί της οδού ..... - ....., με αντικείμενο εργασιών εμπορία αυτοκινήτων - μηχανημάτων ανταλλακτικά -εξαρτήματα -σίδερα - λαμαρίνες -χωματουργικές εργασίες, εξέδωσε τα αναφερόμενα λεπτομερώς στο διατακτικό τιμολόγια κατ' έτος, αριθμό και ποσό, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν σκεπτικό. Οι συναλλαγές, όμως, για τις οποίες ο κατηγορούμενος εξέδωσε τα τιμολόγια, ήταν εικονικές, αφού ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν. Ειδικότερα, κατ' αρχάς προέκυψε ότι η δηλωθείσα επαγγελματική του εγκατάσταση στην οδό .....- ..... δεν υφίσταται, διότι η οδός ..... δεν έχει αριθμό ... και κανένας από τους εγκαταστημένους στην οδό ..... δεν τον γνώριζε κατά την αναζήτηση του από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ κατά το έτος
  1. Εξάλλου, ο μάρτυρας υπεράσπισης Α και εκμισθωτής του ακινήτου, που δήλωσε ως έδρα της επιχείρησής του ο κατηγορούμενος, αναφέρει ότι κατά το έτος εκμίσθωσης το ακίνητο έφερε τον αριθμό ..... της ως άνω οδού και σήμερα φέρει τον αριθμό ... . Ο ίδιος βέβαια στο τέλος της κατάθεσής του, ερχόμενος σε αντίφαση με τα προηγούμενα, καταθέτει ότι μπορεί και να είχε αριθμό ... . Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος του κατέβαλε μερικά μισθώματα κατά το πρώτο έτος της μίσθωσης η οποία συνήφθη το έτος 1997 και ότι πρόσφατα του κατέβαλε τα μισθώματα, που του όφειλε για όλο το διάστημα της μίσθωσης που διήρκησε τουλάχιστον μέχρι το έτος
  2. Επίσης, η δηλωθείσα κατοικία του κατηγορουμένου στην ..... αριθμός ... είναι ανύπαρκτη, αφού στην οδό ..... υπάρχουν μόνο επιχειρήσεις και όχι κατοικίες και οι εγκατεστημένοι στην οδό αυτή δεν γνωρίζουν τον κατηγορούμενο. Επίσης, ενώ στα εκδοθέντα τιμολόγια εμφανίζεται ο κατηγορούμενος να κάνει πωλήσεις μηχανημάτων ανταλλακτικών, να κάνει χωματουργικές εργασίες, από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε στην κατοχή του φορτηγά αυτοκίνητα απαραίτητα για την εκτέλεση αυτών των εργασιών. Επιπλέον, δεν έχουν εκδοθεί φορτωτικά έγγραφα, που να δηλώνουν τρόπο μεταφοράς των εμπορευμάτων. Ακόμη τα προαναφερόμενα επίδικα τιμολόγια φέρουν κωδικούς διάτρησης "....." και ".....", δηλαδή φαίνεται ότι έχουν θεωρηθεί - διατρηθεί στη ΔΟΥ Ιωνίας το 2001, ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα στοιχεία που έχει θεωρήσει - διατρήσει ο κατηγορούμενος φέρουν κωδικό διάτρησης έτους
  3. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, ενώ φέρεται να έχει πραγματοποιήσει μεγάλο όγκο συναλλαγών, δεν υπέβαλε συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων προμηθευτών, από τον έλεγχο των οποίων θα μπορούσε να εξακριβωθεί εάν ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε την αγορά των εμπορευμάτων, τα οποία μεταπωλούσε. Προέκυψε δε ότι, παρά το ότι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ άφησαν σχετική ειδοποίηση και στην οδό ....., στην οποία υπήρχαν πληροφορίες ότι κατοικούσε, καθώς και σε ταχυδρομική θυρίδα, ο κατηγορούμενος ουδέποτε επισκέφθηκε την εν λόγω υπηρεσία για να ενημερωθεί για τον λόγο για τον οποίο τον αναζητούσαν. Επιπλέον, κατείχε τρία ΑΦΜ στο όνομά του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε εν γνώσει του τα αναφερόμενα στο διατακτικό εικονικά τιμολόγια και για τον λόγο αυτόν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης
(4)ετών. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2 και 98 του Π.Κ, 19 παρ.1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 21 παρ.10 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8,9 του Ν. 2954/
  1. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων, στο επίδικο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ετών 1998 έως 2002, στη ..... ....., με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη επιχείρησης με αντικείμενο την εμπορία αυτοκινήτων - ανταλλακτικών - εξαρτημάτων - σιδηρικών -λαμαρινών και χωματουργικών εργασιών, με μερικότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε σειρά εικονικών τιμολογίων, τα οποία δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές, που να είχαν πραγματοποιηθεί. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, αν και γνώριζε ο ίδιος, ότι η οδός ....., δεν αριθμείται μέχρι τον αριθμό ..., εν τούτοις, αυτός δήλωσε ως έδρα της επιχείρησής του, την οδό ....., όπως, επίσης, ψευδώς δήλωσε ότι η κατοικία του βρίσκεται στην οδό ..... στη ..... . Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο αναιρεσείων εικονικά εμφανίζεται στα οικεία τιμολόγια που αυτός εξέδωσε, να πραγματοποιεί πωλήσεις μηχανημάτων, ανταλλακτικών και να επιχειρεί χωματουργικές εργασίες, χωρίς να δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η κατοχή απ' αυτόν των αναγκαίων φορτηγών αυτοκινήτων, όπως επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων για να επιτύχει τον σκοπό που αυτός επιδίωκε, χρησιμοποίησε τα επίδικα τιμολόγια, που έφεραν κωδικούς αριθμούς με χρονολογία διάτρησης, το έτος 2001, ενώ, οι αριθμοί αυτοί στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν για την περίοδο του έτους
  2. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή, κατά την οποία ο αναιρεσείων με τις παραπάνω ενέργειές του, επιδίωκε να αποφύγει τον έλεγχο των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, αφού, αν και φέρεται να έχει πραγματοποιήσει μεγάλο όγκο συναλλαγών, εν τούτοις, δεν υπέβαλε τις συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων των προμηθευτών του, παράλληλα δε ο ίδιος διατηρούσε
(3)αριθμούς φορολογικού μητρώου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, το δε δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ.3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ.α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ.10 του άρθρου 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 15801/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν.2523/1997 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)ετών. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την 13-12-2007, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που φέρονται να τελέσθηκαν πριν την 2-11-2001, και συγκεκριμένα για όσες πράξεις τελέσθηκαν από 29-10-1998 έως 8-10-2001, λόγω παρόδου πενταετίας, από του χρόνου τελέσεώς τους και μέχρι της επιδόσεως σ' αυτόν την 6-3-2007 του κλητήριου θεσπίσματος. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, δέχθηκε τα επόμενα: ""Κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινή δίωξη ασκούνταν άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδάφιο 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδάφιο 1 ν. 2523/1997). Με την διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται, α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Η ρύθμιση, όμως, αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ. Και με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία, όμως, αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και την διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής τους προ της ισχύος του νόμου (βλ. ΑΠ 1767/2007, 764/2006). Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος φέρεται να εξέδωσε τα αναλυτικά αναφερόμενα στο κατηγορητήριο εικονικά τιμολόγια πώλησης κατά τις χρήσεις των ετών 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002. Η υπ' αριθμ. 2112/2003 έκθεση ελέγχου, που έχει συνταχθεί για την κρινόμενη υπόθεση από την Περιφερειακή Διεύθυνση Κεντρικής Μακεδονίας της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής στις 17/3/2004 και συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, έκτοτε αρχίζει η παραγραφή του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα παραγραφής αυτού, ενόψει και του χρόνου επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος προέκυψε ότι είναι στις 6-03-2007. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής του αδικήματος που του αποδίδεται πρέπει ν' απορριφθεί". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχε παρέλθει πενταετία για όσες μερικότερες πράξεις αναφέρονται στο πιο πάνω χρονικό διάστημα, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 17-9-2008 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ, και 583 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, και τους επ' αυτής από 17-9-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 15.801/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από διακόσια ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.