← Ελλάδα

ΑΠ 479/2013 — Ψευδής καταμήνυση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 479 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ψευδής καταμήνυση. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 479/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσονάκα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4298/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, καθώς και στο από 16 Ιανουαρίου 2013 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 808/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 20-1-2012 (με αριθ. πρωτ. 1/2012) αναίρεση του Κ. Π. και οι από 16-1-2013 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθ. 4298/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη στις 17-11-2005 εν γνώσει του καταμήνυσε τον αστυνομικό Μ. Ε., ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης εκ προθέσεως σε βάρος του με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα υπέβαλε στο ΑΤ Θεσσαλονίκης την από 17-11-2005 έγκλησή του κατά του εγκαλούντος Ε. Μ. Υπαστυνόμου Β' και Διευθυντού του ΑΤ ... με την οποία κατήγγειλε αυτόν, ότι όταν ο κατηγορούμενος στις 16-11-2005 πήγε στο γραφείο του στο ΑΤ ..., για να παραπονεθεί και να απαιτήσει τη διαγραφή μιας κλήσης για τροχονομική παράβαση σε βάρος του γιου του Σ. Π., ο αστυνομικός-εγκαλών του είπε "φύγε, δε σε θέλω πια" και αμέσως τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του να πέσει στον τοίχο και να χτυπήσει το κεφάλι του, προκαλώντας του απλή σωματική βλάβη. Όμως το καταγγελλόμενο αυτό δια της παραπάνω έγκλησής του γεγονός ήταν ψευδές, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών του απεύθυνε την ως άνω φράση, αλλ' ούτε και αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών έσπρωξε τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να πέσει αυτός στον τοίχο του ΑΤ και να χτυπήσει το κεφάλι του, ως ψευδώς αναφέρει στη μαρτυρία του, δεδομένου ότι και η Ιατροδικαστής Ε. Ζ. που εξέτασε τον κατηγορούμενο μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε από 16-11-2005 έως 18-11-2005 αιτιούμενος ζάλη, κεφαλαλγία, και συγκεκριμένα την 22-11-2005, διαπίστωσε ότι αυτός δε φέρει κακώσεις σώματος. Ο κατηγορούμενος με την εν γνώση του ψευδή εναντίον του ως άνω αστυνομικού εγκαλούντος ψευδή και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα καταμήνυση, που έγινε υπ' αυτού για λόγους εκδίκησης, επειδή ο αστυνόμος δεν του ακύρωσε την τροχονομική παράβαση του γιου του, είχε σκοπό να κινηθεί σε βάρος του ήδη εγκαλούντος πειθαρχική, αλλά και ποινική δίωξη πλην όμως η έγκλησή του απορρίφθηκε αμετάκλητα με τις υπ' αριθμ. 82/2006 και 288/2006 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και Εισαγγελέα Εφετών αντίστοιχα, η δε διενεργηθείσα σε βάρος του εγκαλούντα προφορική διοικητική εξέταση (ΠΔΕ) κατέληξε στη μη πειθαρχική του δίωξη και έκρινε ότι έπρεπε η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με δύο επιστολές του με ημερομηνία 28-11-2005 που απέστειλε στο ΑΤ ..., του περιεχομένου των οποίων έλαβαν γνώση πολλοί αστυνομικοί συνάδελφοι του εγκαλούντα αποκαλούσε αυτόν (εγκαλούντα) μεταξύ των άλλων και "Διοικητή Μαϊμού" προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή του, ενώ (προέβαινε και σε διάφορες ψευδείς και ακατάληπτες σε βάρος του καταγγελίες. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις ψευδούς καταμήνυσης και της εξύβρισης και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα

(12)μηνών και δεκαπέντε
(15)ημερών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε
(5)ευρώ ημερησίως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 229 παρ.1 και 361 του ΠΚ, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, χωρίς να είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης να αναφέρεται ειδικότερα και ποιο ήταν το αληθές, αλλά και σε κάθε περίπτωση εν προκειμένω τούτο (το αληθές) προκύπτει σαφώς από την ίδια τη διατύπωση του ψευδούς. Επομένως, η αιτίαση την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας επειδή στο σκεπτικό αναφέρεται το ψευδές, αλλά δεν αναφέρεται το αληθές είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Περαιτέρω η αιτίαση την οποία προβάλλει με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι δεν προκύπτει η ανάγνωση της Ιατροδικαστικής έκθεσης της Ζ. Ε., καθώς και ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης δε γίνεται μνεία της με αριθμ. 2445/2005 βεβαίωσης ΑΧΕΠΑ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, ρητώς αναφέρεται στους αριθμούς 7 και 8 αντίστοιχα, η ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων, ενώ η διατυπωμένη από τον αναιρεσείοντα αμφιβολία περί της υπάρξεως μιας και μόνης Ιατροδικαστικής εκθέσεως ή και άλλης είναι αβάσιμη εφόσον αυτή ανεγνώσθη και είχε ως εκ τούτου τη δυνατότητα να προβεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ σε παρατηρήσεις και δηλώσεις. Ενώ, όσον αφορά το έγγραφο ΑΧΕΠΑ, το οποίο, κατά τα άνω, αναγνώσθηκε, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αναφορά στο σκεπτικό και του συγκεκριμένου εγγράφου, αφού στο προοίμιο αυτού (σκεπτικού), γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης. Τέλος η αιτίαση που προβάλλεται με τους δύο πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας γιατί το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί ορθά τις αποδείξεις, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ήταν ψευδές είναι απαράδεκτη γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 16-1-2013 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Ιανουαρίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτ. 1/2012) αίτηση του Κ. Π., μετά των από 16-1-2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4298/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.