← Ελλάδα

ΑΠ 463/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 463 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του χρόνου και της ευθύνης του οφειλέτη. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 463/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αρβανίτη, για αναίρεση της με αριθμό 19.232/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.227/

  1. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 19.232/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι: "Με την 6.746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε την 16-7-2002, επικυρώθηκε η από 13-5-2002 συμφωνία μεταξύ της ανώνυμης "ATΤlC AE" και των πιστωτών αυτής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 44 παρ. 1 του ν. 1892/1990, και κατά τη συμφωνία το χρέος της εταιρίας προς το δημόσιο περιορίστηκε σε 53.293,73 ευρώ. Η συμφωνία δεν τηρήθηκε και η απόφαση ανακλήθηκε δυνάμει της 1639/2l-3-2007 απόφασης τoυ Eφετείου Αθηνών. Επειδή η συμφωνία αφορά τους πιστωτές και τα χρέη που γεννήθηκαν μέχρι την επικύρωσή της και δεν δεσμεύει τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τους γεννήθηκαν μετά την επικύρωση της συμφωνίας (βλ. 8η σελ. της 6.746/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνώνμε τις εκεί παραπομπές) ως προς τα χρέη του πίνακα, όπως πιο κάτω περιγράφονται λεπτομερώς, εκτός των υπό στοιχείο 1, 2, 3, 4 και 6, τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα προ της ημερομηνίας επικύρωσης τηςσυμφωνίας, τα λοιπά έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα μετά την επικύρωση της συμφωνίας και επομένως δεν συμπεριλαμβάνονται στη ρυθμιστική συμφωνία και αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι έχουνπεριοριστεί. Από αυτά που γεννήθηκαν προ της επικυρωμένης συμφωνίας, τα υπό στοιχείο 4 και 6 ως περιορισμένα κατά τη ρυθμιστική συμφωνία χρέη, δεν έπαυσαν να υφίστανται αφού είχαν ήδη καταστείληξιπρόθεσμα, όπως αναλυτικά αναφέρονται πιο κάτω, και με την επικυρωμένη προθεσμία δεν παύουν να είναι ληξιπρόθεσμα, και μόνο όταν τηρηθεί η συμφωνία και πληρωθεί το συμφωνημένο ποσό θεωρείται ότι δεν υφίστανται πλέον, ώστε ο σχετικός ισχυρισμός (1, 2 και 4 λόγοι) πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω κατά το χρόνο ισχύος της ως άνω συμφωνίας των πιστωχών ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να είναι διευθύνων και εντεταλμένος σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας. Με τηνως άνω συμφωνία μεταξύ της τελευταίας και των πιστωτών ορίστηκε ότι η εξυπηρέτηση της αποπληρωμής θα παρακολουθείται από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (άρθρο 3 παρ. 1) και οι συμβαλλόμενες Τράπεζες ορίζουν και εξουσιοδοτούν ανέκκλητα ως εκπρόσωπο τους τηνΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ (ΑΤΕ), που θα ελέγχει την υλοποίηση της σύμβασης αυτής ανά εξάμηνο (άρθρο 3 παρ. 5 ΣΤ). Έτσι η ΑΤΕ είχε αναλάβει την παρακολούθηση της διαδικασίας αποπληρωμής κατά τη συμφωνία και ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να έχει την εκπροσώπησηκαι πραγματική διαχείριση της εταιρίας. Επομένως ο αντίθετος ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί. Η ως άνω συμφωνία μεταξύ της εταιρίας και των πιστωτών, που επικυρώθηκε δεν αποτελούσε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής και δεν επιφέρει αναστολή της ποινικής δίωξης που προβλέπεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.5 του ν. 1882/1990 παρ. 5 ώστε ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. Τέλος οι ισχυρισμός ότι "η μήνυση έπρεπε να συνοδεύεται από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 2523/1997 γιο τα χρέη που δεν είχε ασκηθεί προσφυγή και τελεσίδικης απόφασης για το χρέη που είχε ασκηθεί προσφυγή, εκτός της αοριστίας, δεν είναι νόμιμος αφού δεν απαιτείται η τήρηση των παραπάνω προϋποθέσεων (βλ. ΑΠ 151/2007, ΑΠ 873/2004). Ο τελευταίος ισχυρισμός για χρέη μη αξιόποινα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, ως διευθύνων σύμβουλος κα εντεταλμένος της ανώνυμης εταιρίας "ATIC ΑΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 1-1-2005 παραβίασε τη, σύμφωνο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμία καταβολής των χρεών της (εταιρίας προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή ηθελημένα καθυστέρησε την καταβολή πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής, και δεν κατέβαλε στο δημόσιο το συνολικό ποσό των 2.472.450,83 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων και τα οποία χρέη της ανώνυμης εταιρίας είναι βεβαιωμένα στη ΦΑΒΕ Αθηνών, και συγκεκριμένα : 1) ποσού 1.656, 13 ευρώ (κεφάλαιο 930,41 + προσαύξηση 725,72 ευρώ), με ημερομηνία καταβολής την 29-12-2000, 2) ποσό 261,20 ευρώ (κεφάλαιο 146,74 + προσαύξηση 114,46), με ημερομηνία καταβολής 29-12-2000, 3) ποσού 1.522, 22 ευρώ (κεφάλαιο 880,41 + προσαύξηση 641,81), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 29-6-2001, 4) ποσού 14.768,88 ευρώ (κεφάλαιο 9.684, 51 + προσαύξηση 5.084,37), με ημερομηνία καταβολής την 31-5-2002, 5) ποσού 34.380,05 ευρώ (κεφάλαιο 24.211,30 + προσαύξηση 10.168,75), με ημερομηνία καταβολής την 31-12-2002, 6) ποσού 66.740,23 ευρώ (κεφάλαιο 35.938,36 + προσαύξηση 30.801,87), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 29-12-2000, 7) ποσού 9.430,75 ευρώ (κεφάλαιο 7.131,00 + προσαύξηση 2.299,75), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-9-2003, 8) ποσού 13.814,85 ευρώ (κεφάλαιο 10.446,00 + προσαύξηση 3.368,85), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-9-2003, 9) ποσού 229.064,94 ευρώ (κεφάλαιο 173.206,00 + προσαύξηση 55.858, 94), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-9-2003, 10) ποσού 2.161,30 ευρώ (κεφάλαιο 1.598,03 + προσαύξηση 553,30), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-5-2003, 11) ποσού 34.908,03 ευρώ (κεφάλαιο 25.810,00 + προσαύξηση 9.098,03), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-5-2003, 12) ποσού 251 ευρώ (κεφάλαιο 200 + προσαύξηση 51), με ημερομηνία καταβολής την 28-11-2003, 13) ποσού 251 ευρώ (κεφάλαιο 200 + προσαύξηση 51), με ημερομηνία καταβολής την 28-11-2003, 14) ποσού 251,68 ευρώ (κεφάλαιο 220 + προσαύξηση 31,68), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 15) ποσού 755,04 ευρώ (κεφάλαιο 660 + προσαύξηση 95,04), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 16) ποσού 2.014,58 ευρώ (κεφάλαιο 1.761 + προσαύξηση 253,58), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 17) ποσού 2.014,58 ευρώ (κεφάλαιο 1.761 + προσαύξηση 253,58), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 18) ποσού 2.014,58 ευρώ (κεφάλαιο 1.761 + προσαύξηση 253,58), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 19) ποσού 128.722,72 ευρώ (κεφάλαιο 114.931 + προσαύξηση 1.791,72), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 20) ποσού 145.455,52 ευρώ (κεφάλαιο 129.871 + προσαύξηση 15.584,52), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 21) ποσού 32.231,36 ευρώ (κεφάλαιο 28.778 + προσαύξηση 3.453,36), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 22) ποσού 103.524,96 ευρώ (κεφάλαιο 92.433 + προσαύξηση 11.091,96), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2.004, 23) ποσού 181.286,56 ευρώ (κεφάλαιο 161.863 + προσαύξηση 19.423,56), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 24) ποσού 71.044,96 ευρώ (κεφάλαιο 63.433 + προσαύξηση 7.611,96), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 25) ποσού 73.748,64 ευρώ (κεφάλαιο 65.847,00 + προσαύξηση 7.901,64), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 26) ποσού 30.408 ευρώ (κεφάλαιο 27.150 + προσαύξηση 3.258), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 27) ποσού 4.796,96 ευρώ (κεφάλαιο 4.283 + προσαύξηση 513,96), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 28) ποσού 98,56 ευρώ (κεφάλαιο 88 + προσαύξηση 10,56), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 29) ποσού 98,56 ευρώ (κεφάλαιο 88 + προσαύξηση 10,56), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 30) ποσού 124.448, 80 ευρώ (κεφάλαιο 111.115 + προσαύξηση 13.333,80), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 31) ποσού 50.067, 36 ευρώ (κεφάλαιο 44.703 + προσαύξηση 5.364,36), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 32) ποσού 12.651, 52 ευρώ (κεφάλαιο 11.296 + προσαύξηση 1.355,52), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 33) ποσού 3.300,64 ευρώ (κεφάλαιο 2.947 + προσαύξηση 353,64), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 34) ποσού 11.562, 88 ευρώ (κεφάλαιο 10.324 + προσαύξηση 1.238,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 35) ποσού 573,44 ευρώ (κεφάλαιο 512 + προσαύξηση 61,44), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 36) ποσού 2.316,16 ευρώ (κεφάλαιο 2.068 + προσαύξηση 248,16), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 37) ποσού 332.866,24 ευρώ (κεφάλαιο 297.202 + προσαύξηση 35.664,24), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 38) ποσού 325.242, 40 ευρώ (κεφάλαιο 290.395 + προσαύξηση 34.847,40), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 39) ποσού 171.015, 04 ευρώ (κεφάλαιο 152.692 + προσαύξηση 18.323,04), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 40) ποσού 107.737, 28 ευρώ (κεφάλαιο 96.194 + προσαύξηση 11.543,28), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 41) ποσού 9.104,48 ευρώ (κεφάλαιο 8.129 + προσαύξηση 975,48), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 42) ποσού 94.578, 40 ευρώ (κεφάλαιο 84.445 + προσαύξηση 10.133,40), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 43) ποσού 1.024,80 ευρώ (κεφάλαιο 915 + προσαύξηση 109,80), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 44) ποσού 63.605,92 ευρώ (κεφάλαιο 56.791 + προσαύξηση 6.814,92), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 45) ποσού 147,84 ευρώ (κεφάλαιο 132 + προσαύξηση 15,84), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 46) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 47) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 48) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 49) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 50) ποσού 2.053,43 ευρώ (κεφάλαιο 1.833,42 + προσαύξηση 220,01), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-
  2. Δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 περ. α του ν. 2527/1997 η μη καταβολή των επιμέρους χρεών υπό στοιχείο 1, 2, 3, 10, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 27, 28, 29, 33, 35, 36, 43, 45, 46, 47, 48, 49 και 50 ποσών, δεν είναι αξιόποινη διότι τα οφειλόμενα ποσά είναι μικρότερα του προβλεπόμενου ποσού 3.000 και 6.000 ευρώ αντίστοιχα, που συνιστούσε όρο θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τα παραπάνω οφειλόμενα ποσά, ενώ εξακολουθεί να ευθύνεται για τα λοιπά χρέη, συνολικού ποσού 2.472.450,83 ευρώ και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1β' του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1γ' του ν. 3220/2004, κατά την οποία για την καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κλπ βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερβαίνει το ποσό των 120.000". Σύμφωνα δε με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κηρύχθηκε ένοχος του ότι " στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 1-11-2005, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του ως Διευθύνοντος και Εντεταλμένου της εταιρείας ΑΤΙC Α.Ε στη ΦΑΒΕ Αθηνών, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αριθμός βιβλίου .....) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την από 10-5-2005 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 2.472.450,83 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης

(2)ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το Δικαστήριο που την εξέδωσε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, προκύπτει ότι δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πράγματι, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 6746/12-7-2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επικυρώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν.1892/1990, η από 13-5-2002 συμφωνία που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΙC-ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και της οποίας διευθύνων και εντεταλμένος σύμβουλος, ήταν ο κατηγορούμενος, και των πιστωτών της αφετέρου, για τη ρύθμιση των χρεών της εταιρείας, που αυτός εκπροσωπούσε, μεταξύ των οποίων και της οφειλής της προς το Ελληνικό Δημόσιο, που ανερχόταν στο ποσό των 53.293,78 ευρώ. Η ως άνω με αριθμό 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ίσχυσε μέχρι την 21-3-2007, ότε ανακλήθηκε με την υπ' αριθμό 1639/21-3-2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Συνεπώς, η ευθύνη του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, περιορίζεται μόνο στο χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 13-7-2002, κατά τη διάρκεια του οποίου αυτός είχε την διττή ιδιότητα του Διευθύνοντος και εντεταλμένου Συμβούλου της ως άνω εταιρείας, αφού από τις 14-7-2002, έπαυσε να έχει οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες στην εταιρεία που αυτός εκπροσωπούσε και σε καμία περίπτωση η ευθύνη του δεν μπορούσε να υφίσταται μετά την 14-7-2002, ότε και επικυρώθηκε η από 13-5-2002 συμφωνία για τη ρύθμιση των χρεών της εταιρείας. Αντίθετα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, όπως προαναφέρθηκε, κηρύχθηκε ένοχος και για το μετά την 14-7-2002 έως 1-11-2005 χρονικό διάστημα και μάλιστα για οφειλή της εταιρείας ύψους 2.472.450,83 ευρώ, τη στιγμή που το χρέος προς το Ελληνικό Δημόσιο, είχε περιορισθεί στο ποσό των 53.293,78 ευρώ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 19.232/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.