← Ελλάδα

ΑΠ 469/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 469 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: 1) Έλλειψη αιτιολογίας, 2) Εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διάταξης. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 469/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαo Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαργαρέτα, για αναίρεση της 10615/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 647/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Η καταδικαστική απόφαση έχει την από το άρ.93 παρ.3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της απόφασης, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός του είδους των, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, ενώ η μη ορθή εκτίμηση τους δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, εφόσον περί αυτών κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, κατά το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης] εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 10625/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα τριών

(13)μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος X1 και ο Γ1 ήταν εταίροι και διαχειριστές της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... Ε.Π.Ε", αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της οποίας ήταν η εμπορία ποτών, τροφίμων κ.λ.π. Από τα μέσα του έτους 1998, η ανωτέρω εταιρεία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Οι πιο πάνω εταίροι, προκειμένου να συνεχίσουν την εμπορική τους δραστηριότητα, ενεργοποίησαν τη μέχρι τότε αδρανή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... Ε.Π.Ε.", η οποία είχε το ίδιο αντικείμενο. Στην εταιρεία αυτή, λόγω καταστατικής δεσμεύσεως που απαγόρευε στους ανωτέρω να είναι εταίροι σε εταιρεία με το ίδιο αντικείμενο, κατέστησαν εταίροι και διαχειριστές δύο άτομα της απόλυτης εμπιστοσύνης τους, ήτοι ο Ζ1 για λογαριασμό του Γ1 και ο ...... για λογαριασμό του κατηγορουμένου, στους οποίους μεταβιβάστηκαν τα εταιρικά μερίδια της "....... Ε.Π.Ε." και της οποίας έγιναν διαχειριστές, ενώ στην ουσία οι ίδιοι αρχικοί εταίροι συνέχιζαν την ίδια εμπορική δραστηριότητα. Ενόψει όμως της δεινής οικονομικής καταστάσεως της τελευταίας εταιρείας, οι πιο πάνω αληθείς εταίροι ζήτησαν τη βοήθεια του μάρτυρα Ψ, συζύγου της εγκαλούσας Ψ1, με τον οποίο είχαν σχέσεις φιλίας και συνεργασίας. Έτσι, μετά από συμφωνία που έλαβε χώρα στις 2-10-1998, η εγκαλούσα ανέλαβε στις 3-10-1998 το ποσό των 6.000.000 δραχμών από το λογαριασμό που τηρούσε στην "ΑLΡΗΑ Τράπεζα Πίστεως" και το κατέθεσε αυθημερόν στο λογαριασμό που τηρούσε ο Γ1, στην ίδια Τράπεζα, στη συνέχεια δε το ποσό αυτό πιστώθηκε στο λογαριασμό της εταιρείας "...... Ε.Π.Ε". Για την εξασφάλιση του ποσού αυτού και με σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου, η τελευταία εταιρεία εξέδωσε στις 5-10-1998 τις περιγραφόμενες στο διατακτικό δώδεκα συναλλαγματικές, ποσού 500.000 δραχμών την καθεμία, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν η εταιρεία "...........Ε.Π,Ε." δια του τότε νομίμου εκπροσώπου της Ζ1, τριτεγγυήθηκε δε υπέρ της αποδέκτριας ο Γ
  1. Οι πιο πάνω συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους και, με βάση αυτές, εκδόθηκε, μετά από αίτηση της εγκαλούσας, η 5760/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εν τούτοις, ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, στις 28-6-2001, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 15-6-2000 έγγραφη μήνυσή του, με την οποία καταμήνυσε, μεταξύ άλλων, την εγκαλούσα για τις πράξεις της απάτης στο δικαστήριο και της άμεσης συνέργειας σε απιστία. Ειδικότερα την καταμήνυσε ότι: Στις 17-3-1999, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία της εταιρείας "....... Ε.Π.Ε.", την οποία αυτός εκπροσωπούσε, αφού επιδίωξε και πέτυχε την έκδοση της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής σε βάρος της ανωτέρω εταιρείας, με συνειδητή παραπλάνηση του πιο πάνω δικαστή, που έγινε με την υποβολή συνειδητά ψευδών ισχυρισμών, αλλά ταυτοχρόνως και με την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση της αλήθειας, που συνόδευσε και με την εν γνώσει προσκομιδή και επίκληση ψευδών κατά περιεχόμενο και ημερομηνία εκδόσεως και αποδοχής τίτλων (συναλλαγματικών) και συγκεκριμένα παρέστησε συνειδητά ψευδώς στον πιο πάνω δικαστή ότι είναι τάχα δικαιούχος των ανωτέρω συναλλαγματικών, απέκρυψε όμως και παρασιώπησε αθεμίτως την αλήθεια, ότι δηλαδή οι συναλλαγματικές αυτές δεν οφείλονταν πράγματι και είχαν εκδοθεί προχρονολογημένες στα μέσα Μαρτίου 1999 από το Γ1 σε συμπαιγνία με την εγκαλούσα, με τον ανωτέρω δε τρόπο, πέτυχε την έκδοση της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής σε βάρος της εταιρείας "..... Ε.Π.Ε.", βλάπτοντας την περιουσία της κατά το συνολικό ποσό των 6.000.000 δραχμών. Επί πλέον ο κατηγορούμενος καταμήνυσε την εγκαλούσα ότι: Με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο Γ1 κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξεως της απιστίας που αυτός τέλεσε και συγκεκριμένα προκειμένου να βοηθήσει τον τελευταίο να ζημιώσει εν γνώσει του την περιουσία της εταιρείας "......... ΕΠ.Ε.", της οποίας ήταν διαχειριστής, με την έκδοση των προαναφερθεισών συναλλαγματικών χωρίς την ύπαρξη αντίστοιχης οφειλής της πιο πάνω εταιρείας, δέχθηκε να εμφανισθεί και εμφανίσθηκε πράγματι ως λήπτρια και κομίστρια των συναλλαγματικών αυτών, τις οποίες και χρησιμοποίησε, κατά τα προεκτεθέντα, η ίδια για την έκδοση της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής. Ο κατηγορούμενος εν γνώσει καταμήνυσε ψευδώς την εγκαλούσα ότι έχει τελέσει τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις (της απάτης στο δικαστήριο και της άμεσης συνέργειας σε απιστία), ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε (αφού επρόκειτο για γεγονότα των οποίων είχε ιδία αντίληψη), είναι ότι οι ανωτέρω δώδεκα συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 6.000.000 δραχμών, δόθηκαν στην εγκαλούσα για την εξασφάλιση του ισόποσου δανείου το οποίο αυτή χορήγησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "..... Ε.Π,Ε" Γ1 για λογαριασμό της εταιρείας αυτής, για μεγαλύτερη δε εξασφάλιση της εγκαλούσας, οι εν λόγω συναλλαγματικές έγιναν αποδεκτές από την εταιρεία "....... Ε.Π.Ε.", δια του τότε νομίμου εκπροσώπου της Ζ1και της οποίας τον ουσιαστικό έλεγχο είχαν από τις 5-10-1998 ο κατηγορούμενος και ο Γ1 και, επομένως, οι συναλλαγματικές δεν εκδόθηκαν κατόπιν συμπαιγνίας της εγκαλούσας με τους Γ1 και Ζ1, υφισταμένης πράγματι νομίμου αιτίας, δικαιολογούσας την έκδοση, αποδοχή και οπισθογράφησή τους. Στην πράξη του δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. Επί πλέον ο κατηγορούμενος, στον ίδιο πιο πάνω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και απέκρυψε την αλήθεια και συγκεκριμένα, κατά την υποβολή της ανωτέρω μηνύσεως του, βεβαίωσε ενόρκως την αλήθεια του περιεχομένου της, αν και γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Τέλος ο κατηγορούμενος, στον ίδιο πιο πάνω τόπο και χρόνο, με την προαναφερθείσα μήνυση του, της οποίας έλαβαν γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, μεταξύ άλλων, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών και ο αρμόδιος γραμματέας της Εισαγγελίας, εν γνώσει του ισχυρίστηκε και διέδωσε τα αναφερόμενα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταμήνυσε ο κατηγορούμενος την εγκαλούσα, η τελευταία απηλλάγη, με την 32281/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. το επικυρωμένο αντίγραφο της ανωτέρω αποφάσεως και το ......... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο), από μόνο δε το γεγονός ότι με την ανωτέρω απόφαση ο τότε μηνυτής και ήδη κατηγορούμενος απηλλάγη από την πληρωμή των εξόδων και τελών της δίκης εκείνης δεν γεννάται δεδικασμένο περί ελλείψεως δόλου αυτού, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του. Εξάλλου η κρίση του παρόντος δικαστηρίου για την αναλήθεια του περιεχομένου της μηνύσεως και της ένορκης καταθέσεως του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται μόνο στην 32281/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αλλά σε όλα τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης αποδεικτικά στοιχεία, απορριπτόμενου ως άνευ αντικειμένου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι προσκρούει στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ η εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 366 παρ.2 Π.Κ. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό. Περαιτέρω όμως το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, μέχρι το χρόνο τελέσεως των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων του, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει να του επιβληθεί ποινή μειωμένη, κατά το άρθρο 84 παρ.2 εδ.αΠ.Κ.". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ.1, 224 παρ.2-1, 363 σε συνδ. με 362 ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αιτιολογείται επαρκώς ότι η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο εκ του άρθρου 366 παρ.
  2. ΠΚ τεκμήριο, από την υπ'αριθμ. 3281/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η εγκαλούσα Ψ1 απαλλάχτηκε των κατηγοριών που της αποδόθηκαν, συνεπεία της από 28-6-2000 μήνυσης του κατηγορουμένου σε βάρος της, αλλά και σε όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο αιτιολογικό της, με συνέπεια, αβασίμως να υποστηρίζεται ότι, παραβιάστηκε στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Ορθώς δε απορρίφθηκε, με επαρκή αιτιολογία, ως αβάσιμος, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, εφόσον με την ως άνω υπ'άριθ. 3281/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν του επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα, παρήχθη δεδικασμένο αναφορικά με την ύπαρξη δόλου στην υποβολή της από 28-6-2000 μήνυσής του εναντίον της εγκαλούσας, καθόσον δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατ'άρθρο 57 ΚΠΔ προϋποθέσεις για την παραγωγή δεδικασμένου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠΔ 583 παρ.1 και ΚΠολΔ 176 και 183). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 10-3-2006 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ'αρ. 10615/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.