Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 480 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει για το ορισμένο της τι περί διαρρήξεως αγωγή περιλαμβάνεται και το ποσό των απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ΄ άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύονται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφές και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αριθμός 480/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Β. του Α. και 2) Γ. Β. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Β. συζύγου Σ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 206/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 13/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι, έτσι, θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση (Α.Π. 1798/2007 Ελλ.Δνη 49.177). Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει για το ορισμένο της η περί διαρρήξεως αγωγή περιλαμβάνεται και το ποσό της απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη επέρχεται κατά τόσο μόνον, καθόσον ζημιώνεται ο δανειστής, η εξεύρεση δε του μέρους αυτού εξαρτάται από τη σχέση των προαναφερόμενων ποσών (Α.Π. 1677/2008 Ελλ.Δνη 50.1058). Αν ο τρίτος, προς τον οποίο η απαλλοτρίωση, είναι, μεταξύ άλλων, συγγενής του οφειλέτη σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό, τεκμαίρεται ότι γνώριζε, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς αυτόν προς βλάβη των δανειστών του (Α.Π. 207/2007 Ελλ.Δνη 49.177). Το τεκμήριο όμως αυτό είναι μαχητό, μπορεί δηλαδή να ανατραπεί αν ο ως άνω συγγενής ισχυριστεί και αποδείξει ότι δεν γνώριζε ότι ο απαλλοτριώσας προέβη στην απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών του, και δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου: Αστικός Κώδιξ κατ' άρθρο Ερμηνεία, άρθρα 941-942, σελ. 863, αριθ. 4 και 5, Καυκά: Ενοχ. Δικ., έκδοση έβδομη, άρθρα 939-942 παρ. 4, σελ. 961). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 325, 326 και 1106 Α.Κ. προκύπτει, ότι ο νομέας, εφόσον ενάγεται προς απόδοση του πράγματος, δεν έχει το δικαίωμα επίσχεσής του, αν το απέκτησε με παράνομη πράξη που έγινε με πρόθεση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνεια του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει, έτσι, σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.Α.Π. 33/2005, Ολ.Α.Π. 7/2002, Ολ.Α.Π. 8/2001). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) και ο πρώτος των εναγομένων (και ήδη αναιρεσειόντων) είχαν τελέσει γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πόλη Λάουφ της Γερμανίας, στις 13.2.
- Με την υπ' αριθμ. 15/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που κατέστη αμετάκλητη, λύθηκε ο εν λόγω γάμος. Η ενάγουσα ήγειρε την από 24-3-2003 αγωγή για αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και με την υπ' αριθμ. 49/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που κατέστη αμετάκλητη (βλ. το υπ' αριθμ. 110/10-10-2005 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας), έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή, αναγνωρίσθηκε, ότι ο πρώτος των εναγομένων οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 127.076 ευρώ και 89 λεπτά, υποχρεώθηκε να καταβάλει 110.051 ευρώ και 35 λεπτά και κηρύχθηκε η εν λόγω απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ. Κατά το χρόνο εκδόσεως της ως άνω 49/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ο πρώτος των εναγομένων ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 3.000 τ.μ, κειμένου στη θέση Δρίζα της κοινότητας Καστριού, το οποίο είχε ήδη κατασχεθεί συντηρητικά, ύστερα από την από 25-4-2003 αίτηση της ενάγουσας, μέχρι του ποσού των 290.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 206/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Μετέπειτα το εν λόγω ακίνητο κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ' αρ. .../19-4-2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ..., με επίσπευση της ενάγουσας προς ικανοποίηση της ανωτέρω απαίτησης της σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ποσού 40.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ήτοι του ποσού κατά το οποίο η υπ' αρ. 49/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας κατέστη προσωρινά εκτελεστή, και ορίσθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτού στην Ηγουμενίτσα, για την 14-6-2006 με τιμή για το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου το ποσό των 45.000 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 30.000 ευρώ. Ο πλειστηριασμός αυτός ύστερα από αίτηση του πρώτου εναγομένου κατ' εφαρμογή του άρθρου 1000 Κ.Πολ.Δ., ανεστάλη και εν τέλει πραγματοποιήθηκε στις 21-3-2007, όπου το ανωτέρω ακίνητο κατακυρώθηκε, αντί πλειστηριάσματος, ποσού 80.150 ευρώ, στη θυγατέρα της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου. Με βάση τον .../24-4-2007 Πίνακα Κατάταξης της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ανάληψης Ταγκατίδου, στο πλειστηρίασμα, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, κατατάχθηκε η ενάγουσα για το ποσό των 76.606,80 ευρώ. Επίσης ο πρώτος των εναγόντων ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 163,10 τ.μ κειμένου στη ... Ηγουμενίτσας, στο Ο.Τ ..., μετά της επ' αυτού οικίας εμβαδού 40 τ.μ. Του ακινήτου αυτού ο πρώτος εναγόμενος κατέστη συγκύριος, δυνάμει της υπ' αρ. .../11-11-2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγορίου Βασίλειου, νόμιμα μεταγραμμένης στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας στον τ. ... και με αρ. 83, κατόπιν εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου του πατέρα του Α. Β. και κατά ποσοστό 8,33% της μητέρας του Ε.. Το ακίνητο αυτό ο πρώτος εναγόμενος, την 1-11-2005, πώλησε και μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο, αδελφό του, δυνάμει του υπ' αρ. .../1-11-2005 συμβολαίου αγοροπωλησίας του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγορίου Βασιλείου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας στον τ. ... και με αρ. 615, αντί συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος ποσού 12.795,
- Εκ του τιμήματος αυτού ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε ποσό 10.000 ευρώ (βλ. την από 19-7-2006 απόδειξη της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ...), προκειμένου να επιτύχει την προαναφερθείσα αναστολή πλειστηριασμού επί του ως άνω ακινήτου, που έλαβε χώρα με βάση την υπ' αρ. .../19-4-2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας .... Το μεταβιβασθέν ως άνω οικόπεδο αποτελούσε, και κατά το χρόνο της μεταβίβασης (1-11-2005) και κατά την έγερση της αγωγής (22-11-2000), το μοναδικό εμφανές περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου. Κατά την προεκτίμηση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., η αξία του επιδίκου ανερχόταν κατά τον χρόνο μεταβίβασής του σε 12.795,39 ευρώ, κατά δε τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, η συνολική πραγματική αξία του ήταν κατώτερη της απαιτήσεως της ενάγουσας (127.076,89 -76.606,80 - 10.000 =) 41.470,09 ευρώ. Η επιδότηση, ύψους 16.660,18 ευρώ, που έλαβε η ενάγουσα από την απόσυρση του σκάφους "ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ 135". ιδιοκτησίας της, από τη Διεύθυνση Αλιείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσπρωτίας, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στις ανωτέρω καταβολές του πρώτου εναγομένου, προς εξόφληση της οφειλής του, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, διότι σύμφωνα με την υπ' αρ. 49/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το ήμισυ της επιδότησης, ήτοι 8.330 ευρώ, αποτελεί μέρος του ποσού των 127.076,8 ευρώ που αναγνωρίσθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος της οφείλει. Του ότι ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε προς τον δεύτερο το ως άνω μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο με σκοπό ματαίωσης της απαίτησης της ενάγουσας 41.470,09 ευρώ και εν γνώσει του δεύτερου εναγομένου, προκύπτει από το ως άνω αποδεικτικό υλικό και ιδία: α) Από τη ρητή κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Χ. Β., υιού της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, που καταθέτει, ότι ο δεύτερος των εναγομένων γνώριζε τη δικαστική διαμάχη των γονιών του για τα αποκτήματα και ο πρώτος των εναγομένων πώλησε το εν λόγω ακίνητο, για να ματαιώσει την απαίτηση της ενάγουσας, ενώ ο δεύτερος για να τον βοηθήσει σ' αυτό, ενώ η μάρτυρας των εναγομένων Ε. Β., θυγατέρα της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου δεν λαμβάνει σαφή θέση επ' αυτών των θεμάτων και καταθέτει σε σχετική ερώτηση εάν ο θείος της (δεύτερος των εναγομένων) γνώριζε τις οφειλές του πατέρα της καταθέτει με ασάφεια, "δεν γνώριζε, ξέρω ότι ήξερε τα προβλήματα που είχαν για τα διαζύγια... ήξερε ότι ήταν στα δικαστήρια και συνέχεια έκανε μηνύσεις η μαμά στον μπαμπά ... . Δεν νομίζω ότι γνώριζε μέχρι τότε τι ακριβώς συνέβαινε", β) Εκ του ότι με την από 6-3-2003 αγωγή του ο δεύτερος των εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας είχε επιδιώξει να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 58/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας με το αιτιολογικό, ότι "η άσκηση της ένδικης αγωγής υποδηλώνει μεθόδευση εικονικής δίκης μεταξύ των διαδίκων της κύριας ένδικης αγωγής (νυν εναγομένων), ενόψει της ασκήσεως της περί αποκτημάτων αγωγής της παρεμβαίνουσας (ενάγουσας) κατά του εναγομένου (πρώτου εναγομένου) με σκοπό την περιγραφή - καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της τελευταίας" και γ) Από τη στενή συγγενική σχέση μεταξύ των εναγομένων και τη μεταξύ τούτων κοινή αντιμετώπιση περιουσιακών στοιχείων (αποδοχή κληρονομιάς κλπ), γεγονότα που δεν δικαιολογεί άγνοια του δεύτερου εναγομένου σχετικά με την περιουσιακή και προσωπική κατάσταση του πρώτου τούτων. Επίσης από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι όντως ο δεύτερος των εναγομένων επί του επίδικου ακινήτου άρχισε την ανέγερση τριώροφης οικοδομής δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2006 άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Χωροταξίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσπρωτίας και δαπάνησε το ποσό των 89.000 ευρώ. Ενόψει όμως του ότι ήταν κακής πίστεως νομέας κατά το χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σ' αυτόν το 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον εν γνώσει του συμμετείχε στις ως άνω καταδολιευτικές ενέργειες του πρώτου εναγομένου, δεν δικαιούται να αξιώσει τις εν λόγω δαπάνες, σύμφωνα με τα άρθρα 326 και 1106 εδ. β του Α.Κ σε συνδυασμό με το άρθρο 397 ΠΚ και, συνεπώς, η προτεινόμενη από αυτόν ένσταση επίσχεσης του επίδικου ακινήτου είναι απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διαρρήξεως της δικαιοπραξίας αγοραπωλησίας, που καταρτίσθηκε με το .../1-11-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγορίου Βασιλείου, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 325, 326 και 1106 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία ή να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις αυτές, και, συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, η ένσταση από την Α.Κ. 281, που οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) πρόβαλαν με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό και νόμιμα επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης (με αριθμό 5) και συγκεκριμένα, ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) είναι καταχρηστική αφού αυτή επιδιώκει να εξαντλήσει την είσπραξη ακόμη και του τελευταίου ευρώ της απαίτησής της, την ώρα που γνώριζε αφενός ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι οικονομικά εξασθενημένος στο έπακρο, ζώντας με επίδομα απορίας από τη ΝΑ Θεσπρωτίας χωρίς περιουσία και εισοδήματα, ασθενής και ανήμπορος να εργαστεί για να δημιουργήσει, ανίκανος για εργασία λόγω αναπηρίας σε ποσοστό 67%, όταν η ίδια έχει εισπράξει από την απαίτησή της ποσό που πλησιάζει τα 115.000 ευρώ και η απομένουσα απαίτησή της ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ περίπου και η αξία του 1/3 του ακινήτου με τις επωφελείς δαπάνες στις οποίες έχει (ο δεύτερος) προβεί ανέρχεται σε 25.000-30.000 ευρώ περίπου, και ότι, αν και μπορούσε να προβεί στη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης νωρίτερα, δολίως δεν το έπραξε, καθώς επιθυμούσε προφανώς να προβεί πρώτα ο δεύτερος εξ αυτών στην ανέγερση της οικοδομής και μετά να ασκήσει την αγωγή της για να έχει μεγαλύτερο μέσο πίεσης, αφού από την διενέργεια της εν λόγω αγοραπωλησίας έχει παρέλθει χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο έτη και, συνεπώς, εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν πρόκειται να προβεί στη διάρρηξη του εν λόγω συμβολαίου, με αποτέλεσμα ο δεύτερος εξ αυτών να έχει προβεί ήδη στην ανέγερση οικοδομής καλόπιστα από ειλικρινή πρόθεση επίλυσης του στεγαστικού του προβλήματος, ορθά κρίθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού πράγματι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος από μέρους της αναιρεσίβλητης υπό τα ανωτέρω περιστατικά δεν είναι καταχρηστική, αντίθετη δηλαδή στην Α.Κ. 281, ως μη υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης - από 31.5.2007- αγωγής προκύπτει, ότι διαλαμβάνονται σ' αυτήν και τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία του ποσού της απαίτησης (56.000 ευρώ) και της αξίας (6.392,5 ευρώ) του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε (οικοπέδου μετά οικίας - επίδικου μεριδίου) και συνεπώς το Εφετείο, με το να κρίνει την αγωγή ορισμένη και να απορρίψει την ένσταση αοριστίας της αγωγής των αναιρεσειόντων, γιατί, τάχα, δεν αναφέρονται σ' αυτή τα πιο πάνω στοιχεία, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συνεπώς ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του (όχι από τον αριθμό 1, αλλά) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποία οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο, ότι, κατά παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 943 Α.Κ., "επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (η οποία) δεν απάγγειλε την ακυρότητα για συγκεκριμένη απαίτηση (της αναιρεσίβλητης), αλλ' απάγγειλε παρά το νόμο την ακυρότητα της ολότητας της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας", κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, ο πιο πάνω ισχυρισμός που στηρίζει την εν λόγω αιτίαση δεν προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης από τους ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντες. ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1376/1996 Ελλ.Δνη 38.1787, Α.Π. 31/1999 Ελλ.Δνη 40.572).Για το ορισμένο του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος (Κωνσταντίνου Α. Παπαδόπουλου: Η Αναιρετική Διαδικασία, 1997, σελ. 420, αριθ. 2). Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να "αποδεχθεί την ύπαρξη του τεκμηρίου του άρθρου 941 εδ. 2 του Α.Κ. και να οδηγηθεί στην κρίση του περί απόρριψης της έφεσης (των αναιρεσειόντων), αγνόησε το αποδεικτικό υλικό - τα προταθέντα αποδεικτικά μέσα και στους δύο βαθμούς", είναι, προεχόντως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙΙ. Ο από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύονται, επίσης, στο ίδιο, ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ίδιος λόγος ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι: α) "την υπ' αριθμό τεχνική έκθεση, που μαρτυράει την ανυπαρξία και υποψίας ακόμη δόλου και κακοπιστίας ...", β) "συμβόλαιο, (με το οποίο) την ίδια χρονική περίοδο ο δεύτερος - των αναιρεσειόντων - αγόρασε το υπόλοιπο 1/3 του επιδίκου από την αδελφή (τους)", γ) "αναλυτική κατάσταση με τις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής επί του επιδίκου", δ) "την εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας της Εφορίας" και ε) "την υπ' αριθμό 58/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας" που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, ως προς το πιο πάνω με στοιχεία (α) έως και (δ) να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν συγκεκριμένα τα έγγραφα αυτά. Σε κάθε πάντως περίπτωση ο ερευνώμενος αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, ως προς όλα τα παραπάνω έγγραφα, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι λήφθηκαν υπόψη "και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε την 58/2005 ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η εκτίμησή της δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1707/8-7-2009). Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση επίσχεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος για απόδοση "επωφελών δαπανών εντελώς επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού", κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, οι ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντες δεν πρότειναν με λόγο έφεσης την ένσταση αυτή - επίσχεσης - για την επικουρική πιο πάνω βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-11-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Σ. Β. του Α. κ.ά. για αναίρεση της 206/2010 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ