Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 469 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Καταχραστές Δημοσίου, Έξοδα. Περίληψη: Αναιρέσεις κατηγορουμένων κατά αποφάσεως που τους καταδίκασε: Τον πρώτο για κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση στην υπηρεσία σε βάρος του Δήμου Θεσσαλονίκης (Ν.Π.Δ.Δ.) με όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν τις 2 150.000 ευρώ, με τους όρους του Ν. 1608/1950 περί καταχραστών δημοσίου και με τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι ο δράστης εξακολούθησε επί μακρόν την τέλεση του εγκλήματος και το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για κατ' εξακολούθηση πλαστογραφία και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κερδοσκοπία. Τον δεύτερο για κατ' εξακολούθηση απλή συνέργεια στην ως άνω πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και για κατ' εξακολούθηση απλή ψυχική συνδρομή σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση. Τον τρίτο για κατ' εξακολούθηση απλή συνέργεια στην ως άνω πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Τους τέταρτο και πέμπτο για παράβαση του άρθρου 3 του Ν. 1608/
(1991)ως μόνιμος υπάλληλος στο Τμήμα Εξόδων της Διεύθυνσης της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου …, εκτελώντας τα καθήκοντα του διαχειριστή των υπέρ τρίτων αποδοτέων κρατήσεων (φόρων προς το Δημόσιο και ασφαλιστικών εισφορών στα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία). Λόγω της ευφυΐας του και της εμπειρίας, που εν τω μεταξύ απέκτησε, αντελήφθη ότι ήταν δυνατή η υπεξαίρεση κάποιου μέρους από τα χρηματικά ποσά που διαχειριζόταν, δεδομένου ότι: α) οι αποδόσεις των κρατήσεων γίνονταν όχι μόνο με τραπεζικές επιταγές αλλά και με μετρητά, β) ο ουσιαστικός έλεγχος των διαχειριστών πληρωμών και κρατήσεων, από τους αρμοδίους προς τούτο (προϊσταμένη του τμήματος εξόδων και γραμματεία διευθυντή Ταμειακής Υπηρεσίας) ήταν ανύπαρκτος και γ) η διαχείριση των υπέρ τρίτων αποδόσεων εξαιρούνταν από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Προϊστάμενοι της Ταμειακής Υπηρεσίας του δήμου … κατά το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω (1.1.1999 - 31.12.2007) ήταν αρχικά ο πέμπτος κατηγορούμενος Θ. Γ. από το τέλος Φεβρουάριου 1998 μέχρι τη συνταξιοδότησή του που έλαβε χώρα την 8.8.2007 και στη συνέχεια ο τέταρτος κατηγορούμενος Γ. Γ., από 14.8.2007 ως αναπληρωτής δυνάμει της υπ' αριθ. .../14.8.2007 απόφασης του Δημάρχου (τρίτου κατηγορουμένου Β. Π.). [Στη συνέχεια ως τακτικός δυνάμει της υπ' αριθ. .../4.2.2008 απόφασης του ίδιου Δημάρχου]. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. .../1991 απόφαση του Νομάρχη … (ΦΕΚ ….1991/…), ο Διευθυντής της Ταμειακής Υπηρεσίας έχει τις εξής λειτουργικές αρμοδιότητες: 1) Προγραμματίζει, οργανώνει, διευθύνει και ελέγχει, συντονίζει την εργασία των τμημάτων που υπάγονται σ' αυτόν για την επιτυχία του έργου της είσπραξης των εσόδων του Δήμου και της διαχείρισης των χρημάτων κατά νόμο. 2) Έχει προσωπική ευθύνη για τη διεκπεραίωση της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου, ανεξάρτητα αν αυτή ασκείται με εντολές του από τα διαχειριστικά και εισπρακτορικά όργανα. 3) Προετοιμάζει και υποβάλλει στον Αντιδήμαρχο Οικονομικών προτάσεις για τη βελτίωση της ταμειακής διαχείρισης. 4) Για τη διεκπεραίωση της εργασίας του ο Προϊστάμενος της Διευθύνσεως βοηθείται από τη Γραμματεία, η οποία εκτός των άλλων ελέγχει τα εξοφλημένα εντάλματα, καθώς και τη διαχείριση των διαχειριστών. Ένα από τα βασικά τμήματα της Ταμειακής Υπηρεσίας είναι το Τμήμα Εξόδων. Προϊσταμένη του Τμήματος αυτού υπήρξε αρχικά η Κ. Γ. από 21.4.1999 έως 12.7.2002, ακολούθως η Κ. Π. από 12.7.2002 (απόφαση Δημάρχου .../2002) μέχρι τον Ιούλιο 2007 και τέλος η Α. Μ. από τον Ιούλιο 2007 και στο εξής. Το Τμήμα Εξόδων, σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου, έχει τα εξής καθήκοντα: 1) Να ενεργεί υπεύθυνα τον έλεγχο των ενταλμάτων πληρωμής. Ο συγκεκριμένος έλεγχος αφορά στο νόμιμο και έγκυρο της εντελλόμενης δαπάνης, το νομότυπο της υπογραφής του εντάλματος, την πληρότητα των δικαιολογητικών και την έκδοση του εντάλματος, εντός των ορίων της πίστωσης που έχει εγκριθεί. 2) Μεριμνά για την έγκαιρη καταβολή των αναγκαίων ποσών των οφειλών προς το ΙΚΑ και για το συσχετισμό των αποδείξεων πληρωμής και εισφορών με τα χρηματικά εντάλματα. 3) Ελέγχει τα εντάλματα μισθοδοσίας του τακτικού και έκτακτου ημερομισθίου προσωπικού και αποδίδει τις εισφορές εργαζομένων και εργοδότη (Δήμου) στο ΙΚΑ και στα λοιπά ταμεία (ΤΕΑΔΣΕ, ΤΥΔΚΥ, ΤΣΜΕΔΕ, ΚΥΤ ΜΕΤΑΛΛΩΝ, ΤΕΑΜΕ, ΤΣΑΥ κ.λπ.). 4) Εξοφλεί τα χρηματικά εντάλματα των δαπανών του Δήμου. 5) Παρακολουθεί την έγκαιρη απόδοση των κρατήσεων, με βάση τις καταστάσεις της Μηχανογραφικής Υπηρεσίας του Δήμου, ώστε να αποφεύγεται η πληρωμή προστίμων, ένεκα καθυστερήσεων. 6) Τηρεί τα εξής βιβλία: α) κρατήσεων, β) κατασχέσεων και εκχωρήσεων, γ) κατατιθεμένων και αποδιδόμενων χρηματικών εγγυήσεων, δ) Δελτίο Ημερήσιας. Υποκείμενες υπηρεσιακές μονάδες της ίδιας διεύθυνσης ήταν επίσης το Τμήμα Λογιστηρίου και το Τμήμα Εσόδων. Ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Σ. ήταν ενταγμένος οργανικά στο Τμήμα Εξόδων της Ταμειακής Υπηρεσίας και του είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα του διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων. Συνολικά διαχειριζόταν τις κρατήσεις 52 ασφαλιστικών ταμείων. Σύμφωνα με τις αποφάσεις υπ' αριθ. …/25.1.91, …/10.2.92, …/25.1.93, …/1994, …/95, …/30.1.96, …/11.2.97, …/12.2.98, …/19.2.1999, …/19.1.2000, …/31.1.2001, …/17.1.2002, …/27.1.2003, …/28.1.2004, …/17.2.2005, …/31.1.2006 και …/2007 του Δημάρχου …, τα καθήκοντα του διαχειριστή κρατήσεων υπέρ τρίτων, Π. Σ., προσδιορίζονται ως εξής: α) Έγκαιρη απόδοση των κρατήσεων υπέρ των διαφόρων ταμείων (ΤΥΔΚΥ, ΤΑΔΚΥ, ΚΥΤ, ΤΣΜΕΔΕ, ΤΕΑΓΕ, ΤΕΑΧ, ΜΕΤΑΛΛΟΥ, ΝΟΜΙΚΩΝ) μετά από προηγούμενο έλεγχο των μισθοδοτικών καταστάσεων και των κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου (φόρος εισοδήματος, ΟΔΔΥ - Στεγαστικά Δάνεια- ΤΕΕ κ.λπ.), β) Διαφύλαξη παραστατικών στοιχείων πληρωμής κρατήσεων και υποβολής τους στον Δημοτικό Ταμία στο τέλος του Οικονομικού Έτους, γ) Έλεγχος εξοφληθέντων χρηματικών ενταλμάτων που παραδίδονται από τους διαχειριστές πληρωμών. Στην απόφαση υπ' αριθ. …/22.2.2007 προστίθεται ακόμα μια αρμοδιότητα στα καθήκοντα του διαχειριστή Π. Σ., η εξής: δ) Επιμέλεια της ενταλματοποίησης για τη λογιστική τακτοποίηση των αποδόσεων των υπέρ τρίτων κρατήσεων και εισφορών. Στις ανωτέρω αποφάσεις, τα σχέδια των οποίων συντάσσονταν από τη γραμματεία του Δ/ντή σε συνεργασία με τα τμήματα της ταμειακής Υπηρεσίας και προωθούντο στο Δήμαρχο για υπογραφή, εκτός από τα καθήκοντα των διαχειριστών πληρωμών και του διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων, που ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, καθορίζονταν και τα καθήκοντα των διαχειριστών εισπράξεων. Σχετικά με όλα αυτά στις εν λόγω αποφάσεις, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής: Από το έτος 1997 (απόφαση υπ' αριθ. …/11.2.1997) μέχρι και το 2001 (απόφαση υπ' αριθ. …/31.1.2001) αναφερόταν λεκτικά στα καθήκοντα των διαχειριστών εισπράξεων του τμήματος εσόδων (γενικοί διαχειριστές εσόδων): α) Καθημερινή παραλαβή των εισπράξεων... β) Έκδοση του ημερήσιου δελτίου παραλαβής... γ) Παράδοση των εισπράξεων κάθε πρωί, ανάλογα με τις ανάγκες, στους διαχειριστές πληρωμών Α. Α., Ζ. Π., Κ. Ε. και Σ. Π. (εντάσσεται δηλαδή και ο πρώτος κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κείμενο των αποφάσεων, στους διαχειριστές πληρωμών). Από το 2002 (απόφαση υπ' αριθ. …/17.1.2002) αναφερόταν στα καθήκοντα των διαχειριστών εισπράξεων τμήματος εσόδων τα εξής: α) Καθημερινή παραλαβή... β) Έκδοση του ημερήσιου δελτίου παραλαβής... γ) Παράδοση των εισπράξεων κάθε πρωί στους διαχειριστές πληρωμών Α. Α. και Μ. Α.. Δηλαδή απαλείφθηκε το όνομα του Π. Σ. από τους διαχειριστές πληρωμών, στους οποίους ο κεντρικός διαχειριστής (διευθυντής της Ταμειακής Υπηρεσίας) μπορεί να δίνει μετρητά. Από την επισκόπηση των ανωτέρω αποφάσεων που καταλαμβάνουν όλο το διάστημα που ο πρώτος κατηγορούμενος ασκούσε καθήκοντα διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων (1991-2008) προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Όλες οι αποφάσεις με πάγιο και ομοιόμορφο τρόπο διαστέλλουν τους διαχειριστές πληρωμών από τον διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων. Ωστόσο, σε ορισμένες, όπως επισημάνθηκε αμέσως ανωτέρω, οι δύο ιδιότητες συγχέονται, στην πράξη δε σε όλες τις αποφάσεις οι διαχειριστές (πληρωμών και κρατήσεων) αντιμετωπίζονταν ομοιόμορφα ως προς την είσπραξη μετρητών και επιταγών και στον τρόπο της χρέωσής τους με αποδείξεις. 2) Κατά τα έτη 1991-1996 προβλέπεται ότι ο κεντρικός διαχειριστής μπορεί να δίνει μετρητά από τις τακτοποιητέες εισπράξεις μόνο στους διαχειριστές πληρωμών, στους οποίους φυσικά δεν περιλαμβάνεται ο διαχειριστής των υπέρ τρίτων κρατήσεων (Π. Σ.) και γι' αυτό δεν προβλέπεται παράδοση τέτοιων μετρητών και στον Π. Σ.. Στο ζήτημα αυτό υπάρχει αλλαγή κατά τα έτη 1997-2001 και προβλέπεται πως ο κεντρικός διαχειριστής μπορεί να δίνει μετρητά από τις τακτοποιητέες εισπράξεις και στον Π. Σ.. 3) Από το έτος 2002 και στο εξής καταργείται αυτή η αλλαγή και επανέρχεται η ρύθμιση στην αρχική της μορφή. Δηλαδή προβλέπεται ότι ο κεντρικός διαχειριστής μπορεί να δίνει μετρητά από τις τακτοποιητέες εισπράξεις μόνο στους διαχειριστές πληρωμών, στους οποίους φυσικά δεν περιλαμβάνεται ο διαχειριστής των υπέρ τρίτων κρατήσεων (Π. Σ.) και γι' αυτό δεν προβλέπεται παράδοση τέτοιων μετρητών και στον Π. Σ.. Παρά τη διατύπωση αυτή των αποφάσεων ο Π. Σ. συνεχίζει να παραλαμβάνει μετρητά από τον κεντρικό διαχειριστή από τις τακτοποιητέες εισπράξεις της ημέρας, προκειμένου να πληρώσει φόρους και εισφορές στα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία. 4) Για τον τελευταίο (Π. Σ.) ορίζεται μέχρι το 2004 ότι αυτός όφειλε να διαφυλάττει τα παραστατικά στοιχεία πληρωμής των κρατήσεων που απέδιδε στα Ταμεία και στο Δημόσιο και να τα υποβάλλει στον Δημοτικό Ταμία (Διευθυντή) στο τέλος του οικονομικού έτους. Από τη διατύπωση αυτή δεν αποκλείεται ο έλεγχος των δικαιολογητικών από τα προαναφερόμενα όργανα, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ) δήμου …, αλλά η έννοιά της είναι ότι μετά τον έλεγχο τα δικαιολογητικά θα διαφυλάσσονται από τον Σ. μέχρι τέλους του έτους, όταν και θα παραδίδοντο στον Δ/ντή για την προώθησή τους στο Ελεγκτικό Συνέδριο για τον κατασταλτικό έλεγχο. 5) Οι διαχειριστές πληρωμών παίρνουν "χρήματα" από τον Προϊστάμενο της Ταμιακής Υπηρεσίας. Χρεώνονται με αποδείξεις εισπράξεως, τις οποίες υπογράφουν και πιστώνονται όταν παραδίνουν εξοφλημένα χρηματικά εντάλματα, οπότε και τους επιστρέφονται αντίστοιχες αποδείξεις. Τη διαχείριση του χρηματικού λογαριασμού "τακτοποιητέες εισπράξεις" την ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του Β. Δ/τος
- Σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, οι "τακτοποιητέες εισπράξεις" είναι το χρηματικό ποσό που έχουν κάθε ημέρα στα χέρια τους από εισπράξεις οι δημοτικοί εισπράκτορες και οι λοιποί επί της εισπράξεως δημοτικών εσόδων υπάλληλοι. Οι υπάλληλοι αυτοί υποχρεούνται να παραδίδουν στο δημοτικό ταμία (δηλαδή το διευθυντή της Ταμειακής Υπηρεσίας) ή στον εντεταλμένο απ' αυτόν διαχειριστή το σύνολο των εισπράξεων της ημέρας. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εισπράκτορες θα παραδίδουν το χρηματικό ποσό που συγκεντρώνουν από τις εισπράξεις κατά ημέρα και "επί τη παραδόσει εκδίδεται και παραδίδεται εις τους ανωτέρω γραμμάτιο παραλαβής". Συνεπώς για κάθε εισπράκτορα θα εκδίδεται γραμμάτιο παραλαβής για τα παραδοθέντα χρηματικά ποσά ξεχωριστά. Πριν από την παράδοση όμως των χρημάτων προηγείται η παράδοση όλων των στοιχείων, βάσει των οποίων εισπράχθηκαν τα ποσά στο δημοτικό ταμία για έλεγχο. Άρα ο έλεγχος προηγείται της έκδοσης του γραμματίου παραλαβής των "τακτοποιητέων εισπράξεων". Μετά τον έλεγχο των στοιχείων, βιβλίων εισπράξεως και των οικείων αποσπασμάτων των εισπρακτόρων οι ίδιοι (εισπράκτορες) παραδίδουν και τα καλύπτοντα το σύνολο των εισπράξεων γραμμάτια εκδοθέντα υπό τον λογαριασμό "τακτοποιητέες εισπράξεις". Μετά την παράδοση, σύμφωνα με το άρθρο 59 αρ.1, ο δημοτικός ταμίας επιλαμβάνεται ο ίδιος "της εξελέγξεως των λογαριασμών του εισπράκτορος ή άλλου επί της εισπράξεως υπαλλήλου". Επομένως, διενεργείται ατομικός έλεγχος για τις εισπράξεις του κάθε εισπράκτορα. Στη συνέχεια τα αντίτυπα των αποσπασμάτων εισπράξεων, δεόντως ελεγμένα από τον αρμόδιο ελεγκτή εσόδων, παραπέμπονται στο λογιστικό γραφείο του Ταμείου, το οποίο μετά τον έλεγχο επιμελείται της τακτικής εισαγωγής των εισπράξεων στο δημοτικό ταμείο υπό τα οικεία κεφάλαια και άρθρα του προϋπολογισμού. Έτσι εκδίδονται τα οικεία γραμμάτια εισπράξεως, ο αριθμός των οποίων τοποθετείται στο σώμα της οπίσθιας όψεως των γραμματίων παραλαβής των "τακτοποιητέων εισπράξεων". Από τις διατάξεις αυτές (άρθρα 58 και 59 του β.δ. 17.5/15.6.1959) δεν προβλέπεται δυνατότητα καθυστέρησης τακτικής εισαγωγής στο δημοτικό ταμείο των εισπράξεων από χρήματα που καθημερινά έχουν στα χέρια τους ως εισπράξεις της ημέρας οι δημοτικοί εισπράκτορες και οι λοιποί επί της εισπράξεως δημοτικών εσόδων υπάλληλοι. Υπάρχει όμως στη νομοθεσία πρόβλεψη ότι κάθε δήμος μπορεί να κρατά στο ταμείο του μετρητά μέχρι ένα ορισμένο από το νόμο ποσό. Συγκεκριμένα, αρχικά το π.δ. 410/1995 στο άρθρο 232 παρ. 2 όριζε: "Ο δημοτικός ταμίας δεν έχει δικαίωμα να κρατά στο ταμείο περισσότερο από ένα δωδεκατημόριο, των εξόδων που είναι γραμμένα στον προϋπολογισμό του δήμου. Τα υπόλοιπα χρήματα καταθέτει εντόκως και σε λογαριασμό όψεως σε Πιστωτικό Ίδρυμα ή σε Τράπεζα που καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου". Η ανωτέρω παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 28 Ν. 3202/2003 ως εξής: "
- Το ποσό που μπορεί να διατηρεί σε μετρητά στο ταμείο ο δημοτικός ή κοινοτικός ταμίας ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Τα υπόλοιπα κατατίθενται εντόκως, σε λογαριασμό όψεως ή προθεσμιακό, σε πιστωτικό ίδρυμα, που καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Τοποθέτηση των ταμειακών διαθεσίμων σε άλλου είδους τραπεζικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα δεν επιτρέπεται, εκτός από τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου. Όμως, ουδέποτε εκδόθηκε τέτοια απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Ακολούθως, εκδόθηκε ο Ν. 3463/2006 που στο άρθρο 171 ορίζει: "
- Το ποσό που μπορεί να διατηρεί σε μετρητά στο ταμείο ο δημοτικός ή κοινοτικός ταμίας ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Τα υπόλοιπα κατατίθενται εντόκως, σε λογαριασμό όψεως ή προθεσμιακό, σε πιστωτικό ίδρυμα, που καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Τοποθέτηση των ταμειακών διαθεσίμων σε άλλου είδους τραπεζικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα δεν επιτρέπεται εκτός από τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου". Σε εκτέλεση του νόμου αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4686/5.2.2008 Υ.Α. που όρισε: "
- Καθορίζουμε ως ανώτατο όριο του χρηματικού ποσού που μπορεί να διατηρείται σε μετρητά (τραπεζογραμμάτια και κέρματα) στο χρηματοκιβώτιο του δημοτικού ή κοινοτικού ταμείου, σε ημερήσια βάση, για την εξυπηρέτηση της συναλλακτικής κίνησης του οικείου ΟΤΑ, ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του ενός δωδεκάτου (1/12) του συνολικού ποσού που του κατανεμήθηκε αποκλειστικά ως τακτική επιχορήγηση κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη σχετική απόφαση μας περί κατανομής των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων των Δήμων και Κοινοτήτων.
- Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, με απόφαση του που εκδίδεται αμέσως μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου ΟΤΑ και που ισχύει για το έτος που αφορά ο προϋπολογισμός, δύναται να καθορίζει μικρότερο χρηματικό ποσό, τηρούμενο σε μετρητά στο ταμείο του δήμου ή της κοινότητας, από το ανωτέρω τιθέμενο όριο, εκτιμώντας τις πραγματικές συναλλακτικές ανάγκες αυτού/ής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ένας Δήμος μπορεί να κρατά στο Ταμείο του μετρητά και κατά λογική ακολουθία να πληρώνει με αυτά οφειλές του (ανάγκες και έξοδα), αφού άλλη σκοπιμότητα δεν μπορεί να έχει η παροχή δυνατότητας διατηρήσεως μετρητών στο Ταμείο του. Το ποσό που μπορεί να κρατά στο Ταμείο ποικίλει χρονικά ανάλογα με τις εκάστοτε ρυθμίσεις. Έτσι για το διάστημα από 1995-2003 μπορεί να κρατά ποσό ίσο με το ένα δωδέκατο (1/12) των εξόδων που είναι γραμμένα στον προϋπολογισμό. Για το διάστημα από 2003-2008 υπάρχει κενό νομοθεσίας, διότι δεν εκδόθηκε η υ.α. που θα καθόριζε το ύψος. Στο διάστημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι επιτρεπτή η αναλογική εφαρμογή της προηγούμενης ρύθμισης για το 1/12 των εξόδων που είναι γραμμένα στον προϋπολογισμό. Από 5.2.2008 και στο εξής το ποσό ορίζεται στο 10% του 1/12 της τακτικής επιχορήγησης. Στην πράξη ο Δήμος ... από του έτους 1991 τουλάχιστον, δηλαδή οκτώ περίπου έτη πριν εκλεγεί δήμαρχος ο τρίτος κατηγορούμενος, ένα μέρος από τα ποσά "των τακτοποιητέων εισπράξεων" τα διέθετε με τη μορφή μετρητών στους διαχειριστές πληρωμών και στον διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων Π. Σ., προκειμένου να εξοφλήσουν οφειλές του Δήμου προς τρίτους, ειδικότερα δε ο τελευταίος (Σ.) τις υποχρεώσεις προς τα ασφαλιστικά ταμεία από ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές εισφορές. Η παράδοση των χρημάτων στον Π. Σ., που ενδιαφέρει εδώ, γινόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας, πριν από το κλείσιμο της διαχείρισης στο τέλος του ωραρίου. Παρ' όλο που στις ετήσιες αποφάσεις του δημάρχου απαλείφθηκε από το 2002 και εντεύθεν η εντολή να παραλαμβάνει ο διαχειριστής των υπέρ τρίτων κρατήσεων (Π. Σ.) μετρητά από τους διαχειριστές εισπράξεων του Τμήματος Εσόδων της Δ/νσης Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου, εν τούτοις ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, συνέχισε να παραλαμβάνει μετρητά από τις τακτοποιητέες εισπράξεις πριν την εισαγωγή τους στο ταμείο του Δήμου. Ο έλεγχος της διαχείρισης του Π. Σ. δεν ήταν ποτέ επιμελημένος και ενδελεχής. Ειδικότερα, για το μέχρι του 2004 διάστημα ο Π. Σ., παρέδιδε τα εξοφλημένα εντάλματα στην προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων, η οποία αρκείτο σε ένα επιφανειακό αριθμητικό έλεγχο (έλεγχε δηλαδή αν συμφωνούν τα φερόμενα ως καταβληθέντα χρήματα με τα αναγραφόμενα στο ένταλμα, χωρίς όμως έλεγχο των παραστατικών (δικαιολογητικών) πληρωμής, ώστε να επιβεβαιωθεί η πραγματική καταβολή. Αυτά τα κρατούσε ο Σ. σε φάκελο τον οποίο την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους τον υπέβαλε στο Διευθυντή της Ταμειακής Υπηρεσίας. Και εκεί όμως από τη γραμματεία του Δ/ντη δεν γινόταν έλεγχος των δικαιολογητικών. Ο έλεγχος περιοριζόταν σε αριθμητική συμφωνία και επαλήθευση, όσων φέρονταν ότι καταβλήθηκαν, με αυτά που έπρεπε να καταβληθούν, με βάση την κατάσταση που ο ίδιος ο Σ. είχε συντάξει. Έλεγχος του Σ. δεν γινόταν ούτε και μετά το Μάιο του 2004 που συνέτασσε αυτός ημερήσια κατάσταση Στην κατάσταση αυτή απλώς κατέγραφε τον ισοσκελισμό των ποσών που έλαβε με τα ποσά που έδωσε. Εάν είχε παραλάβει επιταγή, ανέγραφε τον αριθμό της επιταγής. Εάν είχε λάβει μετρητά, ανέγραφε τα ποσά και δίπλα στη στήλη πληρωμών σημείωνε τα ονόματα των δικαιούχων π.χ. ΤΥΔΚΥ, ΤΣΜΕΔΕ κλπ. Παραστατικά πληρωμής όμως δεν επισύναπτε. Το πρωτότυπο της κατάστασης το κατέθετε στη γραμματεία του Διευθυντή της Ταμειακής. Αντίγραφό της ως συνημμένο έγγραφο του Ημερησίου Δελτίου, που συνέτασσε η γραμματεία του Δ/ντη παραδινόταν στο Τμήμα Εξόδων της Διεύθυνσης Ταμειακής. Επίσης, αντίγραφο αυτής ως συνημμένο του ημερήσιου δελτίου κοινοποιούνταν στον εκάστοτε Αντιδήμαρχο Οικονομικών, στον δεύτερο κατηγορούμενο Μ. Λ., Γενικό Γραμματέα του Δήμου, και στον τρίτο κατηγορούμενο Β. Π., Δήμαρχο, σε καθημερινή βάση. Ειδικότερα στην κατάσταση ο Σ. ανέγραφε τα ποσά που είχε παραλάβει από το Διευθυντή στη μια στήλη (είσπραξη) είτε σε μετρητά (τακτοποιητέες εισπράξεις), είτε σε επιταγές και στην άλλη στήλη τα ποσά που πλήρωσε αναφέροντας μόνο το όνομα του δικαιούχου π.χ. ΤΣΜΕΔΕ και δίπλα το ποσό, χωρίς να αναγράφει τον αριθμό του παραστατικού αξίας (απόδειξη τράπεζας, διπλοτύπου είσπραξης, κ.α.). Συγκεκριμένα η όλη διαδικασία που ακολουθούσε ο Σ. κατά το διάστημα αυτό ήταν η εξής: Από το Τμήμα Μισθοδοσίας της Διεύθυνσης Οργανώσεως και Μεθόδων (ΔΟΜ), εκδίδοντο κάθε φορά που έπρεπε να υλοποιηθεί μια μισθοδοσία, μία φορά το μήνα για την τακτική μισθοδοσία και κάθε φορά που ολοκληρώνονταν οι διαδικασίες για την καταβολή των οφειλομένων για έκτακτες απασχολήσεις του προσωπικού (υπερωρίες, νυκτερινή εργασία, εργασία κατά τις αργίες κ.λ.π.), μισθοδοτικές καταστάσεις τακτικού (μόνιμου) προσωπικού, οι οποίες αποστέλλονταν στις επιμέρους Διευθύνσεις του Δήμου προς υπογραφή από τους αρμόδιους Προϊσταμένους και στη συνέχεια διαβιβάζονταν στο Τμήμα Εκκαθάρισης Μισθοδοσίας της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών, για την έκδοση σχετικού χρηματικού εντάλματος. Η πληρωμή της μισθοδοσίας του προσωπικού του Δήμου και η απόδοση εισφορών - κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων πραγματοποιείτο χωρίς την ύπαρξη σχετικού χρηματικού εντάλματος, η έκδοση και η εξόφληση του οποίου γινόταν μετά την πληρωμή της μισθοδοσίας. Παράλληλα, το Τμήμα Μισθοδοσίας της Διεύθυνσης Οργανώσεως και Μεθόδων, με βάση τα στοιχεία των παραπάνω μισθοδοτικών καταστάσεων, εξέδιδε, κάθε μήνα, συγκεντρωτική κατάσταση εισφορών και κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων ανά Διεύθυνση του Δήμου, σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου. Αυτή την συγκεντρωτική κατάσταση την εξέδιδαν οι υπάλληλοι του Τμήματος Μισθοδοσίας της Διεύθυνσης Οργανώσεως και Μεθόδων Χ. και Α.. Στη συνέχεια την κατάσταση παραλάμβαναν ανυπόγραφη, άτυπα και χωρίς διαβιβαστικό έγγραφο οι υπάλληλοι του Τμήματος Εξόδων, με τελικό αποδέκτη τον διαχειριστή Π. Σ.. Η εν λόγω κατάσταση δεν αποστελλόταν επίσημα με διαβιβαστικό έγγραφο προς το Τμήμα Εξόδων, και δεν ελεγχόταν από την Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων της Δ/νσης Ταμειακής Υπηρεσίας. Στην κατάσταση αυτή αναγράφονταν το ονοματεπώνυμο του ασφαλισμένου υπαλλήλου, ο αριθμός μητρώου του, οι μικτές αποδοχές, το ποσοστό και ποσό της κράτησης (ασφαλισμένου) και της εισφοράς (εργοδότη) ανά υπάλληλο. Στο τέλος της κατάστασης αναγράφονταν το συνολικό ποσό της κράτησης και εισφοράς του συγκεκριμένου μήνα, που έπρεπε να αποδοθεί στο Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και τα λοιπά ασφαλιστικά ταμεία. Τέτοια κατάσταση εκδίδετο ξεχωριστά για την τακτική και την έκτακτη μισθοδοσία (υπερωρίες, νυχτερινά, εξαιρέσιμα κ.λπ.), του τακτικού προσωπικού του Δήμου. Στη συνέχεια, με βάση τη συγκεντρωτική κατάσταση εισφορών- κρατήσεων υπέρ του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και των άλλων ταμείων, ο διαχειριστής Π. Σ. "έπρεπε να πληρώνει" το αναγραφόμενο σε αυτήν ποσό εισφορών - κρατήσεων υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και λοιπών ταμείων. Η διαδικασία εκταμίευσης χρημάτων προς πληρωμή για όλα τα έξοδα του Δήμου (συμπεριλαμβανομένων και των εισφορών και κρατήσεων υπέρ του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και των λοιπών ταμείων), γινόταν είτε σε μετρητά είτε σε επιταγή. Για να λάβει τα μετρητά ή την επιταγή ο διαχειριστής Π. Σ., προκειμένου να πληρώσει το ποσό των εισφορών και των κρατήσεων υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ και των άλλων ταμείων ή το φόρο και της κρατήσεις υπέρ συντάξεως, εξέδιδε δική του ενυπόγραφη απόδειξη, σύμφωνα με τη διαδικασία χρεοπίστωσης διαχειριστών πληρωμής. Στην απόδειξη αυτή αναγραφόταν το ποσό και η αιτία πληρωμής. Κατόπιν εισέπραττε μετρητά από τον κεντρικό διαχειριστή του ταμείου ή παραλάμβανε επιταγή από τη Γραμματεία της Διεύθυνσης, παραδίδοντας εκεί αντίστοιχα την ως άνω απόδειξή του. Στην περίπτωση είσπραξης μετρητών, ο κεντρικός διαχειριστής παρέδιδε την απόδειξη του Π. Σ. στη Γραμματεία του Δ/ντή, προκειμένου οι υπάλληλοί της να την καταγράψουν στο Ημερολόγιο του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας, ως πληρωμή υπέρ του αντίστοιχου Ταμείου από το διαχειριστή Π. Σ.. Η καταγραφή γινόταν και στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από τη Γραμματεία. Την ίδια ημέρα που αναλάμβανε χρήματα ή επιταγή για πληρωμή εισφορών και κρατήσεων υπέρ τρίτων ή το αργότερο το πρωί της επόμενης, που όφειλε να πραγματοποιήσει την αντίστοιχη πληρωμή, ο Π. Σ., συνέτασσε ημερήσια κατάσταση εισπράξεων-πληρωμών, στην οποία κατέγραφε ενυπογράφως το ποσό της απόδειξής του ως "είσπραξη" και το ίδιο ποσό ως "πληρωμή" υπέρ του αντίστοιχου ταμείου. Όπως προαναφέρθηκε, όλοι οι διαχειριστές μισθοδοσίας και πληρωμής κρατήσεων και εισφορών υπέρ τρίτων, συμπεριλαμβανομένου και του Σ., άρχισαν να συντάσσουν ημερήσια κατάσταση εισπράξεων πληρωμών από το Μάιο του έτους
- Την ημερήσια κατάσταση εισπράξεων-πληρωμών του, ο διαχειριστής Π. Σ. προσκόμιζε στην Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων για έλεγχο. Η κατάσταση όμως αυτή δεν συνοδευόταν, όπως προαναφέρθηκε, από τα παραστατικά πληρωμής (γραμμάτια είσπραξης Ε.Τ.Ε. ή διπλότυπα της Δ.Ο.Υ., ανάλογα με το αν το Ταμείο εξυπηρετούνταν μέσω της Εθνικής Τράπεζας ή της …' Δ.Ο.Υ.), τα ποσά των οποίων αναγράφονταν ως "πληρωμή" τη συγκεκριμένη ημέρα. Η Προϊστάμενη έλεγχε την κατάσταση μόνον αριθμητικά χωρίς να ζητά τα παραστατικά πληρωμής και έθετε την υπογραφή της για τον έλεγχο. Τα στοιχεία του παραστατικού πληρωμής (αύξων αριθμός, ημερομηνία έκδοσης, ποσό και αιτία πληρωμής) καταγράφονταν από το έτος 2005 και μετά σε αρχείο Η/Υ από την υπάλληλο του Τμήματος Εξόδων, Σ. Π., από παραστατικά που τις προσκόμιζε ο διαχειριστής Π. Σ. είτε σε πρωτότυπα είτε σε φωτοτυπίες. Ωστόσο, και αυτή η καταγραφή ήταν όχι μόνο ελλιπής, αφού ο Σ. δεν ήταν τακτικός στην ενημέρωση του αρχείου, αλλά και καθυστερημένη - ετεροχρονισμένη, αφού έδινε προς καταχώριση τα παραστατικά στο τέλος του έτους. Πριν το 2005, τα παραστατικά πληρωμής των κρατήσεων ασφαλισμένου καταχωρούνταν από τον ίδιο τον Σ. σε χειρόγραφο βιβλίο κρατήσεων, επίσης χωρίς να συσχετίζονται τα ποσά τους με χρονικά διαστήματα. Τα ποσά των παραστατικών δεν συσχετίζονταν με το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούσαν οι κρατήσεις και εισφορές και δεν αντιπαραβάλλονταν με τις ημερήσιες καταστάσεις εισπράξεων - πληρωμών του διαχειριστή Π. Σ. από την Προϊστάμενη του Τμήματος Εξόδων. Η "ελεγμένη" κατά τα ως άνω και υπογεγραμμένη από την Προϊσταμένη Τμήματος Εξόδων ημερήσια κατάσταση εισπράξεων - πληρωμών του διαχειριστή Π. Σ. αποστελλόταν στη Γραμματεία της Διεύθυνσης για να χρησιμοποιηθούν πλέον τα αριθμητικά δεδομένα της, ως στοιχεία για τη σύνταξη του ημερήσιου δελτίου ταμείου. Οι υπάλληλοι της Γραμματείας παρέδιδαν στο Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας το Ημερολόγιο, στο οποίο είχαν καταγράψει όλες τις συναλλαγές της ημέρας (εισπράξεις και πληρωμές) και τα αντίστοιχα δικαιολογητικά που είχαν συγκεντρώσει, δηλαδή την ημερήσια κατάσταση και την ενυπόγραφη απόδειξη του Σ. για την παραλαβή των μετρητών ή της επιταγής. Με βάση τις εγγραφές του ημερολογίου, ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας αντιπαρέβαλε τις εγγραφές με τα δικαιολογητικά και έτσι έκλεινε ταμειακά την ημέρα. Για το κλείσιμο αυτό υπέγραφε ημερήσιο δελτίο ταμείου, το οποίο συντάσσονταν από τη Γραμματεία. Στο ημερήσιο δελτίο ταμείου, αναγράφονταν, μεταξύ άλλων το ποσό που εισέπραξε τη συγκεκριμένη ημέρα ο υπόλογος διαχειριστής Π. Σ., είτε με μετρητά είτε με επιταγή, ως "πληρωμή" υπέρ "Τ.Υ.Δ.Κ.Υ" ή άλλου ταμείου. Το ταμειακό κλείσιμο της ημέρας γινόταν λογιστικά, δηλαδή μόνον με αριθμητικά δεδομένα, από υπαλλήλους της Γραμματείας της Διεύθυνσης, οι οποίοι και συνέτασσαν το ημερήσιο δελτίο ταμείου. Η απόδειξη φυλάσσονταν από τον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας στο χρηματοκιβώτιό του, για να αποφευχθεί η απώλεια της, ως παραστατικό ανάληψης χρημάτων (χρέωσης) του διαχειριστή Π. Σ.. Μετά την παραπάνω πληρωμή των εισφορών - κρατήσεων από τον υπόλογο διαχειριστή, Π. Σ., εκδίδονταν από το Τμήμα Εκκαθάρισης Μισθοδοσίας της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών, χρηματικά εντάλματα, σε χρόνο μεταγενέστερο της πληρωμής. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν να δημιουργούνται προβλήματα ελέγχου και διαφάνειας στη λειτουργία του αρμόδιου Τμήματος Εξόδων της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας. Στη συνέχεια, τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα διαβιβάζονταν στο Τμήμα Εξόδων, όπου ελέγχονταν ως προς τη νομιμότητα και την εγκυρότητά της έκδοσής τους (π.χ. ύπαρξη σχετικής πίστωσης), σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου. Ακολούθως, τα χρηματικά εντάλματα της τακτικής μισθοδοσίας τακτικού προσωπικού που περιέχουν εισφορές και κρατήσεις υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. ή άλλου Ταμείου, τα ποσά των οποίων ήδη είχαν προπληρωθεί, όπως αναλύθηκε παραπάνω, τακτοποιούνταν. Όπως ήδη αναφέρθηκε, μέχρι και το έτος 2004, ο διαχειριστής Π. Σ. πλήρωνε τα χρηματικά εντάλματα μισθοδοσίας τακτικού προσωπικού, σε ό,τι αφορά τις κρατήσεις ασφαλισμένου και τις εισφορές εργοδότη υπέρ του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και των άλλων Ταμείων και απέδιδε στην …' Δ.Ο.Υ. το Φ.Μ.Υ. και εισφορές ταμείων που εκεί εξοφλούντο και στη συνέχεια: α) τα παραστατικά πληρωμής (γραμμάτιο είσπραξης Ε.Τ.Ε. ή τα διπλότυπα της …' Δ.Ο.Υ.), με τα οποία είχε πληρώσει τις κρατήσεις ασφαλισμένου και αποδώσει το φόρο, τα φύλασσε σε ειδικό "φάκελο κρατήσεων", τον οποίο υπέβαλε, στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας, στο τέλος του οικονομικού έτους. Πριν την υποβολή του φακέλου, πραγματοποιείτο έλεγχος των παραστατικών του φακέλου από την Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων, και υπογράφονταν σχετικές εκθέσεις ελέγχου από την ίδια και τον Π. Σ. . Στη συνέχεια, ο φάκελος με τα παραστατικά παραδινόταν από το Δ/ντη στους υπαλλήλους της Γραμματείας της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας, Γ. Κ. και Ν. Κ. για νέο τελικό έλεγχο, για λογαριασμό του Διευθυντή, και μετά τον έλεγχο από τους υπαλλήλους αυτούς, συντάσσονταν σχετικές εκθέσεις που υπογράφονταν από κοινού από τον διαχειριστή Π. Σ., την προϊσταμένη του τμήματος εξόδων και τον Δ/ντη της Ταμειακής Υπηρεσίας. Για το συνολικό ποσό των παραστατικών που τηρούσε στο φάκελο των κρατήσεων ο διαχειριστής Π. Σ., μετά τον έλεγχο του φακέλου, όπως αναφέρεται παραπάνω, έπαιρνε πίσω αντίστοιχου ποσού αποδείξεις του από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας. Το συνολικό ποσό των παραστατικών του φακέλου έπρεπε να συμφωνεί με το συνολικό ποσό των αποδείξεων του διαχειριστή Π. Σ., που έδινε στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, για την πληρωμή των κρατήσεων ασφαλισμένου υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ και των λοιπών Ταμείων και του Φ.Μ.Υ. στη …' Δ.Ο.Υ. β) τα παραστατικά πληρωμής (γραμμάτια είσπραξης Ε.Τ.Ε.), με τα οποία φέρεται να πλήρωνε τις εργοδοτικές εισφορές ο διαχειριστής Π. Σ. τα παρέδιδε στον υπάλληλο του Τμήματος Εξόδων, Φ. Σ., γιατί αυτός (δηλ. ο Σ.), σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις Δημάρχου, ήταν υπεύθυνος μόνο για την πληρωμή της μισθοδοσίας (δικαιούχοι οι τακτικοί υπάλληλοι). Δηλαδή, ο Σ. πλήρωνε το χρηματικό ένταλμα μόνο ως προς τους δικαιούχους υπαλλήλους με σχετικό γραμμάτιο είσπραξης Ε.Τ.Ε., αλλά ήταν υποχρεωμένος να τακτοποιήσει λογιστικά, ως εξοφλημένο, το σύνολο του χρηματικού εντάλματος. Έτσι, μέσα στο χρηματικό ένταλμα μισθοδοσίας έπρεπε να επισυνάψει, εκτός από το γραμμάτιο είσπραξης Ε.Τ.Ε που αφορούσε την πληρωμή της μισθοδοσίας που είχε στην κατοχή του ως πληρωτής, και το γραμμάτιο είσπραξης Ε.Τ.Ε που αφορούσε τις εργοδοτικές εισφορές που είχε πληρώσει ο υπόλογος διαχειριστής Π. Σ.. Δηλαδή, ο διαχειριστής Π. Σ. πλήρωνε και τις εργοδοτικές εισφορές και τις κρατήσεις ασφαλισμένου. Μετά την πληρωμή στην Ε.Τ.Ε. από τον ίδιο, παρέδιδε το παραστατικό πληρωμής των εργοδοτικών εισφορών (γραμμάτιο είσπραξης Ε.Τ.Ε.) στο Φ. Σ., προκειμένου αυτός (δηλ. ο Φ. Σ.) να τακτοποιήσει λογιστικά το χρηματικό ένταλμα. Για αυτή τη μεταξύ τους χρεωπιστωτική πράξη, ο Φ. Σ. εξέδιδε δική του απόδειξη ίσου ποσού με το γραμμάτιο είσπραξης Ε.Τ.Ε. και την έδινε στον Π. Σ.. Στη συνέχεια, ο Π. Σ. προσκόμιζε στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας την απόδειξη του Φ. Σ. προκειμένου ο ίδιος (δηλ. ο Σ.) να αναλάβει από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας ίσου ποσού δικές του αποδείξεις, από αυτές που φύλασσε ο Δ/ντης στο χρηματοκιβώτιο. Μετά το 2005 η διαδικασία διαχείρισης των κρατήσεων που έπρεπε ν' αποδοθούν στους δικαιούχους άλλαξε. Εξαιτίας της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (Κ.Υ.Α.) υπ' αριθ. 7028/3.2.2004 (Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωση και Οικονομίας και Οικονομικών - ΦΕΚ 253 Β') τα χρηματικά εντάλματα της μισθοδοσίας τακτικού προσωπικού που εκδίδονται και περιέχουν εισφορές και κρατήσεις υπέρ του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. ή άλλων Ταμείων, εξοφλούνται συμψηφιστικά, ως προς τις εισφορές και τις κρατήσεις, με την έκδοση γραμματίου είσπραξης της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας. Δηλαδή, όταν εκδίδεται ένα χρηματικό ένταλμα μισθοδοσίας τακτικού προσωπικού, περιέχει το ποσό υπέρ των δικαιούχων υπαλλήλων, το ποσό της εργοδοτικής εισφοράς υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και λοιπών Ταμείων και το ποσό των κρατήσεων ασφαλισμένου υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και λοιπών Ταμείων. Για το ποσό των εισφορών και κρατήσεων εκδίδετο γραμμάτιο είσπραξης της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας (συμψηφιστικά), από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης, όπως προβλέπεται από την παραπάνω Κ.Υ.Α. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης παρέδιδε το συμψηφιστικό γραμμάτιο της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας στον διαχειριστή, Φ. Σ., και αυτός (δηλ. ο Φ. Σ.) του έδινε προσωπική του απόδειξη ίσου ποσού με το συμψηφιστικά γραμμάτιο για τη μεταξύ τους χρεοπίστωση. Ο Φ. Σ. επισύναπτε στο ένταλμα τα παραστατικά πληρωμής των δικαιούχων υπαλλήλων που ήδη είχαν προπληρωθεί και το συμψηφιστικό γραμμάτιο της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας που παρέλαβε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης και έτσι εξοφλούνταν και τακτοποιούνταν το χρηματικό ένταλμα. Για το ποσό του συμψηφιστικού γραμμάτιου είσπραξης της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας που αφορούσε τις εισφορές και κρατήσεις υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και λοιπών Ταμείων και το Φ.Μ.Υ., το Τμήμα Εξόδων, εξέδιδε νέο ένταλμα (δεύτερο ένταλμα) με δικαιούχο το οικείο Ταμείο, στο οποίο επισυνάπτονταν τα παραστατικά πληρωμής (γραμμάτια είσπραξης της Ε.Τ.Ε. ή διπλότυπο της ΔΟΥ), με τα οποία ήδη είχαν πληρωθεί οι εισφορές και κρατήσεις υπέρ του Ταμείου και ο φόρος. Έτσι, εξοφλούνταν το νέο (δεύτερο) ένταλμα. Αρμόδιος για την πληρωμή των εισφορών και κρατήσεων υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και λοιπών Ταμείων και την τακτοποίηση των νέων (δεύτερων) χρηματικών ενταλμάτων, με την επισύναψη σε αυτά των αντίστοιχων παραστατικών πληρωμής ήταν ο διαχειριστής Π. Σ.. Ο διαχειριστής, Π. Σ., μετά την τακτοποίηση των παραπάνω δεύτερων χρηματικών ενταλμάτων, παρέδιδε αυτά (τα δεύτερα χρηματικά εντάλματα), στην Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων για έλεγχο, με ενυπόγραφη δική του κατάσταση παραδιδομένων εξοφλημένων χρηματικών ενταλμάτων, στην οποία αναγράφονταν οι αριθμοί και τα ποσά των χρηματικών ενταλμάτων που παρέδιδε για έλεγχο. Στη συνέχεια, η Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας, έλεγχε την ύπαρξη των συνημμένων παραστατικών πληρωμής υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και λοιπών Ταμείων, καθώς και τα ποσά των παραστατικών αυτών αντιπαραβάλλοντάς τα με τα αντίστοιχα ποσά των μιισθοδοτικών καταστάσεων των εξοφλημένων χρηματικών ενταλμάτων υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ ή άλλου Ταμείου. Κατόπιν έθετε στην κατάσταση παραδιδομένων εξοφλημένων χρηματικών ενταλμάτων την υπογραφή της για τον έλεγχο. Κατόπιν, η ενυπόγραφη και ελεγμένη από την Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων κατάσταση παραδιδομένων εξοφλημένων χρηματικών ενταλμάτων μαζί με τα "ελεγμένα" εξοφλημένα χρηματικά εντάλματα που περιγράφονταν σε αυτήν, παραδίδονταν στο Τμήμα Λογιστηρίου της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας, το οποίο καταχωρούσε την ημερομηνία που του παραδόθηκαν τα εξοφλημένα χρηματικά εντάλματα και τα φύλασσε στο αρχείο του, σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου. Η καταχώρηση της ημερομηνίας αυτής γινόταν από το τμήμα Λογιστηρίου μέχρι και το 2004 και στη συνέχεια από το τμήμα Εξόδων. Επιπλέον, η ενυπόγραφη και ελεγμένη από την Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων κατάσταση παραδιδομένων εξοφλημένων χρηματικών ενταλμάτων, παραδίδονταν στη Γραμματεία της Διεύθυνσης. Με βάση τα αριθμητικά δεδομένα των παραπάνω καταστάσεων, όπως διαδοχικά αυτές παραδίνονταν κατά τη διάρκεια του έτους, πραγματοποιούνταν ο έλεγχος από τη Γραμματεία του Διευθυντή, για λογαριασμό του στο κλείσιμο του έτους. Ο έλεγχος συνίστατο στον έλεγχο της χρεοπίστωσης του Π. Σ., μόνο με αριθμητικά δεδομένα ως εξής: Αθροίζονταν τα ποσά των ενυπόγραφων και ελεγμένων από την Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων καταστάσεων παραδιδομένων εξοφλημένων χρηματικών ενταλμάτων του διαχειριστή Π. Σ. και το σύνολό τους αντιπαραβάλλονταν με το σύνολο των ποσών των αποδείξεων, με τις οποίες παρέμενε χρεωμένος στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας. Επειδή, οι πληρωμές υπέρ Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και των λοιπών Ταμείων που φέρεται ότι πραγματοποιούσε ο διαχειριστής Π. Σ. κατά τη διάρκεια του έτους (χρέωσή του με αποδείξεις στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας), δεν συμβάδιζαν χρονικά με την εξόφληση των αντίστοιχων χρηματικών ενταλμάτων (πίστωση) -λόγω της μεταγενέστερης έκδοσης των χρηματικών ενταλμάτων- τη δεδομένη χρονική στιγμή του ελέγχου τα παραπάνω ποσά, δηλ. της χρέωσης και της πίστωσής του, ήταν αδύνατο να συμφωνήσουν. Για το ποσό της διαφοράς μεταξύ χρέωσης (με αποδείξεις του στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας) και πίστωσης (με καταστάσεις παραδιδομένων εξοφλημένων χρηματικών ενταλμάτων) εκδίδονταν από τον υπόλογο διαχειριστή, Π. Σ., νέα (συμψηφιστική) απόδειξη, την οποία και παρέδιδε στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας. Με άλλα λόγια, έπαιρνε πίσω όλες τις χρεωστικές του αποδείξεις, που είχε εκδώσει έως την ημερομηνία διαχειριστικού ελέγχου και εξέδιδε νέα συμψηφιστική απόδειξη με το ποσό της διαφοράς. Ο διαχειριστικός δηλαδή έλεγχος στο κλείσιμο του έτους συνίστατο στον έλεγχο της χρεοπίστωσης του Π. Σ. μόνο με αριθμητικά δεδομένα, με τον ίδιο τρόπο όπως παραπάνω, δηλαδή με την έκδοση συμψηφιστικής απόδειξης. Η διαφορά μεταξύ χρέωσης και πίστωσης συνίστατο στο γεγονός ότι το ποσό που είχε αναλάβει ο υπόλογος διαχειριστής Π. Σ. για την πληρωμή Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και των λοιπών Ταμείων κατά το έτος που έκλεινε, ήταν μεγαλύτερο από το ποσό υπέρ του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και των άλλων Ταμείων, για το οποίο είχαν εκδοθεί χρηματικά εντάλματα, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους που έκλεινε. Την διαφορά αυτή τη δήλωνε ενυπογράφως σε έγγραφο, το οποίο ήλεγχε και προσυπέγραφε η Προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων. Κατόπιν η Προϊσταμένη του Τμήματος έστελνε στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας έγγραφο, στο οποίο κατέγραφε τις διαφορές συγκεντρωτικά, δηλαδή για όλους τους διαχειριστές, όπως προέκυψαν, κατόπιν του ελέγχου της. Όπως όμως προαναφέρθηκε και η προϊσταμένη του τμήματος Εξόδων μόνο αριθμητικό έλεγχο έκανε. Ουσιαστικά δηλαδή ο διαχειριστής Π. Σ. δεν ελεγχόταν για τις διαχειριστικές του πράξεις άμεσα και καθημερινά από την προϊσταμένη του Τμήματος Εξόδων, αντίθετα δε ρητά είχε τεθεί γι' αυτόν χρονικό όριο ελέγχου το τέλος του έτους. Αλλά και κατά το τέλος του έτους ο έλεγχος αυτού από το Διευθυντή της Ταμειακής Υπηρεσίας και τη Γραμματεία του δεν ήταν ουσιαστικός αλλά μόνον αριθμητικός. Ο Σ. γνώριζε ότι δεν γινόταν ουσιαστικός έλεγχος της διαχείρισής του, η παράλειψη δε αυτή οφείλεται και στο γεγονός ότι εθεωρείτο από προϊσταμένους και συναδέλφους του ικανός υπάλληλος, που διαχειριζόταν ένα δύσκολο κομμάτι της διαχείρισης, με την απόδοση κρατήσεων σε πολλά ταμεία, το καθένα από τα οποία είχε διαφορετική προθεσμία καταβολής των οφειλομένων και διαφορετικό τόπο καταβολής (ΔΟΥ ή ΕΤΕ ή τα καταστήματα των ίδιων των ταμείων). Γνώριζε επίσης ότι δεν γινόταν έλεγχος της διαχείρισής του ούτε από τη Δ.Ο.Υ. και τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία , εκτός του ΙΚΑ. Δηλαδή έλεγχο και μάλιστα λεπτομερειακό για το αν αυτά που απέδιδε ο Σ. ανταποκρίνονταν πράγματι στα οφειλόμενα, με βάση τις καταστάσεις μισθοδοσίας του προσωπικού του δήμου ..., μόνο το ΙΚΑ πραγματοποιούσε, γι' αυτό και δεν διαπιστώθηκε κάποιο πρόβλημα με τα καταβαλλόμενα στο ΙΚΑ. Οι υπάλληλοι των λοιπών Ταμείων και της ΔΟΥ, έχοντες την αντίληψη ότι δεν μπορεί ο δήμος ..., ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στην ουσία "ως δημόσιο" να μην αποδίδει σωστά τα οφειλόμενα, αρκούνταν ως προς αυτά στα όσα δήλωνε ο Σ., χωρίς να πραγματοποιούν κάποιο έλεγχο για την ορθότητα των δηλώσεών του και την ανταπόκρισή τους προς τα πράγματι οφειλόμενα. Γνωρίζοντας αυτά ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Σ. αποφάσισε, από του έτους τουλάχιστον 1997 να προβεί σε υπεξαιρέσεις διαφόρων ποσών, από αυτά που του παραδίδοντο σε μετρητά από τις τακτοποιητέες εισπράξεις για να καταβάλει τους οφειλόμενους φόρους και τις λοιπές κρατήσεις υπέρ των διαφόρων ασφαλιστικών Ταμείων. Η δράση του αυτή πριν από το έτος 1999, για την οποία πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαιοδοτική κρίση, δεδομένου ότι πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος αυτός έχει κριθεί αθώος για υπεξαίρεση διαπραχθείσα προ του 1999 και θα παραβιαζόταν η διάταξη του άρθρου 470 ΚΠΔ, με τη χειροτέρευση της θέσης του, επιβεβαιώνεται από αναγνωσθέντα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο έγγραφα. Ειδικότερα: 1) Από τα αναγνωσθέντα κατά τη δικάσιμο της 5.2.2014 και συγκεκριμένα α) ενός φακέλου που περιέχει έξι [6] αναλυτικούς καθολικούς λογαριασμούς του έτους 1997 της τράπεζα ALPHA BANK, του αριθμ. ... λογαριασμού στο όνομα του Π. Σ., με τους αντίστοιχους συνημμένους ημεροδείκτες του ημερολογίου του Δ/ντη της Ταμειακής Υπηρεσίας του δήμου ..., β) ενός φακέλου που περιέχει δεκαέξι [16] αναλυτικούς καθολικούς λογαριασμούς του έτους 1997 της τράπεζα ALPHA BANK, του αριθμ. ... λογαριασμού στο όνομα της Ε. Μ., με συνημμένους ημεροδείκτες του ημερολογίου του Δ/ντη της Ταμειακής Υπηρεσίας του δήμου ..., γ) ενός φακέλου που περιέχει είκοσι εννέα [29] αναλυτικούς καθολικούς λογαριασμούς του έτους 1998 της τράπεζα ALPHA BANK, των αριθμ. ... και ... λογαριασμών στα ονόματα των Π. Σ. και Ε. Μ., συζύγου του Σ. αντίστοιχα, με συνημμένους ημεροδείκτες του ημερολογίου του Δ/ντη της Ταμειακής Υπηρεσίας του δήμου ..., αποδεικνύεται ότι την ημέρα που ο Σ. λάμβανε ένα ποσό από τις τακτοποιητέες εισπράξεις του δήμου ..., λίγες ώρες αργότερα την ίδια ημέρα, κατέθετε ακριβώς το ισόποσο σε ορισμένες περιπτώσεις, στις περισσότερες όμως περιπτώσεις λίγο περισσότερα ή λίγο λιγότερα χρήματα σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό δικό του ή της συζύγου του. Η κρίση ότι πηγή των χρημάτων που κατατέθηκαν από αυτόν στους λογαριασμούς αυτούς είναι οι τακτοποιητέες εισπράξεις του δήμου ..., πέραν της απόλυτης σχεδόν ταύτισης των ποσών ενισχύεται από τη θέση που ο ίδιος έλαβε όταν του ζητήθηκε η θέση του περί της συμπτώσεως αυτής. Όταν την ίδια ημέρα αμέσως μετά την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, ερωτήθηκε για τη θέση του απάντησε: "Δεν τα γνωρίζω αυτά τα έγγραφα. Είναι απόλυτα συμπτωματικά τα έγγραφα αυτά, τότε είχα επιχειρήσεις που πήγαιναν πολύ καλά και κατέθετα χρήματα από τις επιχειρήσεις στο λογαριασμό μου. Οι επιχειρήσεις μου άρχισαν το 1996 και έπρεπε να πληρώνω δάνεια, κάρτες, προμηθευτές. Αυτά που υπεξαίρεσα δεν κατατέθηκαν πουθενά". Στην επόμενη συνεδρίαση της 11.2.2014, παρέδωσε στο δικαστήριο δια του συνηγόρου του και καταχωρήθηκε στα πρακτικά έγγραφο σχόλιο, μεταξύ άλλων και για τα έγγραφα αυτά. Στο σχόλιο αυτό αναφέρει ότι τα ποσά αυτά που κατατέθηκαν στους προσωπικούς λογαριασμούς, δικό του και της συζύγου του, τα έλαβε πράγματι από τις τακτοποιητέες εισπράξεις, πλην όμως, αποτελούν δάνεια του δήμου ... προς αυτόν, όπως γινόταν και με άλλους υπαλλήλους. Η τελευταία αυτή θέση του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού, πέραν του ότι το ύψος των ποσών και η συχνότητα αναλήψεως αυτών από το ταμείο του δήμου ... δεν φαίνεται λογικό να στηρίξει εκδοχή περί δανείων, δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο πέραν της δικής του ομολογίας, που δεν κρίνεται πειστική ως προς το ζήτημα αυτό. 2) από τα αναγνωσθέντα δύο πλαστά (νοθευμένα) διπλότυπα της …' ΔΟΥ ... και συγκεκριμένα: α) Το με αριθ. .../14.2.98 ποσού 39.662.269 δρχ. β) Το με αριθ. .../9.7.98 ποσού 19.051.597 δρχ. Το πρώτο έχει εκδοθεί νόμιμα το έτος 1997, από την υπάλληλο Τ. της (τότε) ΔΟΥ …, πλην όμως νοθεύτηκε εκ των υστέρων από τον κατηγορούμενο Σ. ως προς το έτος εκδόσεως αυτού το οποίο αντί για 1997 έγινε 1998.Το δεύτερο διπλότυπο έχει και αυτό εκδοθεί νόμιμα το έτος 1996 και νοθεύτηκε και αυτό ως προς το έτος που μεταβλήθηκε από 1996 σε
- Στις αντίστοιχες θέσεις των ετών 1997 και 1996 στους φακέλους των δικαιολογητικών του Σ. από τους οποίους και ανασύρθηκαν τα διπλότυπα αυτά, έχουν τοποθετηθεί φωτοαντίγραφα την ακρίβεια των οποίων βεβαιώνει χειρόγραφα και ενυπόγραφα ο ίδιος ο Σ.. Τα ποσά που αναφέρονται στα νοθευμένα αυτά διπλότυπα και οι αριθμοί των τελευταίων, έχουν καταχωρηθεί στο χειρόγραφο βιβλίο κρατήσεων που τηρούσε ο Σ., από τον ίδιο, το έτος
- Ο ίδιος στη συνεδρίαση της 4.3.2014 ομολόγησε ότι "Το βιβλίο κρατήσεων καταρτίζεται όποτε θέλω εγώ, δεν είναι επίσημο βιβλίο, το είχα για δική μου χρήση". 3) από τις αναγνωσθείσες τρεις πλαστές προσωρινές δηλώσεις προς τη ΔΟΥ των μηνών Μάϊου, Ιουλίου και Νοεμβρίου του έτους 1997 ποσών 4.305.315 δρχ., 6.700.698 δρχ. και 9.052.673 δρχ., αντίστοιχα. Από το αναγνωσθέν .../14.5.2014 έγγραφο της …' ΔΟΥ ... προς την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, αποδεικνύεται ότι οι δηλώσεις αυτές δεν υποβλήθηκαν στη ΔΟΥ και δεν πληρώθηκαν σ' αυτήν τα αναγραφόμενα στις δηλώσεις ποσά. Τις δηλώσεις αυτές κατάρτισε ο Σ., για να δικαιολογήσει υπεξαιρεθέντα υπ' αυτού ποσά. Ο ίδιος καταχώρησε τα ποσά των δηλώσεων αυτών και τους αριθμούς τους ως δικαιολογητικά στο χειρόγραφο βιβλίο απόδοσης κρατήσεων που τηρούσε. Την ίδια δραστηριότητα της υπεξαιρέσεως ο Σ. τη συνέχισε και μετά κατά τα έτη 1999-
- Για την επίτευξη του σκοπού του για να υπεξαιρεί τα χρήματα του δήμου ..., που του παραδίδοντο, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων, για να τα αποδώσει στην ΔΟΥ ή τα αντίστοιχα ασφαλιστικά ταμεία, ο Σ. χρησιμοποιούσε την ακόλουθη μεθοδολογία: Για την απόδοση των υπέρ τρίτων κρατήσεων λάμβανε από το Δ/ντή της ταμειακής Υπηρεσίας, είτε τραπεζικές επιταγές είτε μετρητά από τις τακτοποιητέες εισπράξεις του Ταμείου πριν ακόμη αυτές τακτοποιηθούν και εισαχθούν κατά τα προαναφερόμενα στον τραπεζικό λογαριασμό του Δήμου. Τα ληφθέντα όφειλε ο Σ., την ίδια ημέρα ή το αργότερο την επόμενη, να καταβάλλει στον οικείο δικαιούχο (Ελληνικό Δημόσιο ή ασφαλιστικό ταμείο). Από τα μετρητά αυτά που καθημερινά και σε μεγάλες ποσότητες παραλάμβανε, με το πρόσχημα να αποδώσει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, υπεξαιρούσε το μεγαλύτερο μέρος και στο τέλος του έτους προσκόμιζε στην Υπηρεσία του, ισόποσα με τα υπεξαιρεθέντα ποσά παραστατικά πληρωμών, τα οποία αυτός κατά βάση κατάρτιζε απαρχής πλαστά. Τα χρηματικά αυτά ποσά, ως προερχόμενα από τις τακτοποιητέες ακόμη εισπράξεις του Δήμου, αποτελούσαν μέρος της δημοτικής περιουσίας και δεν ανήκαν στην κυριότητα του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, έστω και αν ο δράστης τα παραλάμβανε με το πρόσχημα να αποδώσει δήθεν μ' αυτά φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Οι φόροι, οι κρατήσεις του ταμείου συντάξεως και ορισμένων άλλων ασφαλιστικών ταμείων καταβάλλονταν στη ΔΟΥ, οι μεν φόροι επί τη βάσει φορολογικών δηλώσεων, προσωρινών και οριστικών, που συνοδεύονταν από τις οικείες μισθολογικές καταστάσεις, οι δε ασφαλιστικές εισφορές, επί τη βάσει των μισθολογικών καταστάσεων και των προφορικών δηλώσεων του Σ. για τον αντίστοιχο κωδικό κάθε καταβολής. Οι κρατήσεις των λοιπών ασφαλιστικών ταμείων, εκτός του ΙΚΑ που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, καταβάλλονταν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ), τυπικά επί τη βάσει των οικείων μισθοδοτικών καταστάσεων, στην πραγματικότητα όμως με βάση παραστατικά (αποδείξεις είσπραξης) της ΕΤΕ που συμπλήρωνε ο ίδιος ο Σ., από σχετικά "μπλοκ" της Τραπέζης που του είχαν παραδοθεί, για χρονική διευκόλυνση της όλης διαδικασίας, διότι αλλιώς, λόγω του μεγάλου αριθμού των ταμείων και των αντίστοιχων παραστατικών θα απαιτείτο πολύ μεγάλος χρόνος για την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας, με συνέπειες και στην εύρυθμη λειτουργία της ΕΤΕ, αφού ένα ταμείο της θα απασχολείτο επί μακράν με την εξυπηρέτηση του δήμου .... Τα παραστατικά αυτά (γραμμάτια είσπραξης) που συντάσσονταν είτε οι καταβολές γίνονταν με επιταγές είτε με μετρητά, προσκόμιζε στη συνέχεια ο κλητήρας του δήμου ... Α. Π. για λογαριασμό του Σ. στην Τράπεζα, κάνοντας και τις σχετικές πληρωμές, σύμφωνα με τα παραστατικά που του είχε παραδώσει ο Σ.. Όταν οι καταβολές έπρεπε να γίνουν στην ΔΟΥ ο Σ. προσκόμιζε τις συγκεντρωτικές καταστάσεις που είχε εκδώσει η Δ/νση Οργανώσεως και Μεθόδων του δήμου ... για όλες τις μισθοδοσίες, τακτική μηνιαία και έκτακτες (νυκτερινά, υπερωρίες, αργίες κ.λ.π.), με την αντίστοιχη φορολογική δήλωση, όσον αφορά τους φόρους που έπρεπε να καταβληθούν και λάμβανε από το Δ/ντη της ταμειακής Υπηρεσίας την υπογραφή του στη φορολογική δήλωση και αντίστοιχη επιταγή συνολική για όλο το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στη ΔΟΥ είτε για παρακρατηθέντες φόρους είτε για ασφαλιστικές εισφορές που εξοφλούντο σ' αυτή, χωρίς ειδικότερη διευκρίνιση κάθε επί μέρους ποσού. Αφού λάμβανε στα χέρια του την επιταγή, απευθυνόταν εκ νέου στην Δ/νση Οργανώσεως και Μεθόδων και ζητούσε, με το πρόσχημα ότι τα διαθέσιμα του Ταμείου δεν επαρκούσαν για την εξόφληση όλων των οφειλών προς την ΔΟΥ, να εκτυπωθούν νέες συγκεντρωτικές μισθολογικές καταστάσεις, με περιεχόμενο λιγότερες επί μέρους μισθοδοσίες, αφού αφαιρούνταν από τις αρχικές οι επί μέρους έκτακτες μισθοδοσίες που αυτός υποδείκνυε. Οι αφαιρούμενες επί μέρους καταστάσεις αντιστοιχούσαν κατά ποσό οφειλών σε ποσό που ό ίδιος είχε λάβει σε μετρητά για να καταβάλει εισφορές διαφόρων ταμείων στη ΔΟΥ. Ακολούθως προσερχόταν στη ΔΟΥ και με την επιταγή πλήρωνε μέρος των φόρων για τους οποίους αυτή είχε εκδοθεί ή και εισφορών αν στο σύνολο των οφειλών για τις οποίες είχε εκδοθεί η επιταγή συμπεριλαμβάνονταν και ασφαλιστικές εισφορές προς διάφορα ταμεία και με το υπόλοιπο της επιταγής εξοφλούσε και τα ασφαλιστικά ταμεία για τα οποία είχε λάβει μετρητά. Στη συνέχεια για να καλύψει τη διαφορά κατάρτιζε πλαστά παραστατικά για το υπόλοιπο του ποσού για το οποίο είχε εκδοθεί η επιταγή, το οποίο δεν είχε εξοφληθεί με αυτή. π.χ. Αν οι παρακρατηθέντες φόροι που έπρεπε να καταβληθούν με βάση τις συγκεντρωτικές μισθολογικές καταστάσεις και τη σχετική δήλωση που ο ίδιος ο Σ. είχε συντάξει ήταν 200.000 ευρώ και τα μετρητά που αυτός είχε λάβει για να καταβάλει παρακρατηθείσες εισφορές διαφόρων ταμείων που εξοφλούντο στην ΔΟΥ ήταν 50.000 ευρώ, αυτός λάμβανε την επιταγή των 200.000 ευρώ από το Δ/ντή της Ταμειακής. Στη συνέχεια ζητούσε και λάμβανε από τη Δ/νση Οργανώσεως και Μεθόδων νέες συγκεντρωτικές καταστάσεις, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, για συνολικούς φόρους 150.000 ευρώ, ενώ συνέτασσε και πλαστή για το ποσό αυτό φορολογική δήλωση, θέτοντας σ' αυτή ο ίδιος την υπογραφή του Δ/ντη της Ταμειακής, χωρίς τη συναίνεσή του, προσερχόταν στην ΔΟΥ εξοφλούσε με βάση την πλαστή δήλωση και τις νέες καταστάσεις φόρους ( ή και εισφορές αν συμπεριλαμβάνονταν στο ποσό της επιταγής) 150.000 ευρώ και με το υπόλοιπο της επιταγής (50.000) εξοφλούσε τα ταμεία για τα οποία είχε λάβει μετρητά. Τέλος για να συμφωνήσει αριθμητικά και να λάβει πίσω αντίστοιχη δική του απόδειξη, με την οποία φερόταν χρεωμένος, από το Δ/ντη της Ταμειακής, κατάρτιζε πλαστά παραστατικά (ένα συνήθως αλλά μερικές φορές και περισσότερα), για το πέραν των 150.000 ποσό των 50.000 που αφορούσε η επιταγή, το οποίο δεν είχε εξοφληθεί με αυτή. Αντίστοιχο τρόπο χρησιμοποιούσε στην ΕΤΕ, εξοφλώντας με την επιταγή που συνήθως εκδιδόταν για τα μεγάλα ταμεία (ΤΥΔΚΥ, ΤΑΔΚΥ) και μικρά ταμεία για τα οποία είχε πάρει μετρητά και καταρτίζοντας για τη διαφορά ανάλογα πλαστά καταθετήρια. Επί πλέον σε δύο περιπτώσεις, που αναφέρονται κατωτέρω, ο Σ. νόθευσε παραστατικά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για να δικαιολογήσει υπεξαιρεθέντα. Με τη μέθοδο αυτή κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 1999 έως 31.12.2007 ο Π. Σ. παρέλαβε από το ταμείο του Δήμου προς διαχείριση μετρητά συνολικού ύψους 21.133.074,08 ευρώ. Συγκεκριμένα, παρέλαβε από το ταμείο του Δήμου ανά έτος τα ακόλουθα ποσά: 1999 379.802,81 ευρώ ή 129.417.807 δρχ 2000 484.044,33 ευρώ ή 164.938.104 δρχ 2001 655.605,62 ευρώ ή 223.397.612 δρχ 2002 1.070.795,44 ευρώ ή 364.873.546 δρχ 2003 2.606.280,64 ευρώ 2004 3.093.981,17 ευρώ 2005 4.350.525,35 ευρώ 2006 4.528.202,88 ευρώ 2007 3.963.834,84 ευρώ Ανά ημέρα παρέλαβε τα εξής ποσά: ..." (Στο σημείο αυτό, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιλαμβάνονται πίνακες ανά έτος, στους οποίους εμφαίνονται αναλυτικά τα ποσά των μετρητών που παρέλαβε κάθε φορά από το Ταμείο του Δήμου ο Π. Σ. προς διαχείριση, η ημερομηνία που παρέλαβε το κάθε ποσό μετρητών και ο αριθμός της αποδείξεως με βάση την οποία το παρέλαβε). "... Από τα ποσά αυτά ο Σ. υπεξαίρεσε κατ' έτος τα εξής: Το έτος 1999 με αρχή τον Απρίλιο υπεξαίρεσε συνολικά 58.216.863 δρχ (170.854 ευρώ). Το έτος 2000 υπεξαίρεσε συνολικά 61.258.128 δρχ (179.774 ευρώ). Το έτος 2001 υπεξαίρεσε συνολικά 461.965,6 ευρώ. Το έτος 2002 υπεξαίρεσε συνολικά 472.227,7 ευρώ. Το έτος 2003 υπεξαίρεσε συνολικά 2.180.182,7ευρώ. Το έτος 2004 υπεξαίρεσε συνολικά 2.758.948,7 ευρώ. Το έτος 2005 υπεξαίρεσε συνολικά 3.931.226,8 ευρώ. Το έτος 2006 υπεξαίρεσε συνολικά 4.220.786,9 ευρώ. Το 2007 υπεξαίρεσε συνολικά 3.586.379,4 ευρώ. Συμπερασματικά: Από 1.1.1999 έως 31.12.2007 διαχειρίστηκε μετρητά 21.133.074,8 ευρώ και υπεξαίρεσε συνολικά 17.962.336 ευρώ. Ποσοστό 84,88%. Ειδικότερα, όσο Διευθυντής της Ταμειακής Υπηρεσίας ήταν ο πέμπτος κατηγορούμενος Θ. Γ. (1.1.1999 έως 13.8.2007), ο Σ. υπεξαίρεσε συνολικά μετρητά 16.602.288 ευρώ και όσο καθήκοντα Διευθυντή ασκούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος Γ. Γ. (14.8.2007 - 31.12.2007) υπεξαίρεσε συνολικά 1.760.048 ευρώ. Ειδικότερα: Κατά το διάστημα του έτους 1999 που είναι το πρώτο έτος της δημαρχίας του τρίτου κατηγορουμένου Β. Π. δεν βρέθηκαν κάποια πλαστά παραστατικά ως δικαιολογητικά, με τα οποία ο Π.. Σ. να δικαιολόγησε στην υπηρεσία του τα ποσά που κράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το έτος αυτό. Κατά τη συνεδρίαση της 4.3.2014, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ανέφερε, ερωτώμενος σχετικά, ότι "τα υπεξαιρεθέντα το 1999 προέρχονταν από εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία, οι οποίες έπρεπε να καταβληθούν στη ΔΟΥ". Κατά την ίδια συνεδρίαση της 4.3.2014 ανέφερε επίσης, ότι στην αρχή της δημαρχίας Π. υπεξαιρούσε λίγα χρήματα, χωρίς να κάνει πλαστά δικαιολογητικά, σκοπεύοντας με την συμπεριφορά του αυτή να εξακριβώσει αν κάτι άλλαξε με το νέο δήμαρχο ως προς τον έλεγχο των διαχειριστών. Ανέφερε ακόμη απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι κατά το έτος αυτό υπεξαίρεσε ποσό γύρω στα 60.000.000 δρχ. και ότι υπεξαιρούσε ποσό περίπου 5.000.000 έως 6.000.000 δρχ. το μήνα και ότι άρχισε να υπεξαιρεί από το μέσο έως το τέλος του μήνα Απριλίου 1999 (9 μήνες X 6.000.000 δρχ. = 54.000.000 δρχ). Η άποψη του Σ. ότι τα υπεξαιρεθέντα του 1999 είναι από τα χρήματα που έπρεπε να καταβλληθούν στην ΔΟΥ επιβεβαιώνεται από την αναγνωσθείσα Έκθεση Προσωρινού Ελέγχου της …' Δ.Ο.Υ. (επόπτης Σ. Μ., ελεγκτές Ε. Γ. και Μ. Θ.). Μέρος των υπεξαιρεθέντων επιχείρησε να δικαιολογήσει ο Σ. με την εμφάνιση εικονικού πλεονάσματος κατά τη χρήση 1998 ύψους 38.828.150 δρχ. για κύριο φόρο, 6.590.030 δρχ. για χαρτόσημο και 1.317.462 δρχ. για ΟΓΑ χαρτοσήμου. Συνολικά εμφάνισε πλεόνασμα 46.735.500 δρχ. Το εικονικό αυτό πλεόνασμα με πρωτοβουλία του ίδιου του Σ. εμφανίσθηκε ως πιστωτικό υπόλοιπο που ο Δήμος ... το συμψήφισε στην οριστική δήλωση ΦΜΥ έτους 1999, συμψηφισμός που δεν έγινε βεβαίως δεκτός από τη ΔΟΥ. Το τέχνασμα αυτό σε συνδυασμό με τη βεβαιότητα ότι δεν του γίνεται έλεγχος χρησιμοποίησε για να δικαιολογήσει τα υπεξαιρεθέντα του 1999, αποβλέποντας σε περίπτωση ελέγχου να χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία λάθος κατά την άθροιση των ποσών. Το έτος 2000 ο Π. Σ. υπεξαίρεσε όπως προαναφέρθηκε συνολικά 61.258.128 δρχ (179.774,7 ευρώ). Το υπεξαιρεθέν ποσό αποδεικνύεται από τη συνεκτίμηση όσων κατέθεσε απολογούμενος ο Π. Σ. σε συνδυασμό με τα πορίσματα της "Έκθεσης Προσωρινού Ελέγχου" της …’ ΔΟΥ. Σύμφωνα με την έκθεση προσωρινού ελέγχου προκύπτει διαφορά μεταξύ των διαπιστωθέντων από το βιβλίο κρατήσεων και των πράγματι καταβληθέντων στην ΔΟΥ με βάση τις 12 προσωρινές δηλώσεις. Για τη δικαιολόγηση της διαφοράς ο Σ. συνέταξε την πλαστή προσωρινή δήλωση (Δεκεμβρίου) που αναφέρεται στην κατηγορία της πλαστογραφίας με ημερομηνία συντάξεως 26.2.2001 για 61.258.128 δρχ (179.774,40 ευρώ), δηλαδή όσο είναι το τελικά υπεξαιρεθέν κατά τα ανωτέρω ποσό. Το έτος 2001 υπεξαίρεσε συνολικά 461.965,6 ευρώ. Το υπεξαιρεθέν ποσό προέκυψε από τα αναφερόμενα στην κατηγορία της πλαστογραφίας 3 πλαστά διπλότυπα της …' ΔΟΥ. που κατάρτισε ο Π. Σ. για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως. Τα ανευρεθέντα ως άνω πλαστά έχουν ως εξής: Το 2003 υπεξαίρεσε συνολικά 2.180.182,7 ευρώ. Το υπεξαιρεθέν ποσό προέκυψε από τα πλαστά παραστατικά που κατάρτισε ο Π. Σ. για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως και συγκεκριμένα α) από τα αναφερόμενα στην κατηγορία της πλαστογραφίας 7 πλαστά διπλότυπα της …' Δ.Ο.Υ. (1.496.450,3 ευρώ), β) από τις αναφερόμενες στην κατηγορία της πλαστογραφίας 5 πλαστές αποδείξεις ΕΤΕ (634.428,4 ευρώ) και γ) από άλλα 2 πλαστά διπλότυπα της …' Δ.Ο.Υ. (11.255,53 και 38.045,56 ευρώ αντίστοιχα) που εντοπίστηκαν μεν από την έρευνα της επιθεωρήτριας Α. Τ., αλλά δεν περιλήφθηκαν στην κατηγορίας της πλαστογραφίας. Τα ανευρεθέντα και περιληφθέντα στην κατηγορία ως άνω πλαστά έχουν ως εξής: Το 2004 υπεξαίρεσε συνολικά 2.758.948,7 ευρώ. Το υπεξαιρεθέν ποσό προέκυψε από τα πλαστά παραστατικά που κατάρτισε ο Π. Σ. για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως και συγκεκριμένα α) από τα αναφερόμενα στην κατηγορία της πλαστογραφίας 7 πλαστά διπλότυπα της …' Δ.Ο.Υ. (1.795.997,6 ευρώ), β) από τις αναφερόμενες στην κατηγορία της πλαστογραφίας 2 πλαστές αποδείξεις ΕΤΕ (182.643,8 ευρώ) και γ) από άλλα 2 πλαστά διπλότυπα της …' Δ.Ο.Υ. (335.289,01 και 445.018,34 ευρώ αντίστοιχα) που επισυνάφθηκαν στο υπ' αριθ. .../24.12.2004 Χρηματικό 'Ενταλμα (Ταμείο Συντάξεως) και εντοπίστηκαν από την έρευνα της επιθεωρήτριας Α. Τ. (είναι συνημμένα με α/α … στον υποφάκελο … της Γ' Πορισματικής Έκθεσης …/10.11.2010), αλλά δεν περιλήφθηκαν στην κατηγορίας της πλαστογραφίας. Τα ανευρεθέντα και περιληφθέντα στην κατηγορία ως άνω πλαστά έχουν ως εξής: Υπάρχουν όπως αναφέρθηκε και άλλα 2 πλαστά διπλότυπα της …' Δ.Ο.Υ. (335.289,01 και 445.018,34 € αντίστοιχα) που επισυνάφθηκαν στο υπ' αριθ. .../24.12.2004 Χρηματικό Ένταλμα (Ταμείο Συντάξεως) και εντοπίστηκαν από την έρευνα της επιθεωρήτριας Α. Τ. (είναι συνημμένα με α/α … στον υποφάκελο … της Γ' Πορισματικής Έκθεσης …/10.11.2010), αλλά δεν περιλήφθηκαν στην κατηγορία της πλαστογραφίας. Τα παραστατικά αυτά εκδόθηκαν για να δικαιολογήσουν την πληρωμή του Ταμείου Συντάξεως για καθυστερούμενες εισφορές. Το 2005 υπεξαίρεσε συνολικά 3.931.226,8 ευρώ. Το υπεξαιρεθέν ποσό προέκυψε από τα πλαστά παραστατικά που κατάρτισε ο Π. Σ. για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως και συγκεκριμένα α) από τα αναφερόμενα στην κατηγορία της πλαστογραφίας 14 πλαστά διπλότυπα της …' Δ.Ο.Υ. (2.401.190 ευρώ), β) από τις αναφερόμενες στην κατηγορία της πλαστογραφίας 2 πλαστές αποδείξεις ΕΤΕ (411.948 ευρώ), γ) από άλλο 1 νοθευμένο γραμμάτιο είσπραξης του ΤΠκΔ (152.249,81 ευρώ) που επισυνάφθηκε στο υπ' αριθ. .../30-12-05 Β' ΧΕΠ και εντοπίστηκε από την έρευνα της επιθεωρήτριας Α. Τ., αλλά δεν περιλήφθηκε στην κατηγορία της πλαστογραφίας. Επίσης, δ) ποσό 965.839 ευρώ που δικαιολογήθηκε με το χρηματικό ένταλμα πληρωμής υπ' αριθμ. .../30-12-2005, συνολικού ποσού 15.714.277,34 ευρώ για καταβολές στην ΕΤΕ χωρίς ωστόσο να προσκομίσει κάποιο παραστατικό για την καταβολή αυτή. Τα ανευρεθέντα και περιληφθέντα στην κατηγορία ως άνω πλαστά έχουν ως εξής: Διπλότυπα ...’ Δ.Ο.Υ. με εκδότες "Γ. Α." και "Β. Μ." Υπάρχει, όπως προαναφέρθηκε, και άλλο 1 νοθευμένο γραμμάτιο είσπραξης του ΤΠκΔ ποσού 152.249,81 ευρώ που επισυνάφθηκε στο υπ' αριθ. .../30-12-05 Β' ΧΕΠ και εντοπίστηκε από την έρευνα της επιθεωρήτριας Α. Τ., αλλά δεν περιλήφθηκε στην κατηγορία της πλαστογραφίας. Επίσης, υπεξαιρέθηκε και επί πλέον ποσό 965.839 ευρώ που δικαιολογήθηκε με το χρηματικό ένταλμα πληρωμής υπ' αριθ. .../30-12-2005, συνολικού ποσού 15.714.277,34 ευρώ για καταβολές στην ΕΤΕ χωρίς ωστόσο ο Σ. να προσκομίσει κάποιο παραστατικό για την καταβολή αυτή. Το 2006 υπεξαίρεσε συνολικά 4.220.786,9 ευρώ. Το υπεξαιρεθέν ποσό προέκυψε από τα πλαστά παραστατικά που κατάρτισε ο Σ. για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως και συγκεκριμένα α) από τα αναφερόμενα στην κατηγορία της πλαστογραφίας 15 πλαστά διπλότυπα της ... Δ.Ο.Υ. (2.910.458,1 ευρώ), β) από τις αναφερόμενες στην κατηγορία της πλαστογραφίας 8 πλαστές αποδείξεις ΕΤΕ (1.136.458,6 ευρώ), γ) από άλλο 1 νοθευμένο γραμμάτια είσπραξης του ΤΠκΔ (173.870,2 ευρώ) που επισυνάφθηκε στο υπ' αριθ. .../29-12-06 Β' ΧΕΠ και εντοπίστηκε από την έρευνα της επιθεωρήτριας Α. Τ., αλλά δεν περιλήφθηκε στην κατηγορίας της πλαστογραφίας. Τα ανευρεθέντα και περιληφθέντα στην κατηγορία ως άνω πλαστά έχουν ως εξής: Υπάρχει, όπως προαναφέρθηκε, και άλλο νοθευμένο γραμμάτιο είσπραξης του ΤΠκΔ ποσού 173.870,18 ευρώ που εντοπίστηκε από την έρευνα της επιθεωρήτριας Α. Τ., αλλά δεν περιλήφθηκε στην κατηγορία της πλαστογραφίας. Συγκεκριμένα για το ποσό των 173.870,18 ευρώ πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων σύμφωνα και με το αρ. πρωτ. .../17-4-2008/18.4.2008 έγγραφό του προς το Δήμο ... γνωστοποιεί και χορηγεί κατάσταση με γραμμάτια είσπραξης του καταστήματος του για δόσεις στεγαστικών δανείων Υπαλλήλων του δήμου από 1.1.2003 έως 31.3.2008 στα οποία φαίνονται τα ποσά που ο Δήμος κατέθεσε και η ακριβής ημερομηνία είσπραξης αυτών. Στην εν λόγω κατάσταση το ποσόν το οποίο κατατέθηκε εκ 173.870,18 ευρώ φέρει ημερομηνία κατάθεσης 30.1.2007 με α/α … . Κατατέθηκε μάλιστα με το γραμμάτιο είσπραξης αριθ. .../30.1.2007 για μήνα δόσης 2006/
- Η κατάσταση κατάθεσης φέρει τις υπογραφές των αρμοδίων του Τ.Π. και Δανείων λογιστή (Α. Τ.) Προϊστ. Τμήματος (Μ. Φ.) και Προϊστ. Δ/νσης (Τ. - Η. Ά.). Ο διαχειριστής Π. Σ. την απόδειξη αυτή την προσκόμισε ως δικαιολογητικό πληρωμής, η οποία μετά τον προσήκοντα έλεγχο από τους κατά νόμο αρμόδιους την επισύναψαν στο Β' ΧΕΠ που εξέδωσαν με αριθ. .../29.12.
- Όπως και τα άλλα πλαστά δικαιολογητικά πληρωμής, έτσι και η απόδειξη αυτή (γραμμάτιο του Τ.Π. και Δανείων) παραποιήθηκε με χρήση "μπλάνγκο" ως προς την ημερομηνία και χρησιμοποιήθηκε δύο φορές προκειμένου να κλείσει "άνοιγμα" στη διαχείριση του Π. Σ. του έτους
- Επομένως, η εν λόγω απόδειξη του Τ.Π.&Δ ποσού 173,870,18 ευρώ παραποιήθηκε (με την χρήση blanco ως προς την ημερομηνία) και χρησιμοποιήθηκε για να "κλείσει" -στα πλαίσια των τακτοποιήσεων για κάλυψη ποσών που είχαν αναληφθεί με μη νόμιμο τρόπο- αντίστοιχο ποσό που είχε υπεξαιρέσει ο Π. Σ. μέσα στο οικονομικό έτος 2006 ευρώ. Το 2007 υπεξαίρεσε συνολικά 3.586.379,4 ευρώ. Το υπεξαιρεθέν ποσό προέκυψε από τα πλαστά παραστατικά που κατάρτισε ο Π. Σ. για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως και συγκεκριμένα α) από τα αναφερόμενα στην κατηγορία της πλαστογραφίας 9 πλαστά διπλότυπα της ...’ Δ.Ο.Υ. (2.407.020 ευρώ) και β) από τις αναφερόμενες στην κατηγορία της πλαστογραφίας πλαστές αποδείξεις ΕΤΕ (1.179.359,4 ευρώ). Τα ανευρεθέντα και περιληφθέντα στην κατηγορία ως άνω πλαστά έχουν ως εξής: Διπλότυπα ... Δ.Ο.Υ. με εκδότες "Γ. Α." και "Β. Μ." Συμπερασματικά: Από τον Απρίλιο του 1999 έως 31.12.2007 διαχειρίστηκε μετρητά 21.133.074,08 ευρώ και υπεξαίρεσε συνολικά 17.962.336 ευρώ. Ειδικότερα όσο Διευθυντής της Ταμειακής Υπηρεσίας ήταν ο πέμπτος κατηγορούμενος Θ. Γ. (από τον Απρίλιο του 1999 έως 13.8.2007), ο δράστης υπεξαίρεσε συνολικά μετρητά 16.602.288 ευρώ και όσο καθήκοντα Διευθυντή ασκούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος Γ. Γ. (14.8.2007 - 31.12.2007) υπεξαίρεσε συνολικά 1.760.048 ευρώ. Όπως προαναφέρθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός των τρίτων, υπέρ των οποίων γινόνταν οι αποδοτέες κρατήσεις, εξυπηρετούνταν με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν κατά βάση στην Εθνική Τράπεζα (ΤΥΔΚΥ, ΤΑΔΚΥ, ΤΣΜΕΔΕ, ΙΚΑ κ.λπ.). Το Δημόσιο για τους φόρους και τα υπόλοιπα Ταμεία για τις οφειλόμενες σ' αυτά ασφαλιστικές εισφορές εξυπηρετούνταν με πληρωμές στην κατά τόπο αρμόδια ...’ Δ.Ο.Υ., ενώ άλλα ταμεία μεταξύ των οποίων και το ΤΠκΔ εξυπηρετούντο στα καταστήματά τους. Ειδικότερα τα Ταμεία που διαχειριζόταν ο Π. Σ. και ο τρόπος, με τον οποίο εξυπηρετούνταν οι προς αυτά αποδόσεις των εισφορών, φαίνεται στον κατωτέρω πίνακα: Πρέπει να τονιστεί ότι οι πληρωμές προς τη Δ.Ο.Υ. για την απόδοση τόσο του Φ.Μ.Υ., όσο και των ασφαλιστικών εισφορών των Ταμείων που εξυπηρετούνταν μέσω αυτής έπρεπε να γίνονται αποκλειστικά με τραπεζικές επιταγές, εφόσον το αποδοτέο ποσό υπερέβαινε ένα όριο. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 1819/51, η εξόφληση των χρεών προς το Δημόσιο γίνεται με μετρητά ή με επιταγές. Με αποφάσεις του Υπουργείου Οικονομικών αναπροσαρμόζονται και καθορίζονται κάθε φορά τα όρια καταβολής χρεών με μετρητά από τους υπόχρεους. Έτσι με την υπ' αριθ. 576/1988 απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών καθορίσθηκε το ποσό που μπορεί να πληρωθεί στις ΔΟΥ με μετρητά στις 250.000 δρχ. και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέχρι 300.000 δρχ. Και τούτο για διασφάλιση των συμφερόντων τόσο του Δημοσίου όσο και των φορολογούμενων. Ακολούθως, το Υπουργείο ανταποκρινόμενο σε αιτήματα φορολογουμένων για την καλύτερη εξυπηρέτησή τους από τις ΔΟΥ, και για την βελτίωση των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογούσας αρχής και πολιτών, με την υπ' αριθ. ΠΟΛ 1273/18.10.- 5.11.1996 απόφασή του, καθόρισε σε εξαιρετικές περιπτώσεις την πληρωμή με μετρητά μέχρι του ποσού των 500.000 δρχ. αντί των 300.000δρχ. που ίσχυε μέχρι τότε. Ακολούθως με την υπ' αριθ. Α.Υ.Ο. 1114260/6631-26/0016/ΠΟΛ1383/ 24.12.2001 - 14.1.2002 απόφασή του τροποποίησε το όριο μέχρι το οποίο επιτρέπεται η καταβολή μετρητών στο ποσό των 1.500 ευρώ με έναρξη την 1.1.
- Επομένως: Μέχρι την 31.12.2001 το όριο των μετρητών για πληρωμές σε ΔΟΥ. ήταν 300.000 δρχ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις 500.000 δρχ., από δε την 1.1.2001 και στο εξής το όριο των μετρητών ήταν 1.500 ευρώ. Τη ρύθμιση αυτή, λόγω της προχειρότητας με την οποία λειτουργούσε η Ταμειακή υπηρεσία στον τομέα αποδόσεως των υπέρ τρίτων κρατήσεων, την αγνοούσαν οι υπάλληλοι που ασχολούντο στον τομέα αυτό και έτσι έγιναν υποχείρια του Σ., εκτελώντας πιστά ότι αυτός τους υποδείκνυε, αφού του είχαν εμπιστοσύνη και τον θεωρούσαν ικανό υπάλληλο. Έτσι παρά την εν λόγω ρύθμιση ο Διευθυντής της Ταμειακής Υπηρεσίας έδινε βέβαια πάντοτε για τις πληρωμές στη ΔΟΥ επιταγές, έδιδε όμως σε τακτική βάση μετρητά πάνω από το όριο αυτό για την πληρωμή ταμείων που εξυπηρετούνταν μέσω της ...’ Δ.Ο.Υ. (όπως εξαγορά θητείας, χορηγία δημάρχου, διαδοχική ασφάλιση, ΤΠΔΥ, ΜΤΠΥ, ΤΕΑΔΥ κ.α.), αγνοώντας όμως ότι τα ταμεία αυτά εξοφλούντο στη ΔΟΥ. Αγνοούσε πάντως ο εκ των Δ/ντων Γ. και την ύπαρξη του ορίου πληρωμών στη ΔΟΥ, όπως ο ίδιος ομολόγησε. Όπως προαναφέρθηκε τα υπεξαιρεθέντα, από πλευράς δικαιολογητικών, ο Σ. τα κάλυπτε με πλαστά παραστατικά. Ειδικότερα δε τα διπλότυπα της ... Δ.Ο.Υ. που προσκόμιζε ο Π. Σ. έφεραν σχεδόν πάγια ως εκδότες τους τα ονόματα δύο ανύπαρκτων εφοριακών υπαλλήλων: "Β. Μ." και "Γ. Α.". Η πλαστότητα δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή, αφού όπως προαναφέρθηκε, οι αρμόδιοι για τον έλεγχο των δικαιολογητικών, αρκούνταν σε απλή αριθμητική αντιπαραβολή, χωρίς έλεγχο των παραστατικών. Αλλά και αν γινόταν απλός έλεγχος των δικαιολογητικών, λόγω της επιμελημένης μεθόδου της πλαστογραφίας, ήταν δύσκολο να αποκαλυφθεί αυτή. Τη δυσκολία αποκαλύψεως των πλαστών επιβεβαιώνουν οι περισσότεροι μάρτυρες. Με βάση τα προαναφερόμενα, κατά την ομόφωνη κρίση του δικαστηρίου, ο Π. Σ. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος: 1) Για κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση στην υπηρεσία (άρθρο 258 ΠΚ) τελεσθείσα από Απριλίου 1999 έως 31.12.2007, σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Δήμου ...), με επιτευχθέν από το δράστη όφελος και αντίστοιχη ζημία του Δήμου συνολικά 17.962.336 ευρώ, δηλαδή ποσό πάνω από 150.000 ευρώ, όπως ειδικότερα οι μερικότερες πράξεις αναφέρονται παραπάνω και στο διατακτικό, με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιπτώσεις σωρευτικά: α) ότι η τέλεση του εγκλήματος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο και β) το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950), δεδομένου ότι ι) η τέλεση των κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεων διάρκεσε οκτώ έτη και εννέα μήνες περίπου διάστημα που κρίνεται όχι απλά αλλά ιδιαιτέρως μακρό σε σχέση με τις συνήθεις περιπτώσεις εξακολουθητικών υπεξαιρέσεων που δεν υπερβαίνουν το διάστημα λίγων μηνών και ιι) το συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό ανέρχεται όπως προαναφέρθηκε σε 17.962.336 ευρώ, το οποίο αναγόμενο στο προηγούμενο νομισματικό μέσο, τη δραχμή, ισοδυναμεί με 6.120.486.368 δρχ., συγκρινόμενο δε με την αντιστοιχία του σε σχέση με τις εισοδηματικές δυνατότητες ενός μέσου δημοσίου υπαλλήλου της περιόδου αυτής (1999-2007), αν γίνει δεκτό ότι τα καθαρά έσοδα ενός τέτοιου υπαλλήλου ήταν κατά μέσο όρο 1.000 ευρώ το μήνα και 12.000 ευρώ το έτος, το υπεξαιρεθέν ποσό ισοδυναμεί με έσοδα υπαλληλικής εργασίας 1.497 ετών. Επομένως, με βάση τα στοιχεία αυτά, το συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1608/
- 2) Πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, όπως η πράξη αυτή χαρακτηρίσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν μπορεί ως προς το σημείο αυτό να διαφοροποιηθεί γιατί θα παραβιαζόταν το άρθρο 470 ΚΠΔ, για τις επί μέρους πράξεις που τελέσθηκαν μετά την 29.6.2007, με την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσεως αυτών, όπως ειδικότερα οι πράξεις αυτές περιγράφονται στο διατακτικό. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν περαιτέρω και τα εξής ακόμη περιστατικά: Κατά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω χρονική περίοδο των ετών 1999 - 2008 ο κατηγορούμενος Π. Σ. δήλωσε οικογενειακό εισόδημα και δαπάνες ως εξής: 1) για το οικονομικό έτος 2000 (χρήση 1999) ατομικό του εισόδημα 19.767,81 ευρώ (6.735.880 δραχμές), στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και κέρδη από λαχεία κ.λπ. (κωδικοί 785-786) ποσού 6.737,37 ευρώ (2.295.758 δραχμών), και δαπάνες 22.496,94 ευρώ (7.665.832 δραχμές) και εισόδημα της συζύγου του 31.517,51 ευρώ (10.739.592 δραχμές) και δαπάνες αυτής 21.133,22 ευρώ (7.201.146 δραχμές), δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 51.285,32 ευρώ και συνολικές δαπάνες 43.630,16 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακά διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 7.655,15 ευρώ, 2) για το οικονομικό έτος 2001 (χρήση 2000) ατομικό του εισόδημα 130.572,59 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και κέρδη από λαχεία κ.λπ. (κωδικοί 785-786) ποσού 117.397,38 ευρώ (40.003.157 δραχμών), και δαπάνες 53.909,71 ευρώ (18.369.733 δραχμές) και εισόδημα της συζύγου του 52.491,07 ευρώ (17.886.331 δραχμές) και δαπάνες αυτής 34.015,45 ευρώ (11.590.764 δραχμές), δηλαδή οικογενειακά συνολικό εισόδημα 183.063,65 ευρώ και συνολικές δαπάνες 87.925,16 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακά διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 95.138,50 ευρώ, 3) για το οικονομικό έτος 2002 (χρήση 2001) ατομικό του εισόδημα 103.279,65 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και κέρδη από λαχεία κ.λπ. (κωδικοί 785-786) ποσού 89.246,12 ευρώ (30.410.615 δραχμών) και δαπάνες 42.683,74 ευρώ (14.544.486 δραχμές) και εισόδημα της συζύγου του 73.721,97 ευρώ (25.120.762 δραχμές) και δαπάνες αυτής 22.241,17 ευρώ (7.578.678 δραχμές), δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 177.001,62 ευρώ και συνολικές δαπάνες 64.924,91 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακά διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 112.076,71 ευρώ, 4) για το οικονομικό έτος 2003 (χρήση 2002) ατομικό του εισόδημα 163.737,39 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και κέρδη από λαχεία κ.λπ. (κωδικοί 785-786) ποσού 141.606,10 ευρώ, και δαπάνες 149.060,57 ευρώ και εισόδημα της συζύγου του 52.298,55 ευρώ και δαπάνες αυτής 10.168,57 ευρώ, δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 216.035,94 ευρώ και συνολικές δαπάνες 159.229,14 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακό διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 56.806,80 ευρώ, 5) για το οικονομικό έτος 2004 (χρήση 2003) ατομικό του εισόδημα 85.861,87 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται κανένα ποσό κέρδη από λαχεία κ.λπ. (κωδικοί 785-786), και δαπάνες 10.769,21 ευρώ και εισόδημα της συζύγου του 22.933,60 ευρώ και δαπάνες αυτής 3.622,07 ευρώ, δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 108.795,47 ευρώ και συνολικές δαπάνες 14.391,28 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακά διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 94.404,19 ευρώ, 6) για το οικονομικό έτος 2005 (χρήση 2004) ατομικό του εισόδημα 130.575,65 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται κανένα ποσό κέρδους από λαχεία κ.λπ. (κωδικοί 785-786), και δαπάνες 32.670,10 ευρώ και εισόδημα της συζύγου του 3.600,0 ευρώ και δαπάνες αυτής 6.384,10 ευρώ, δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 134.175,65 ευρώ και συνολικές δαπάνες 38.385,54 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακό διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 95.790,11 ευρώ, 7) για το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) ατομικό του εισόδημα 17.681.44 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται κανένα ποσό από κέρδη λαχείων κ.λπ. (κωδικοί 785-786), και δαπάνες 32.670,10 ευρώ και εισόδημα της συζύγου του 3.600,00 ευρώ και δαπάνες αυτής 3.235.44 ευρώ, δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 21.281,44 ευρώ και συνολικές δαπάνες 35.405,54 ευρώ, με επακόλουθο να μην υπάρχει νομότυπα φορολογικά οικογενειακό διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό, αφού συνολικά οικογενειακά υπήρχαν ζημίες ποσού 14.124,10 ευρώ, 8) για το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε φορολογική δήλωση, 9) για το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007) ατομικό του εισόδημα 38.782,03 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται κανένα ποσό από κέρδη λαχείων κ.λπ. (κωδικοί 785-786), και δαπάνες 8.855,40 ευρώ και εισόδημα της συζύγου του 14.768,40 ευρώ και δαπάνες αυτής 11.788,18 ευρώ, δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 53.550,43 ευρώ και συνολικές δαπάνες 20.143,58 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακό διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 33.406,85 ευρώ, 10) για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008) ατομικό του εισόδημα 10.592,26 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται κανένα ποσό από κέρδη από λαχεία κ.λπ. (κωδικοί 785-786), εισόδημα της συζύγου του 15.600,00 ευρώ, δηλαδή οικογενειακό συνολικό εισόδημα 26.192,26 ευρώ, με επακόλουθο το νομότυπα φορολογικά οικογενειακό διαθέσιμο για αποταμιεύσεις ποσό να ανέρχεται συνολικά σε 26.192,26 ευρώ. Επίσης, σε ατομικούς ή κοινούς (με τη σύζυγό του) λογαριασμούς του κατηγορουμένου και ειδικότερα στους λογαριασμούς των Τραπεζών Eurobank με αριθμούς ..., ... , ... , ... , ..., ..., Probank με αριθμούς ..., ..., Εθνική Τράπεζα με αριθμούς ..., Alpha Bank με αριθμούς ..., ..., ..., και Τράπεζα Κύπρου με αριθμό ..., κατατέθηκαν: 1) το έτος 1999 συνολικά 88.043.249 δραχμές ή 258.380,77 ευρώ, 2) το έτος 2000 συνολικά 67.729.434 δραχμές ή 198.765,76 ευρώ, 3) το έτος 2001 συνολικά 105.402.085 δραχμές ή 309.323,80 ευρώ, 4) το έτος 2002 συνολικά 708.321,40 ευρώ, 5) το έτος 2003 συνολικά 366.862,78 ευρώ, 6) το έτος 2004 συνολικά 61.607,68 ευρώ, 7) το έτος 2005 συνολικά 200.521,87 ευρώ, 8) το έτος 2006 συνολικά 115.137,09 ευρώ, 9) το έτος 2007 συνολικά 194.767,00 ευρώ, 12) το έτος 2008 συνολικά 42.085,74 ευρώ. Προκύπτουν έτσι φορολογικά αδικαιολόγητες καταθέσεις του: α) για το έτος 1999 ποσού (258.380,77 - 7.655,15 =) 250.725,62 ευρώ, πλην όμως σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν μπορεί να αξιολογηθεί ποσό μεγαλύτερο εκείνου το οποίο υπεξαίρεσε το ίδιο έτος, δηλαδή του ποσού των 170.854 ευρώ, β) για το έτος 2000 ποσού (198.765,76 - 95.138,50 =) 103.627,26 ευρώ, γ) για το έτος 2001 ποσού (309.323,80 - 112.076,71 =) 197.247,09 ευρώ, δ) για το έτος 2002 ποσού (708.321,40 - 56.806,80 =) 651.514,60 ευρώ, ε) για το έτος 2003 ποσού (366.862,78 - 94.404,19 =) 272.458,59 ευρώ, στ) για το έτος 2004 δεν προκύπτουν αδικαιολόγητες καταθέσεις, αφού το συνολικό οικογενειακό εισόδημα των 95.790,11 ευρώ υπερβαίνει τις καταθέσεις ποσού 61.607,68 ευρώ, η δε λογιστική απόκλιση των 34.182,43 ευρώ, μεταφέρεται στο επόμενο έτος, ζ) για το έτος 2005 ποσού (200.521,87 + 14.124,10 [προς υπερκάλυψη της ισόποσης ζημίας] =) 214.645,97 ευρώ, και με συνυπολογισμό του πλεονάσματος του έτους 2004, ποσού (214.645,97 - 34.182,43 =) 180.463,54 ευρώ, η) για το έτος 2006, δεδομένου ότι έγιναν καταθέσεις συνολικού ποσού 115.137,09 ευρώ, ελλείψει υποβολής φορολογικής δήλωσης για την εν λόγω χρήση, θα πρέπει να θεωρηθεί ως προϊόν αδικαιολόγητης φορολογικά κατάθεσης το ποσό των (115.137,09 ευρώ - 19.543,90 ευρώ =) 95.593,19 ευρώ, καθόσον από τη σχετική αναλυτική επεξεργασία των καταθέσεων του κατηγορουμένου που έγινε από την Οικονομική Επιθεωρήτρια Α. Τ., προκύπτει ότι καταθέσεις ποσού 19.543,90 ευρώ προέρχονται από τη μισθοδοσία του κατηγορουμένου, θ) για το έτος 2007 ποσού (194.767,00 - 33.406,85 =) 161.360,15 ευρώ ι) για το έτος 2008 ποσού (42.085,74 - 26.192,26 =) 15.893,48 ευρώ. Συνακόλουθα, στη διάρκεια των ετών 1999 - 2008 προκύπτουν αδικαιολόγητες καταθέσεις αυτού συνολικού ποσού 1.841.356,75 ευρώ, για τις οποίες, ενόψει και της ανυπαρξίας κάποιας άλλης ευλογοφανούς εξήγησης της προέλευσής τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι προέρχονται από χρήματα που κατά τα προαναφερόμενα είχαν υπεξαιρεθεί από τον κατηγορούμενο από το Ταμείο του Δήμου ... κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 31.12.
- Επίσης, ο κατηγορούμενος Π. Σ. εμφάνισε ως κέρδη από συμμετοχή του σε τυχερά παίγνια διεξαγόμενα από την "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε." και δη από το "ΣΤΟΙΧΗΜΑ", τα εξής ποσά: 1) ποσό 312.838 δραχμών, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 31.982 δραχμών, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 28-8-1999 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/15-9-1999 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 2) ποσό 308.113 δραχμών, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 31.457 δραχμών, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 28-8- 1999 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/15-9-1999 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 3) ποσό 1.206.686 δραχμών, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 104.104 δραχμών, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 15-11-1999 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/29-11-1999 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 4) ποσό 280.184 δραχμών, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 28.336 δραχμών, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 15-11-1999 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/29-11-1999 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 5) ποσό 428.668 δραχμών, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 44.852 δραχμών, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 15-11-1999 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/29-11-1999 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 6) ποσό 564.344 δραχμών, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 50.946 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 8.480 δραχμές και πληρώθηκε στις 10-2-2000, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 16-2-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/5-3-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 7) ποσό 1.049.728 δραχμών, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 101.632 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 7.360 δραχμές και πληρώθηκε στις 14- 2-2000, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 16-2-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/5-3-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 8) ποσό 1.885.000 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 100.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 26-3-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/2-4-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 9) ποσό 1.700.000 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 50.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 26-3- 2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/2-4-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 10) ποσό 942.500 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 50.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 22-5-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/16-9-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 11) ποσό 982.500 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 50.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 22-5- 2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/16-9-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 12) ποσό 1.290.000 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 50.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 22-5-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/16-9-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 13) ποσό 932.500 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 50.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 22-5-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/16-9-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 14) ποσό 5.517.000 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 330.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 7-6-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/21-6-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 15) ποσό 1.010.000 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 100.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 12- 10-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/5-11-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 16) ποσό 1.717.700 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 114.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 12-10-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/5-11-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 17) ποσό 1.292.685 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 50.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 12-10-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/5-11-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 18) ποσό 5.040.445 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 560.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 1-11-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/10-11-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 19) ποσό 5.230.440 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 369.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 1-11-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/10-11-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 20) ποσό 5.380.265 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 1.090.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 2-11-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/10-11-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 21) ποσό 2.417.625 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 80.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 5-12-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η .../9-12-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 22) ποσό 2.050.435 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 120.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 18-12-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η .../23-12-2000 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 23) ποσό 10.375.000 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 4.199.996 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 30-8-2000 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/19-9-2001 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 24) ποσό 7.964.280 δραχμών, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 145.000 δραχμές, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 9-10-2001 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/11-10-2001 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 25) ποσό 121.501,31 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 38.280,00 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 4-10-2002 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/8-10-2002 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 26) ποσό 20.104,84 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 2.358,00 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 22-12-2003 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/23-12-2003 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 27) ποσό 63.575,70 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 13.284,00 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 22-12-2003 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/23-12-2003 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 28) ποσό 80.598,85 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 20.739,00 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 14-6-2004 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/16-6-2004 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 29) ποσό 65.282,72 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 14.529,00 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 7-1-2005 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/10-1-2005 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 30) ποσό 125.160,15 ευρώ, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 889,46 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 19.331,00 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 2-1-2006 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/10-1-2006 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 31) ποσό 210.373,74 ευρώ, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 1.782,72 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 32.340,90 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 11-1-2007 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/19-1-2007 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 32) ποσό 179.618,00 ευρώ, για το οποίο επιβαρύνθηκε με φόρο 1.185,67 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 36.584,70 ευρώ, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 18-12-2007 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/18-12-2007 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 33) ποσό 9.074,90 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 1.523,40 ευρώ και πληρώθηκε στις 8-10-2007, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 8-10-2007 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/9-10-2007 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", 34) ποσό 14.537,59 ευρώ, από δελτίο με αναγραφόμενο κόστος 261,00 ευρώ και πληρώθηκε στις 24-4-2007, για τη βεβαίωση είσπραξης του οποίου υπέβαλε την από 24-1-2008 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η …/25-1-2008 βεβαίωση κέρδους της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", ήτοι είχε κέρδη συνολικού ποσού 1.065.554,05 ευρώ, για τα οποία επιβαρύνθηκε με φόρο συνολικού ποσού 5.012,09 ευρώ, από δελτία συνολικού κόστους 201.047,10 ευρώ. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι συμμετείχε ως παίκτης στα ανωτέρω παιχνίδια με χρήματα από αυτά που είχαν υπεξαιρεθεί, επιχείρησε δε να εξηγήσει την προέλευση των περισσότερων κερδιζόντων δελτίων από το πρακτορείο που διατηρεί ο αδελφός του Γ. Σ. στην οδό … αρ. … στη …, αναφέροντας ότι ο τελευταίος τον εξυπηρετούσε τηλεφωνικά στο στοιχηματισμό, μη αποδεχόμενος έτσι ότι προέβαινε σε εξαγορά των κερδιζόντων δελτίων. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του δεν κρίνονται βάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν διότι δεν επιβεβαιώθηκαν από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, επί πλέον δε μια τέτοια πρακτική θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογη αν αφορούσε στοιχηματισμό μικρών ποσών. Από το συνδυασμό όλων αυτών με το γεγονός ότι αποτελεί συνήθη πρακτική νομιμοποίησης χρημάτων που συνιστούν προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας η εξαγορά κερδιζόντων δελτίων, κρίνεται ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Π. Σ. εφάρμοζε την πρακτική αυτή, δηλαδή, αξιοποιώντας κυρίως το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ του αδελφού του, προέβαινε σε εξαγορά τέτοιων δελτίων προκειμένου να προσδώσει νομιμοφανή προέλευση στα χρήματα που είχε υπεξαιρέσει. Ακόμα, προκύπτει ότι οι ανωτέρω επιμέρους πράξεις έγιναν από κερδοσκοπία και, όπως συνάγεται από τα ποσά που αφορούσε η νομιμοποίηση και η δεκαετής σχεδόν χρονική έκταση της επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς του, τόσο με χρηματικές καταθέσεις, όσο και με μετατροπή μέρους των χρηματικών απολήψεων σε κέρδη από τυχερά παίγνια, συνέτρεχε και σκοπός συγκάλυψης της αληθινής προέλευσης των χρημάτων. Ο σκοπός αυτός είναι προφανής στο δεύτερο τρόπο δράσης, αλλά συντρέχει και στον πρώτο, καθόσον ο κατηγορούμενος προέβαινε ποικιλότροπα σε αναλήψεις των κατατιθέμενων χρηματικών ποσών, όπως συνάγεται από την κατάθεση της επιθεωρήτριας Α. Τ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και δη από την εκ μέρους αυτής καταγραφή των ετησίων χρεώσεων των λογαριασμών του, με ποσά 270.160,04 ευρώ (92.057.034 δραχμών) για το έτος 1999, 208.536,30 ευρώ (71.058.746 δραχμών) για το έτος 2000, 412.391,28 ευρώ (140.552.331 δραχμών) για το έτος 2001, 744.401,50 ευρώ για το έτος 2002, 373.279,87 ευρώ για το έτος 2003, 43.918,56 ευρώ για το έτος 2004, 224.156,86 ευρώ για το έτος 2005, 85.058,93 ευρώ για το έτος 2006, 117.700,18 ευρώ για το έτος 2007, 87.339,86 ευρώ για το έτος 2008, με επακόλουθο της σκοπούμενης αυτής συμπεριφοράς του στους τηρούμενους λογαριασμούς να μη διατηρούνται μεγάλα χρηματικά διαθέσιμα, που θα μπορούσαν να κινήσουν υποψίες από μόνο το υπόλοιπο του τηρούμενου λογαριασμού, χωρίς ανάλυση - επεξεργασία των κινήσεών του. Μάλιστα με τα αναλαμβανόμενα ποσά υποστήριζε αφανώς, ως υποκρυπτόμενος χρηματοδότης (χωρίς δηλαδή να εμφανίζεται εξωτερικά - φορολογικά), άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, και δη τη λειτουργία κέντρων διασκέδασης (π.χ. "…", "…", "…", "…"). Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε πέραν αυτών ότι με την ανωτέρω μεθοδευμένη δράση του είχε διαμορφώσει τέτοια υποδομή, με την οποία επεδίωκε τη βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης. Ως εκ τούτου πρέπει μεν, κατά την ομόφωνη επίσης κρίση του δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής ο κατηγορούμενος Π. Σ., χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεώς της, η οποία δεν αναγνωρίστηκε και πρωτοδίκως, με συνέπεια να δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο από το άρθρο 470 Κ.Π.Δ., κατά τα προαναφερόνα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Όσον αφορά όμως τα ποσά τα αναφερόμενα στο έτος 1998 για τα οποία δεν καταδικάσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και συνακόλουθα δε μπορεί να καταδικασθεί και με την παρούσα για κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 του ν. 2331/1995 πράξεις , αλλά και το πέραν των υπεξαιρεθέντων 170.854 ευρώ για το έτος 1999 ποσό, για το οποίο επίσης δε μπορεί να κηρυχθεί ένοχος ο εν λόγω κατηγορούμενος, αφού δεν υπάρχει για το επιπλέον αυτό ποσό καταδίκη ή κατηγορία για κάποια από τις αναφερόμενες στο ν. 2331/1995 αξιόποινες πράξεις, πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση που επικράτησε στο δικαστήριο, αποδείχθηκαν και τα εξής ακόμη περιστατικά: Ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Π. αναδείχθηκε Δήμαρχος ... στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου
- Η ανάληψη των καθηκόντων του έγινε την 1.1.
- Ο δήμαρχος όρισε ως γενικό γραμματέα του δήμου, δηλαδή στην πλέον σημαντική και καίρια μετά τη δική του θέση, τον από πολλών ετών στενότατο συνεργάτη του, δεύτερο κατηγορούμενο Μ. Λ., στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ενδεικτικό των στενότατων προσωπικών σχέσεων και του μεγάλου βαθμού της εμπιστοσύνης που ο Β. Π. έτρεφε προς το Μ. Λ. είναι ότι τον διατήρησε σταθερά και αμετακίνητα στη θέση του γενικού γραμματέα και τις τρεις τετραετίες που εξελέγη δήμαρχος, ακόμη και κατά το διάστημα μετά το 2006 που ο γενικός γραμματέας επικρίθηκε για διαφθορά με εξαιρετική μάλιστα σφοδρότητα από την αντιπολίτευση και τον τοπικό αλλά και τον Αθηναϊκό τύπο, καθώς και το ότι τον διατήρησε στη θέση αυτή και μετά την 28.6.2007 που άρχισε να ισχύει το άρθρο 161 του ν. 3584/2007, διάταξη με την οποία ορίσθηκε ότι ο γενικός γραμματέας ενός δήμου πρέπει να κατέχει πτυχίο Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ, προσόν που δεν είχε ο Μ. Λ., που είχε μόρφωση μέσης εκπαίδευσης. Παρά τη διάταξη λοιπόν αυτή ο Β. Π. εξακολούθησε να τον διατηρεί στη θέση του γενικού γραμματέα, καίτοι θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει με άλλον κατάλληλο που διέθετε το αξιούμενο προσόν, στηριζόμενος στην υπ' αριθ. 49.732/3.9.2007 ερμηνευτική εγκύκλιο του τότε υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης, κατά την οποία όσοι ήταν ήδη διορισμένοι πριν την ισχύ του νέου νόμου -έστω και αν δεν διαθέτουν τα τυπικά προσόντα- παραμένουν μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Οι δύο άνδρες συνδέονταν στην πολιτική ζωή στενότατα ήδη από το 1990 που ο Μ. Λ. αποσπάσθηκε από τον …, του οποίου ήταν υπάλληλος στο πολιτικό γραφείο του τότε βουλευτή Β. Π.. Η στενή συνεργασία τους συνεχίσθηκε και μάλιστα αναβαθμίστηκε καθότι διορίστηκε απ' αυτόν και ως ειδικός σύμβουλός του όταν ανέλαβε το υφυπουργείο … κατά τα έτη 1991-
- Τον ακολουθούσε παντού στην πολιτική εν γένει πορεία του και στο δήμο. Ο δεσμός τους ήταν ισχυρός μέχρι του σημείου ο Λ. να διαχειρίζεται τη δημαρχιακή χορηγία του Π., υπό την έγκριση και κάλυψη του οποίου, ως πολιτικού προσώπου, είχε δημιουργηθεί στους συναλλασσόμενους με το δήμο ... η πεποίθηση ότι χωρίς την έγκριση του Λ. δεν αποφασιζόταν τίποτα στο δήμο. Ο τελευταίος τους πρώτους μήνες που ανέλαβε το νέο του "πόστο" στο δήμο, τους αφιέρωσε στην εξοικείωση και στην κατανόηση των λειτουργιών των διαφόρων υπηρεσιών και πρώτης από όλες της Ταμειακής Υπηρεσίας που είναι η "καρδιά" κάθε Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η Ταμειακή Υπηρεσία και τα στελέχη αυτής λογικό είναι να επικεντρώσουν από την αρχή το ενδιαφέρον -γενικότερα- ενός δημάρχου και του γενικού γραμματέα του είτε οι προθέσεις τους είναι αγαθές (αφού η κατάσταση και λειτουργία του Ταμείου και οι ικανότητες και η ποιότητα των ανθρώπων που το υπηρετούν είναι ζητήματα ζωτικής σημασίας), είτε είναι υστερόβουλες. Στην τελευταία περίπτωση, οι λειτουργικοί μηχανισμοί ασφάλειας της Ταμειακής Υπηρεσίας και η ηθική ποιότητα των υπηρετούντων σ' αυτήν προσώπων εύλογο είναι να μελετηθούν και να αξιολογηθούν από τους διοικούντες το δήμο. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο Λ., με την έγκριση του δημάρχου Π. χρειάσθηκε να συμβουλευθεί έμπιστους ανθρώπους που υπηρετούσαν στο δήμο ... πριν αυτός διορισθεί γενικός γραμματέας και γνώριζαν εκ των έσω την κατάσταση. Τέτοιος ήταν ο μετέπειτα αποβιώσας, τότε δημοτικός σύμβουλος και αντιδήμαρχος Σ. Κ.. Αυτός (Κ.) υπήρξε στενότατος (αδελφικός) φίλος του Β. Π., μία φιλία που σφυρηλατήθηκε κατά τη νεότητά τους όταν άρχισαν την αθλητική τους δραστηριότητα όντας τα δύο από τα 4 μέλη της ομάδας … του αθλητικού σωματείου …. Στην πορεία συνδέθηκαν στενότατα και ο Β. Π. τον ενέταξε στο συνδυασμό του "…". Είχε εκλεγεί σε προηγούμενες εκλογές, εκλέχθηκε όμως επανειλημμένα και υπό την ηγεσία του Π. δημοτικός σύμβουλος και του ανατέθηκαν (από τον Π.) καίριες θέσεις αντιδημάρχου, καθώς και σημαντικά καθήκοντα στη δημοτική … . Υπήρξε λοιπόν όχι μόνο στενότατος προσωπικός φίλος του Β. Π. αλλά και βασικός συνεργάτης του στην αυτοδιοίκηση. Εξ αυτού ανέπτυξε, όπως είναι φυσικό, στενότατες σχέσεις και με το M. Λ., τον πλέον άμεσο και έμπιστο συνεργάτη του (φίλου του) Β. Π.. Ο Σ. Κ. γνώριζε τον Π. Σ. αρκετό καιρό, λόγω της κοινής τους αγάπης για τον αθλητικό σύλλογο "ΑΡΗΣ" Θεσσαλονίκης, αλλά και λόγω του ότι και οι δύο είχαν εξοχική κατοικία στο …, τη νευραλγική θέση του οποίου ως διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων στην Ταμειακή Υπηρεσία είχε ήδη επισημάνει ο γενικός γραμματέας Μ. Λ.. Ο Π. Σ. δεν ήταν ένας απλός και συνηθισμένος δημοτικός υπάλληλος. Ήταν προσωπικότητα με "προφίλ" πλούσιου και άνετου ανθρώπου. Παράλληλα με τα καθήκοντά του, ως υπαλλήλου του δήμου ..., είχε αναπτύξει, επ' ονόματι της συζύγου του, την οποία υποκαθιστούσε, μεγάλη δραστηριότητα και παρουσία στο χώρο της νυχτερινής διασκέδασης. Στα κέντρα διασκεδάσεως που εκμεταλλευόταν προσκαλούσε ακριβά ονόματα του πενταγράμμου και δεν ήταν λίγοι οι συνάδελφοί του που εργάζονταν (για τη συμπλήρωση των εισοδημάτων τους) σ' αυτά. Αργότερα τα επιχειρηματικά του ενδιαφέροντα επεκτάθηκαν και στον χώρο των κατασκευών αλλά και στο χώρο του αθλητισμού. Η παρουσία του στο δήμο ..., όπως είναι φυσικό, δεν περνούσε απαρατήρητη. Κατείχε και οδηγούσε ακριβά αυτοκίνητα και δεν έκρυβε τις δραστηριότητές του. Ήταν με λίγα λόγια "επώνυμος" στον κόσμο της νυκτερινής διασκέδασης και αναγνωρίσιμος στον υπαλληλικό και επαγγελματικό του χώρο. Ο ίδιος επιδίωξε να σχηματισθεί στο προσωπικό του δήμου ... η πεποίθηση ότι η επιχειρηματική του πρόοδος και η πολυτελής διαβίωσή του γενικότερα οφείλονται σε μεγάλη περιουσία που κληρονόμησε η σύζυγός του από τον πατέρα της. Μετά την εκλογή του Β. Π. στο αξίωμα του δημάρχου ... και την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Σ. ενδιαφέρθηκε να γνωρίσει το περιβάλλον του νέου δημάρχου και να σταθμίσει τις διαθέσεις του για τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικών υπηρεσιών του δήμου, ώστε να βεβαιωθεί αν μπορούσε να συνεχίσει να υπεξαιρεί χρήματα, όπως είχε αποφασίσει, χωρίς κίνδυνο να αποκαλυφθεί. Έτσι, τους πρώτους μήνες του 1999, με τη μεσολάβηση του γνωστού του, από τις προηγούμενες θητείες του ως δημοτικού συμβούλου, αλλά και επανεκλεγέντος στη θέση αυτή και διορισθέντος αντιδημάρχου Σ. Κ., συναντήθηκε με τον Μ. Λ., νέο γενικό γραμματέα του δήμου ... στο γραφείο του τελευταίου. Παρόντες στην πρώτη αυτή συνάντηση ήταν ακόμη οι Σ. Κ. και Κ. Ε., δημοτικός σύμβουλος στο προηγούμενο δημοτικό συμβούλιο, που δεν είχε επανεκλεγεί στις εκλογές του Οκτωβρίου 1998, ο οποίος είχε βρεθεί την ημέρα της συνάντησης τυχαία στο χώρο του δημαρχείου. Η συνάντηση αυτή, όπως διευκρινίζει ο Π. Σ., "έγινε με τη λογική ότι ο Παναγιώτης είναι παιδί δικό μας". Η ρήση αυτή δεν ήταν χωρίς ερείσματα. Συγκεκριμένα ο ίδιος ο Σ. είχε μεν, χωρίς επιτυχία, θέσει υποψηφιότητα το 1994 για να εκλεγεί εκπρόσωπος στην ομοσπονδία δημοτικών υπαλλήλων με την παράταξη της "…", που, αποτελούμενη κατά κανόνα από στελέχη και φίλους του "…", δεν δραστηριοποιείτο στον ίδιο ιδεολογικό χώρο με αυτόν στον οποίο εκινείτο η δημοτική παράταξη του δημάρχου Π., που εκινείτο στον ίδιο χώρο με τη …, έκτοτε όμως δεν είχε αναπτύξει κάποια συνδικαλιστική και γενικότερα πολιτική δράση. Αντίθετα η σύζυγός του, δραστηριοποιείτο πολιτικά στον ίδιο πολιτικό χώρο με την δημοτική παράταξη του τότε δημάρχου και μάλιστα είχε επί μακρό χρονικό διάστημα προσφέρει τις υπηρεσίες της στο πολιτικό γραφείο του τότε βουλευτή της … στη … Π. Ψ.. Ο Γενικός Γραμματέας, όπως προαναφέρθηκε, μόλις είχε ενημερωθεί για το μηχανισμό λειτουργίας της Ταμειακής Υπηρεσίας και έχοντας "ιδιοτελείς" προθέσεις, όπως εκ των μετέπειτα ενεργειών του καταδείχθηκε, επιχειρούσε να "γνωρίσει" και το ανθρώπινο υπαλληλικό δυναμικό της Υπηρεσίας αυτής. Αναζητούσε μία πηγή στις οικονομικές υπηρεσίες του δήμου, από την οποία ο επιτήδειος υπάλληλος θα μπορούσε να "εκταμιεύσει" κάποια ποσά με προβαλλόμενο πρόσχημα την οικονομική ενίσχυση της δημοτικής παράταξης του Β. Π. "…". Ως τέτοιον γρήγορα, μετά την πρώτη γνωριμία τους, εντόπισε το διαχειριστή των υπέρ τρίτων κρατήσεων, πρώτο κατηγορούμενο Π. Σ., η διαχείριση του οποίου προσφερόταν για το σκοπό αυτό, αφού όπως προαναφέρθηκε α) για τις αποδόσεις των υπέρ τρίτων κρατήσεων (κυρίως ασφαλιστικών εισφορών) χρησιμοποιούντο μετρητά από τις τακτοποιητέες εισπράξεις, β) η Ταμειακή Υπηρεσία δεν είχε ασφαλή ελεγκτικό μηχανισμό και γ) η διαχείριση των υπέρ τρίτων αποδόσεων εξαιρείτο από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το κυριότερο όμως ήταν η προσωπικότητά του εν λόγω διαχειριστή. Εκτιμήθηκε ότι ως άνθρωπος που δραστηριοποιείτο στο χώρο της νυχτερινής διασκέδασης οι ηθικές του αντιστάσεις θα ήταν μειωμένες σε μία πρόταση "συνεργασίας". Και στην εκτίμησή του αυτή ο γενικός γραμματέας δεν έπεσε έξω. Στις επόμενες, μετά την πρώτη, συναντήσεις έγιναν οι κατάλληλες βολιδοσκοπήσεις και στη συνέχεια ο Μ. Λ. συμφώνησε με τον Π. Σ. να υπεξαιρεί ο τελευταίος (να "εκταμιεύει", όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε) εξακολουθητικά και για αόριστο χρόνο μέρος των μετρητών που παραλάμβανε κατά τη διαχείρισή του από τις τακτοποητέες εισπράξεις για την πληρωμή των Ταμείων. Ως πρόσχημα για τις "εκταμιεύσεις" προβλήθηκε η ανάγκη της οικονομικής ενίσχυσης με αυτές της παράταξης του δημάρχου "…". Ο Π. Σ. γνωρίζοντας πολύ καλά τις αδυναμίες του συστήματος και έχοντας ήδη λάβει την απόφαση να συνεχίσει την υπεξαίρεση, που, όπως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον από του έτους 1997 διέπραττε σε βάρος του δήμου ..., του ανέπτυξε τις δυνατότητες που υπήρχαν για τέτοιου είδους, φυσικά παράνομες, "εκταμιεύσεις" στη διαχείρισή του, είχε δηλαδή, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος ανέφερε "την τεχνογνωσία", αλλά πρόβαλε κάποιες επιφυλάξεις μήπως ο τρόπος υπεξαίρεσης γινόταν αντιληπτός, από τον έλεγχο, ο οποίος ενόψει της νέας διοίκησης στο δήμο και κυρίως του νέου δημάρχου, που ήταν ο επικεφαλής της διοίκησης, υπήρχε πιθανότητα να διαφοροποιηθεί, από τα νέα πρόσωπα που ήταν ενδεχόμενο να τοποθετηθούν στην Ταμειακή υπηρεσία, είτε σε επίπεδο υπαλλήλων είτε σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού. Ο Μ. Λ. διασκέδασε τις ανησυχίες του και τον καθησύχασε, διαβεβαιώνοντάς τον ότι "αυτός ασκεί τη διοίκηση" στο Δήμο και υποσχέθηκε ότι μόνο "όσοι πρέπει να γνωρίζουν, θα γνωρίζουν", εννοώντας σαφώς ότι δεν πρόκειται ν' αλλάξει κάτι στη λειτουργία της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου και ότι ο δήμαρχος είναι εν γνώσει της καταστάσεως. Με τον τρόπο αυτό ενίσχυσε την ειλημμένη ήδη από τον Π. Σ. απόφαση για εξακολούθηση της υπεξαιρέσεως, παρέχοντάς του ψυχική συνδρομή στην κατ' εξακολούθηση τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης. Το αξιόπιστο της ως άνω υποσχέσεως του Λ. προς τον Σ. επιβεβαιώθηκε από την εν συνεχεία απρόσκοπτη δραστηριότητα του τελευταίου, που ανωτέρω περιγράφηκε. Στις συζητήσεις που είχαν οι Σ. και Λ. για τις "εκταμιεύσεις", συμφώνησαν ότι μερίδιο από αυτές θα έχουν και οι δύο πλευρές. Η συμφωνία στο ζήτημα αυτό τηρήθηκε, πλην δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί το ακριβές ποσοστό συμμετοχής της κάθε πλευράς στη "λεία", το οποίο πάντως ήταν μεγαλύτερο για την πλευρά του γενικού γραμματέα και του δημάρχου. Βεβαίως αρχικά ο Σ. είχε ελάχιστους ενδοιασμούς, ως προς την αξιοπιστία της υποσχέσεως του Λ., τον οποίο μόλις είχε γνωρίσει και δεν μπορούσε ανενδοίαστα να δώσει πίστη στις διαβεβαιώσεις του. Έτσι απευθύνθηκε στο Σ. Κ., που τον έφερε σε επαφή με το Λ., στον οποίο εξιστόρησε πλήρως την συζήτηση που είχε με το Γενικό Γραμματέα. Αυτός τον διαβεβαίωσε ότι δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο, προσφερόμενος μάλιστα να τον στηρίζει. Από το ανωτέρω γεγονός, αλλά και από άλλα περιστατικά που στη συνέχεια εκτίθενται, με ασφάλεια δημιουργείται η πεποίθηση ότι γνώστης όλων των σχεδιαζομένων ήταν και ο δήμαρχος Β. Π., "για την ενίσχυση της παράταξης" του οποίου άλλωστε θα γινόταν η σχετική εκταμίευση. Ο Σ. Κ. ήταν αδελφικός, όπως προαναφέρθηκε, φίλος του, ενώ ο Λ. ο εξ απορρήτων συνεργάτης του επί μακρό χρονικό διάστημα. Εν όψει της πραγματικότητας αυτής δεν φαίνεται λογικό κάποιος από τους Λ. και Κ. να γνωρίζει κάτι ή να προβαίνει σε ενέργειες σχετικές με τη διαχείριση των δημοτικών πραγμάτων και να μην έχει ενημερωθεί ο δήμαρχος Β. Π. και να μην έχει δώσει την έγκρισή του. Ο τελευταίος είχε ευθεία ενημέρωση για όλα τα ανωτέρω και όσα ακολούθησαν από τον ίδιο το γενικό του γραμματέα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι τόσο κατά την αρχική διεργασία των συζητήσεων, όσο και αργότερα κατά την εξέλιξη του σχεδίου ο ίδιος ο Π. δεν είχε άμεση επαφή ή οποιαδήποτε συζήτηση με το δράστη των υπεξαιρέσεων Π. Σ., σχετικά με την παράνομη αυτή δραστηριότητα. Η παραμονή του στο παρασκήνιο, δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας των όσων γίνονται, αλλά συνιστά μία συνειδητή επιλογή σχέσεως και συμπεριφοράς, παρότι γνωρίζει τις κινήσεις του γενικού γραμματέα, ώστε να δείχνει αποστασιοποιημένος από τέτοιου είδους πρακτικές. Ενδεικτική και χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε ο Μ. Λ. στο εύλογο ερώτημα του Π. Σ. "τι γνωρίζει ο Δήμαρχος;". Όπως αναφέρει επί λέξει ο Σ. "ο Γενικός μου απαντάει ότι ο Δήμαρχος δεν θέλει να γνωρίζει από πού προέρχονται τα χρήματα, αν προέρχονται από χορηγούς ή από αλλού", διαβεβαίωσε δηλαδή το Σ. ότι χρήματα από τα υπεξαιρεθέντα λαμβάνει και ο δήμαρχος, τρίτος κατηγορούμενος Β. Π.. Το νόημα της φράσης αυτής συνάδει με την προσποιητή στάση άγνοιας που κρατούσε ο κατηγορούμενος Β. Π.. Στην πραγματικότητα, όμως, λόγω των πολύ στενών σχέσεών του με το γενικό του γραμματέα, ο τελευταίος δεν ενεργούσε χωρίς τη γνώση και συγκατάθεσή του, όπως και κατωτέρω θα εκτεθεί λεπτομερέστερα, αλλ' αυτός (Π.) γνώριζε και αποδεχόταν τα πάντα, άφηνε όμως την εκτέλεσή τους στο δεξί του χέρι, το γενικό γραμματέα, ώστε να μη μπορεί να κατηγορηθεί. Έτσι ο Β. Π. παρά το ότι είχε, υπό την ιδιότητα του δημάρχου, σύμφωνα με τις διατάξεις που στη συνέχεια θα αναφερθούν, τη νομική υποχρέωση, να προστατεύει την δημοτική περιουσία, ως προϊστάμενος δε των υπαλλήλων του δήμου ..., το καθήκον ελέγχου τους, προς αποφυγή καταχρήσεων και επίτευξη της υποχρεώσεώς του για προστασία της δημοτικής περιουσίας, παρέλειψε ηθελημένα, να διατάξει οποιοδήποτε έλεγχο στον τρόπο λειτουργίας της Ταμειακής Υπηρεσίας του δήμου ..., του οποίου προΐστατο, παρέχοντας έτσι συνδρομή στον Π. Σ. για την υπεξαίρεση που αυτός διέπραξε, αποδεχόμενος την αξιόποινη αυτή πράξη του τελευταίου, αφού όπως προαναφέρθηκε λάμβανε μέρος των υπεξαιρεθέντων. Κατά τις συζητήσεις μεταξύ Π. Σ. και Μ. Λ. προσδιορίσθηκε και ο τρόπος δράσης του πρώτου με περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά και ο τρόπος που θα γινόταν "η ενίσχυση της …". Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι οι "εκταμιεύσεις" θα καλύπτονταν με πλαστά παραστατικά, που θα κατασκεύαζε ο Π. Σ., ενώ το προϊόν των εκταμιεύσεων θα παραδινόταν από τον Π. Σ. στο Μ. Λ. σε τακτικά διαστήματα. Έτσι συνέχισε ο Π. Σ. τις υπεξαιρέσεις του και μετά την 1.1.1999 μέχρι και το τέλος του 2007, παραδίνοντας παράλληλα (όπως είχε προσυμφωνηθεί) σημαντικό μέρος από τα κάθε φορά υπεξαιρούμενα ποσά, μετά την ολοκλήρωση της πράξης, σε τακτά διαστήματα στον Μ. Λ. και ο τελευταίος ακολούθως μέρος αυτών που λάμβανε στον τρίτο κατηγορούμενο Β. Π.. Ο Λ. αρχικά τα παραδοθέντα κατέθετε σε κοινό με τον Β. Π. τραπεζικό λογαριασμό, που ο ίδιος, με την έγκριση του Π., όπως ο τελευταίος ομολόγησε κατά την απολογία του, άνοιξε. Στη συνέχεια παρέδινε μέρος από αυτά που του παρέδιδε ο Σ. στο δήμαρχο Β. Π.. Η διανομή του μερίσματος μεταξύ των δύο ανδρών (Π. και Λ.) φυσικά γινόταν μυστικά σε κατ' ιδίαν συναντήσεις τους, χωρίς να έχουν προκύψει τα μεγέθη της μεταξύ τους ποσόστωσης. Άλλωστε δεν θεωρείται σύνηθες το φαινόμενο, οι συμμετέχοντες σε παράνομες δραστηριότητες να κοινολογούν τον τρόπο δράσεώς τους και κυρίως τον προορισμό των ωφελημάτων. Για όλα αυτά περί των συναντήσεων των δύο πρώτων κατηγορουμένων και της συμφωνίας τους για τις "εκταμιεύσεις" που θα πραγματοποιούσε ο πρώτος εξ αυτών Π. Σ., πειστική είναι η απολογία του τελευταίου (Π. Σ.), ο οποίος ομολόγησε την πράξη του τόσο ενώπιον του παρόντος, όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και στην προδικασία. Η πλειοψηφία του δικαστηρίου για το σχηματισμό της βασικής αυτής κρίσεώς της δεν στηρίχθηκε όμως αποκλειστικά και μόνο στην απολογία του κατηγορουμένου Π. Σ., αλλά συνδυαστικά τόσο στην απολογία αυτού, όσο και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και ενδείξεις), τα οποία επιβεβαιώνουν στα βασικότερα σημεία την απολογία αυτού έτσι ώστε να μη παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 211Α ΚΠΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι λοιποί κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα: 1) Σημαντικό στοιχείο, ενισχυτικό της πειστικότητος των όσων ομολόγησε ο Σ. αποτελεί η ύπαρξη του κοινού λογαριασμού υπ' αριθ. ... στην Τράπεζα Κύπρου μεταξύ των Μ. Λ. και Β. Π.. Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε από το Μ. Λ., με τη συναίνεση και έγκριση του Π., όπως προαναφέρθηκε, την 23.8.1999, δηλαδή λίγους μήνες μετά τη συμφωνία του με το Σ. για τις "εκταμιεύσεις" προς ενίσχυση της … . Όπως προκύπτει από το αντίγραφο κινήσεώς του που αναγνώστηκε στο ακροατήριο άρχισε να κινείται με πρώτη κατάθεση από το Μ. Λ. την 23.9.1999 ποσού 5.000.000 δρχ. Ακολούθησαν καταθέσεις την 16.12.1999 άλλων 5.000.000 δρχ., την 21.12.1999 άλλων 15.000.000 δρχ., την 11.2.2000 άλλων 8.000.000 δρχ., την 31.5.2000 άλλων 15.000.000 δρχ., την 2.11.2000 3.000.000 δρχ., την 14.12.2000 15.000.000 δρχ., την 15.5.2001 5.000.000 δρχ., την 6.8.2001 12.500.000 δρχ. και την 13.8.2001 η τελευταία κατάθεση 5.000.000 δρχ. Συνολικά έγιναν καταθέσεις ύψους 88.500.000 δρχ. (259.791 ευρώ). Η χρονική συχνότητα και τα σύνολα των ποσών των καταθέσεων μαρτυρούν καταφανώς ότι τα κατατιθέμενα προέρχονται από κάποια πηγή που παραδίδει στο Μ. Λ. μεγάλες χρηματικές ποσότητες κατά διαστήματα. Η πηγή αυτή ήταν ο Π. Σ.. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι στο λογαριασμό αυτό ο Μ. Λ., ενεργώντας και για τον συνδικαιούχο Β. Π. που ήταν πάντοτε ενήμερος των κινήσεών του, κατέθετε ένα μέρος από τα χρηματικά ποσά που του παρέδιδε σε τακτική βάση ο Π. Σ., όπως είχαν συνεννοηθεί. Εν τω μεταξύ έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες αναλήψεις και συγκεκριμένα την 2.3.2000 ποσό δρχ. που αντιστοιχεί σε 2.934,7 ευρώ, την 21.3.2000 ποσό δρχ. που αντιστοιχεί σε 6.749,892 ευρώ, την 5.4.2000 ποσό σε δρχ. που αντιστοιχεί σε 32.281,73 ευρώ, την 2.5.2000 ποσό σε δρχ. που αντιστοιχεί σε 53.220,84 ευρώ, την 7.7.2000 ποσό σε δρχ. που αντιστοιχεί σε 20.542,92 ευρώ, την 13.7.2001 ποσό σε δρχ. που αντιστοιχεί σε 88.041,09 ευρώ και την 9.8.2001 ποσό σε δρχ. που αντιστοιχεί σε 14.673,51 ευρώ. Έγιναν δηλαδή συνολικά αναλήψεις που αντιστοιχούν σε 218.444,68 ευρώ. Έκτοτε ο λογαριασμός έμεινε στην ουσία ανενεργός, με μόνες κινήσεις τις καταχωρήσεις των τόκων. Εν τέλει έκλεισε στις 29.8.06 με υπόλοιπο 48.993,78 ευρώ και με αιτιολογία "μεταφορά σε άλλο λογαριασμό". Ο "άλλος" αυτός λογαριασμός με αριθμό ... με δικαιούχους τον Β. Π. (Δήμαρχο) και τον Δ. Γ. (Αντιδήμαρχο Πολιτισμού) ανοίγει στις 29.8.06 με ποσό κατάθεσης 48.993,78 ευρώ, όσο ακριβώς και το υπόλοιπο του με αρ. ... λογαριασμού, και κλείνει στις 28.8.
- Αυτός, ο τελευταίος είναι πράγματι ο επίσημος λογαριασμός της δημοτικής παράταξης "...", πλην όμως το υπόλοιπο που αποτέλεσε την εναρκτήρια κατάθεσή του (48.993,78 ευρώ) αποτέλεσε μέρος του προϊόντος των ποσών που παρέδινε κατά τα προαναφερόμενα ο Π. Σ. στον Μ. Λ.. Οι κατηγορούμενοι Β. Π. και Μ. Λ. ισχυρίσθηκαν ότι τα ποσά που κατατέθηκαν στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της τράπεζας Κύπρου είχαν πηγή προελεύσεως τις χρηματικές καταβολές των υποψηφίων του συνδυασμού κατά τις εκλογές του 1998 και ποσοστά από τις αντιμισθίες όσων εκλεγέντων κατά τις εκλογές συμβούλων διορίσθηκαν σε θέσεις αντιδημάρχων ή άλλες αμειβόμενες θέσεις στο δήμο ..., καθώς και την αντιμισθία του πρώτου εξ αυτών ως δημάρχου, η οποία μέχρι το 2003 διατίθετο εξ ολοκλήρου για τις ανάγκες του συνδυασμού. Η δικαιολογία αυτή των κατηγορουμένων δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Κάποιο βιβλίο που τηρήθηκε για τη συλλογή και είσπραξη τόσο μεγάλων χορηγιών ή κάποιο έγγραφο παραστατικό για τις αιτίες που δαπανήθηκαν όσα ποσά αναλήφθηκαν τμηματικά στις προαναφερόμενες ημερομηνίες, αφού τέτοιο δεν προσκομίσθηκε , ώστε να αναγνωσθεί. Αντίθετα υπέρ του αβασίμου του ισχυρισμού αυτού των κατηγορουμένων και της βασιμότητας της κρίσης ότι τα χρήματα αποτελούσαν προϊόν της υπεξαίρεσης που διέπραττε σε βάρος του δήμου ..., ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Σ., συνηγορούν αρκετά στοιχεία. Ειδικότερα: α) Δεν φαίνεται λογική ενέργεια το άνοιγμα παραταξιακού λογαριασμού δέκα μήνες μετά τις δημοτικές εκλογές και η απενεργοποίησή του δέκα πέντε μήνες πριν από τις επόμενες δημοτικές εκλογές, λαμβανομένου υπόψη ότι οι μεγάλες ανάγκες των εκλογικών συνδυασμών σε χρηματοδότηση για τις εκλογικές δαπάνες, εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και αμέσως μετά τις εκλογές για την εκκαθάριση των σχετικών υποχρεώσεων και όχι στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα. β) Παραμονές των δημοτικών εκλογών του 2002 το κόμμα της … κατέθεσε χορηγία 115.000 ευρώ υπέρ του συνδυασμού της "...". Η κατάθεση όμως του εν λόγω ποσού δεν έγινε στον λογαριασμό αυτό αλλά στον απ' αριθ. ... ατομικό λογαριασμό του Μ. Λ. στην Εθνική Τράπεζα. Ειδικότερα η κατάθεση έγινε στις 9.10.2002 με το υπ' αριθ. ... γραμμάτιο είσπραξης, στο οποίο αναγράφεται: "Η κατάθεση έγινε από τη ...", Αιτιολογία: "Σε πίστωση του λογαριασμού ...", "Ισότιμο σε δρχ. 39.186.250", "Ονοματεπώνυμο Δικαιούχου: Λ. Μ., Π. Β.". Η δικαιολογία ότι, λόγω του κατεπείγοντος, η ... ζήτησε διαθέσιμο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας, στην οποία και η ίδια διέθετε το λογαριασμό, από τον οποίο διατέθηκε το ποσό, ώστε η διακίνηση του ποσού να γίνει ενδοτραπεζικά και όχι διατραπεζικά δεν φαίνεται πειστική. Θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει πιστευτή η δικαιολογία αν τα κατατεθέντα στον προσωπικό λογαριασμό του Λ., για τον ανωτέρω προβαλλόμενο λόγο είχαν στη συνέχεια κατατεθεί στον επίμαχο λογαριασμό που προβάλλεται ως λογαριασμός της δημοτικής παράταξης. γ) Από τις υπεύθυνες δηλώσεις δημοτικών συμβούλων της παράταξης, αλλά και διαφόρων τρίτων που προσκομίσθηκαν από τους κατηγορουμένους και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προκύπτει όχι οι πρώτοι εξακολούθησαν να αποδίδουν ποσοστό της αμοιβής που λάμβαναν από το δήμο υπέρ της δημοτικής παράταξης μέχρι και το τέλος του 2003, ενώ οι δεύτεροι μέχρι την ίδια καταληκτική ημερομηνία κατέβαλλαν ποσά για κουπόνια που αγόρασαν προς ενίσχυση της παράταξης "...", πλην όμως αντίστοιχες καταθέσεις στον επίμαχο λογαριασμό δεν εμφανίζονται, αφού αυτός, όπως προαναφέρθηκε κατέστη στην ουσία ανενεργός μετά τον Αύγουστο του
- δ) Ο μάρτυρας Σ. κατέθεσε ότι οι δημοτικοί σύμβουλοι αμείβονταν, όσοι ήταν αμειβόμενοι για τις υπηρεσίες τους στο δήμο, ανά τρίμηνο, ενώ οι αντιδήμαρχοι κάθε μήνα. Όμως οι καταθέσεις στο λογαριασμό, όπως ανωτέρω καταγράφονται δεν συμπίπτουν με τα χρονικά αυτά διαστήματα. ε) Ο προταθείς από το Λ. ως μάρτυρας υπερασπίσεως Ν. Τ., εκλεγείς δημοτικός σύμβουλος κατά τις εκλογές του 1998 και του 2002, αναφέρει στην κατάθεσή του ότι είχαν οριστεί δημοτικοί σύμβουλοι, οι οποίοι παρακολουθούσαν τα χρήματα της παράταξης και σχετική επιτροπή του συνδυασμού για παρακολούθηση της κίνησης των κουπουνιών, ενώ τον επίμαχο λογαριασμό τον διακινούσε αποκλειστικά ο Λ., με την έγκριση μόνου του Π.. Ο ίδιος μάρτυρας, έμπειρος στα εκλογικά δρώμενα των δημοτικών εκλογών, αφού από παλαιότερα χρόνια εκλεγόταν δημοτικός σύμβουλος στο δήμο ..., κατέθεσε για το λογαριασμό αυτό χαρακτηριστικά "δεν έχω εξήγηση γιατί άνοιξε ο λογαριασμός τον Αύγουστο του 1999". στ) Ο Μ. Λ., απολογούμενος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποστήριξε ότι το 2002 με εντολή του δημάρχου Β. Π. επένδυσε στο Χρηματιστήριο, σε δικό του κωδικό, το σύνολο των αναληφθέντων ( σε 210.000 ευρώ τα προσδιορίζει), επιδιώκοντας την επαύξηση της περιουσίας της "…", αλλά λόγω της κατάρρευσης του Χρηματιστηρίου τα χρήματα εν τέλει απωλέσθησαν. Συγκεκριμένα, είπε: "Το έτος 2002, με εντολή του Δημάρχου Π., επενδύω τα 210.000 ευρώ, που υπάρχουν στο λογαριασμό της "..." από εισφορές των μελών της, στο Χρηματιστήριο. Το Χρηματιστήριο, όμως, καταρρέει". Οι χρόνοι ωστόσο και το σταδιακό των αναλήψεων (από 2.3.2000 έως 9.8.2001), διαφορετικό χρόνο αναλήψεων καταδεικνύουν. Αντίθετα, ο Β. Π., ερωτηθείς για το ίδιο ζήτημα, έδωσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τις εξής απαντήσεις. Κατ' αρχήν είπε: "Ερωτώμαι γιατί ανοίχτηκε λογαριασμός για τις ανάγκες της παράταξης τον Αύγουστο του 1999, ήτοι ένα χρόνο μετά τις εκλογές, ενώ φυσιολογικά οι σχετικοί λογαριασμοί ανοίγονται πριν τις εκλογές και για τις συνεχείς καταθέσεις που έμπαιναν στο λογαριασμό αυτό, δεδομένου ότι ο Σ. αναφέρει ότι τα υπεξαιρεθέντα πήγαιναν για την παράταξη και απαντώ τα εξής: ... Υπάρχει ανάγκη δημιουργίας τέτοιου λογαριασμού για την παράταξη, διότι και μετά τις εκλογές παίρνουμε το 10% των αμοιβών των συμβούλων, που πρέπει κάπου να κατατίθεται. Εμείς είχαμε και την συμβολή του Δημάρχου στην παράταξη, που πρέπει να κατατίθεται κάπου κι αυτή. Αλλά το κυριότερο, που είχαμε, ήταν τα κουπόνια. Στις εκλογές του Οκτωβρίου του 1998, βγάζουμε κουπόνια και παίρνουν κάποια φίλοι και συγγενείς, για να τα πουλήσουν.." Και συμπλήρωσε: "... Έτσι, μέσα στο έτος 1999, υπάρχει το 10% των δημοτικών συμβούλων, η συμβολή του Δημάρχου και τα χρή